Εντυπωσιακή παραγωγή, με λιτά και πολύ ατμοσφαιρικά σκηνικά, μια υπέροχη Σάλι Μπόουλς (Μ. Ναυπλιώτου) κι έναν συναρπαστικό Κομπέρ (Δ. Λιγνάδης). Μάλλον όμως η σκηνοθεσία αντιμετώπισε το έργο σαν υπαρξιακό δράμα, στερώντας μας έτσι τη σκερτσόζικη γοητεία του μιούζικαλ.

Ξ εχάστε τα προβλήματά σας! Εδώ στο “Kit Kat Club” τα κορίτσια μας είναι υπέροχα…» Ο Δημήτρης Λιγνάδης μπουκάρει στη σκηνή από μια πορτούλα και, ως Κομπέρ, μας προσκαλεί στην ηδονική ζωή των βερολινέζικων καμπαρέ του 1930. Η παιγνιώδης παρουσία, η στεντόρεια φωνή και η υψηλή σκηνική ενέργειά του είναι ακαταμάχητες – πρόκειται για την «καρδιά» της παράστασης. Τα στοιχεία όμως που φέρει ο Κομπέρ, δηλαδή ο σβέλτος ρυθμός και το σκαμπρόζικο σκέρτσο, απουσιάζουν κατά τ’ άλλα από αυτήν την εκδοχή του θρυλικού αμερικανικού μιούζικαλ του 1966, την οποία σκηνοθέτησε, χορογράφησε κι επιμελήθηκε σκηνογραφικά ο Κωνσταντίνος Ρήγος.
Εννοείται πως δεν τίθεται ζήτημα σύγκρισης με την ομώνυμη αριστουργηματική ταινία του 1972 – δεν ήταν εξάλλου αυτή η πρόθεση. Για παράδειγμα, η Μαρία Ναυπλιώτου συνιστά έναν πανίσχυρο πόλο έλξης, χάρη στον τρόπο με τον οποίο κοντράρονται η αγαλμάτινη ομορφιά και ο διάχυτος αισθησιασμός της, δημιουργώντας έτσι μια «δωρική» Σάλι Μπόουλς, πολύ μακριά από εκείνη της Λάιζα Μινέλι, εξίσου όμως λαμπερή και αυθεντική. Στο Μέγαρο Μουσικής παρουσιάζεται μια άκρως προσεγμένη κι ενδιαφέρουσα παράσταση, έστω κι αν ο σκηνοθέτης της «διάβασε» το έργο με περισσή σοβαρότητα, σαν υπαρξιακό δράμα, αφήνοντας έτσι σε δεύτερη μοίρα την τρέλα του μιούζικαλ. Σίγουρα το «Kαμπαρέ» δεν είναι ένα σαμπανιζέ μιούζικαλ με φρου-φρου, αρώματα και χάπι εντ. η υπόθεσή του λειτουργεί παραβολικά, θίγει θέματα όπως η αμφισεξουαλικότητα και ο ρατσισμός και προμηνύει, σχεδόν με κάθε σκηνή του, τη σαρωτική επέλαση του Χίτλερ και των εθνικοσοσιαλιστών του. Η αίσθηση της φασιστικής απειλής είναι διαρκώς παρούσα στην παράσταση του Ρήγου. ο τρόμος του ναζισμού τη στοιχειώνει, θαρρείς και ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί τη διάλυση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης σαν σκοτεινή αλληγορία για την τωρινή διασάλευση της δικής μας δημοκρατίας.
Πάμπολλες επιλογές είναι ευφάνταστες, όπως η τοποθέτηση της «μασκαρεμένης» ορχήστρας στο υπερώο, η κινηματογραφική αισθητική των «ιδιωτικών» σκηνών στα δωμάτια, η τραβεστί παρέλαση των εθνικών νομισμάτων, η χαρισματική ερμηνεία του «Money, money», η χορογραφία-αναφορά στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου. Ο σκηνοθέτης, πάντως, δεν φρόντισε να ενισχύσει τη σχέση του Κομπέρ με τη Σάλι, δεν μας χάρισε ένα χορογραφικό ντελίριο αντάξιο του επιπέδου ενός μιούζικαλ –παρότι είχε στη διάθεσή του ένα εξαίσιο ανσάμπλ χορευτών–, ενώ και η μουσική δεν συγκαταλέγεται στα κορυφαία στοιχεία της παράστασης. ατμοσφαιρικές, αλλά υποτονικές ήταν οι ενορχηστρώσεις του Δημοσθένη Γρίβα. Αξιοπρόσεκτη ερμηνευτικά και φωνητικά η Νάντια Μπουλέ (φροϊλάιν Κοστ), ειδικά στη σκηνή του «ναζιστικού ύμνου», επαρκείς, χωρίς όμως αξιοσημείωτη ερμηνεία οι Γιώργος Νανούρης (Κλίφορντ Μπράντσο) και Παναγιώτης Μπουγιούρης (Ερνστ Λούντβιχ).
ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ 2107282333. Διάρκεια: 120΄.
Περισσότερες πληροφορίες
Καμπαρέ
Νεαρή καλλιτέχνις του καμπαρέ στο Βερολίνο του 1930 ερωτεύεται έναν Αμερικανό συγγραφέα, ενώ γύρω τους βρυχάται ο ναζισμός