Πάτροκλος Σκαφίδας©
Το έργο του Αμερικανού συγγραφέα Γουίλιαμ Λους εμπνέεται από τη ζωή, την καριέρα και την προσωπικότητα του ηθοποιού Τζον Μπάριμορ, τον οποίο "συναντά" στο τέλος της ζωής του, στις αρχές της δεκαετίας του 1940. Διαδραματίζεται μέσα σε ένα θέατρο, όπου ο ηθοποιός έχει πάει να προβάρει τις ατάκες του, προκειμένου να πραγματοποιήσει μια θριαμβευτική (όπως τη φαντάζεται) επιστροφή στη σκηνή, ενώ η καριέρα του βρίσκεται σε κάθοδο εξαιτίας του αλκοολισμού.
Χωρίς να πρόκειται για ένα σπουδαίο έργο, πραγματεύεται ωστόσο την αγωνία του καλλιτέχνη, τον φόβο της φθοράς και της αποτυχίας, καθώς και τα ρευστά –κάποιες φορές– όρια μεταξύ τέχνης και πραγματικότητας. Πάνω απ’ όλα, όμως, φέρνει στο επίκεντρο έναν ηθοποιό και του δίνει το πεδίο για μια ερμηνεία ζωής.

Αυτή την ερμηνεία καταθέτει ο Δημήτρης Καταλειφός σε μία από τις μεγαλύτερες στιγμές του. Αεικίνητος και σπινθηροβόλος, επιβάλλεται και κατακτά τη σκηνή σε ένα σόλο συνεχών συναισθηματικών διακυμάνσεων: είναι εγωκεντρικός, αθυρόστομος, αλαζόνας και γκρινιάρης, αλλά ταυτόχρονα ανασφαλής, εύθραυστος και "μικρός" απέναντι στη συνειδητοποίηση του τέλους που πλησιάζει.
Με εξομολογητική διάθεση, μας οδηγεί στη ζωή του ήρωα: στο τι σημαίνει να ανήκεις σε μια μεγάλη καλλιτεχνική οικογένεια, στην αδυναμία του για τις γυναίκες, στην πορεία του στο θέατρο και το σινεμά. Σε όλη αυτή τη διαδρομή, ο Καταλειφός αποδεικνύει ότι βρίσκεται απολύτως μέσα στο στοιχείο του, κινούμενος με ακρίβεια και ευελιξία.

Δεν επιβεβαιώνει μόνο ότι πρόκειται για ηθοποιό μεγάλης κλάσης, αλλά αποκαλύπτει και ποιότητες που είχαμε καιρό να δούμε, όπως την κωμική του επιδεξιότητα, καθώς αναδεικνύει το σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό χιούμορ του ήρωα, ενώ ακόμη και σωματικά εμφανίζεται ανάλαφρος και απελευθερωμένος.
Στο δεύτερο μέρος της παράστασης, όπου το έργο ενσωματώνει –υπό τη μορφή θεάτρου μέσα στο θέατρο– σαιξπηρικά αποσπάσματα, γίνεται συναρπαστικός. Τότε δημιουργείται επίσης ένα ωραίο παιχνίδι θεάτρου: ο ηθοποιός Καταλειφός ερμηνεύει τον ηθοποιό Μπάριμορ, ο οποίος ερμηνεύει σαιξπηρικούς ρόλους και σταδιακά "χάνεται" μέσα σε αυτούς, θολώνοντας τα όρια ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή.

Δεύτερο πρόσωπο του έργου, με διακριτική παρουσία, είναι ο Φρανκ, υποβολέας του Μπάριμορ, που στο μεγαλύτερο μέρος παραμένει εκτός σκηνής και συμμετέχει με τη φωνή του, ίσως και ως συμβολισμός της συνείδησης ή της καθαρής σκέψης του ηθοποιού, όταν δεν θολώνεται από το αλκοόλ. Ο Δημήτρης Τσιγκριμάνης ανταποκρίνεται με ακρίβεια στον ρόλο, τονίζοντας τη σημασία της παρουσίας του.
Τα εύσημα, βέβαια, ανήκουν και στη σκηνοθεσία του Φοίβου Σαμαρτζή, για τη συνέπεια, το ρυθμό, την προσοχή στη λεπτομέρεια και την ερμηνευτική καθοδήγηση. Πολύ ωραίο το σκηνικό του Ντέιβιντ Νέγκριν, το οποίο αποτυπώνει μια σιωπηλή αλλά έτοιμη να ξαναζωντανέψει θεατρική σκηνή, φωτίζεται ωραία από τον Αργύρη Θέο, ενώ προσεγμένα είναι και τα κοστούμια, και ως προς την αναπαράσταση της εποχής και ως προς τις σαιξπηρικές τους ποιότητες.
Περισσότερες πληροφορίες
Barrymore: ο άνθρωπος πίσω από το θρύλο
Ο θρυλικός ηθοποιός Τζον Μπάριμορ, από το γνωστό καλλιτεχνικό τζάκι, ζωντανεύει στο εμβληματικό θεατρικό πορτρέτο που φωτίζει μια από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες της παγκόσμιας θεατρικής ιστορίας, μέλους της διάσημης δυναστείας που μεσουρανούσε για δεκαετίες στα θέατρα και τον αμερικανικό κινηματογράφο. Σύμφωνα με την υπόθεση, ο Τζον Μπάριμορ κάνοντας πρόβα σε ένα άδειο θέατρο της Νέας Υόρκης, επιχειρεί να ξαναδοκιμαστεί στον «Ριχάρδο τον Γ΄», τον ρόλο που του χάρισε μια από τις μεγαλύτερες θεατρικές του επιτυχίες. Η πρόβα γίνεται το πρόσχημα για μια προσωπική αναμέτρηση του ανθρώπου που έζησε σαν μύθος με το παρελθόν, τη δόξα, τις αναμνήσεις, τις ήττες, το σώμα που τον προδίδει και τον χρόνο που δεν περιμένει. Ένας άνθρωπος που προσπαθεί, να διεκδικήσει έστω και για τελευταία φορά, το βλέμμα του κοινού και να αποδείξει ότι υπάρχει ακόμα.