Οι θεατρικές αίθουσες είναι για μένα ένας χώρος γνώριμος. Αισθάνομαι άνετα, οικεία, και όταν σβήνουν τα φώτα νιώθω πως βρίσκομαι εκεί ακριβώς που πρέπει. Το συναίσθημα αυτό εντείνεται με εκείνα τα έργα που κατορθώνουν να διευρύνουν τα όρια του θεάτρου, να αντανακλούν όσα γνωρίζουμε και ζούμε έξω από αυτό και, ταυτόχρονα, να εμπεριέχουν τον σπόρο για όσα θα μπορούσαν ακόμη να υπάρξουν. Σαν μια μυρωδιά ή μια μελωδία που σε αιφνιδιάζει και σε μετακινεί ταυτόχρονα προς το παρελθόν και προς ένα μέλλον που δεν έχει ακόμη πάρει μορφή. Η' σαν ένα τραγούδι που ξεπροβάλλει απροσδόκητα στα ακουστικά σου και γεφυρώνει τη μνήμη με τις προσδοκίες για όσα θα θέλαμε να έρθουν. Έτσι αισθάνθηκα παρακολουθώντας την "Απόσταση" του Τιάγο Ροντρίγκες στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

Ήταν από αυτές τις σπάνιες στιγμές, όπου ευχήθηκα η εμπειρία να διαρκέσει λίγο ακόμη. Όχι εξαιτίας της εντυπωσιακής σκηνικής επινόησης, των θεατρικών ευρημάτων ή την μουσικότητα της αφήγησης (που όντως υπήρχε) αλλά επειδή το έργο, ενεργοποιώντας εκείνη τη μοναδική ικανότητα του θεάτρου να συμπυκνώνει τον χωροχρόνο, επίτρεψε σε σκέψεις, αποκαλύψεις και συνειρμούς να αθροίζονται αθόρυβα. Αυτή η επενέργεια σπανίως πια σχετίζεται με την εφευρετικότητα ενός ευρηματικού θεατρικού τεχνάσματος και λιγότερο ακόμη με μία εσωστρεφή διαπραγμάτευση με τον περιχαρακωμένο στον εαυτό του κόσμο της τέχνης. Θαύμασα τη δύναμη της γλώσσας να γεννά εικόνες και, ακόμη περισσότερο, τη δύναμη της θεατρικής ποίησης να υποδεικνύει όσα υπερβαίνουν τις λέξεις. Να ανοίγει ρωγμές προς τον κόσμο.

Η παράσταση
Δύο γυμνοί κορμοί δέντρων και ένας βράχος χωρίζουν στη μέση μια περιστρεφόμενη σκηνή· ένα λιτό σκηνικό που οριοθετεί δύο διακριτούς κόσμους, οι οποίοι σκιαγραφούνται μέσα από ελάχιστα αντικείμενα. Βιβλία, μια κούπα, ένα πικάπ με δίσκους και -στη συνέχεια- φωτογραφίες συγκροτούν το σύμπαν αναφορών του πατέρα. Ένας μικρός θόλος με ένα αειθαλές δέντρο παραπέμπει στο τεχνητά ελεγχόμενο οικοσύστημα του Άρη, όπου κατοικεί η κόρη. Μια ζωή όπου η φύση υφίσταται μόνο ως διατηρημένο, κατασκευασμένο κατάλοιπο.
Έτος 2077. Ένας πατέρας —τον οποίο ερμηνεύει ο Alison Dechamps— αναζητά την κόρη του, από την οποία έχει καιρό να λάβει νέα, για να ανακαλύψει ότι εκείνη έχει μετακινηθεί στο εταιρικό κράτος της Novus στον πλανήτη Άρη. Η Γη βρίσκεται σε συνεχή κατάρρευση: οι θάλασσες έχουν μολυνθεί από καιρό.
Η κόρη -την οποία ερμηνεύει η Adama Diop- είναι μία από τις "εκλεκτές": νέα, υγιής, γόνιμη, επιλεγμένη για τη συγκρότηση ενός νέου κόσμου. Ζει σε υπόγειο, τεχνητό περιβάλλον, μέσα στον μόνιμο βόμβο μηχανών που εξασφαλίζουν την επιβίωση — έναν ήχο οικείο και ταυτόχρονα εφιαλτικό. Έναν κόσμο που στηρίζεται στη λήθη: η Novus απαιτεί ρήξη με το παρελθόν, τη μνήμη και την ιστορία. Η επιβίωση παρουσιάζεται ως τεχνοκρατικό ζήτημα και η πρόοδος ως απόλυτη αξία.
Η δραματουργική σύνθεση οργανώνεται ως ανταλλαγή ηχητικών μηνυμάτων. Ο πατέρας ενεργοποιεί αυτή τη σύγχρονη επιστολογραφία, στην οποία η κόρη ανταποκρίνεται. Η επικοινωνία τους διεξάγεται υπό καθεστώς απόστασης, ποτέ ζωντανά -μια απόσταση που η ίδια η κόρη έχει επιβάλει. Και ακριβώς αυτή η απόσταση τους επιτρέπει, όπως λέει, να μιλούν χωρίς διακοπές, να ολοκληρώνουν τις σκέψεις τους.
Η επαναλαμβανόμενη φράση "Έναρξη μηνύματος" λειτουργεί ως ρυθμική και δραματουργική δομή. Οργανώνει τη μετάβαση από φωνή σε φωνή και ταυτόχρονα υπενθυμίζει διαρκώς τον τεχνολογικά διαμεσολαβημένο χαρακτήρα της επικοινωνίας, καθιστώντας αισθητή την απουσία της σωματικής συνύπαρξης. Χωρίς σώματα, χωρίς αφή, εικόνα, μυρωδιές ή εγγύτητα, μένουν μόνο δύο ηχογραφημένες φωνές.
Η σχέση τους μετασχηματίζεται σταδιακά. Η κόρη εμμένει στην απόφασή της να προχωρήσει χωρίς να στραφεί πίσω. Αντιλαμβάνεται τον αποχωρισμό όχι ως απώλεια, αλλά ως προϋπόθεση αυτονόμησης, επιλέγοντας να χαράξει τη δική της πορεία πέρα από το αξιακό σύστημα και τις βεβαιότητες που ενσαρκώνει ο πατέρας της. Ο πατέρας περνά από την άρνηση και την οργή, στην προσπάθεια να την μεταπείσει∙ αντιστέκεται στην απόφαση της κόρης του, σε όσα εκείνη πρεσβεύει, μέχρι που τελικά αποδέχεται τον επικείμενο αποχωρισμό. Η στάση του μετατοπίζεται από τη λογική των επιχειρημάτων προς τη σφαίρα της μνήμης, της μουσικής και του συναισθήματος. Αντί για μια τελευταία αντιπαράθεση, επιλέγει να την αποχαιρετήσει με τους στίχους του Caetano Veloso, τραγουδισμένους στη γλώσσα της απούσας μητέρας: "Θέλω απλώς να βρεις τον εαυτό σου… Η ελπίδα είναι ένα δώρο που έχω μέσα μου"...

Η επιλογή του τραγουδιού δεν είναι τυχαία. Ο Gaetano Veloso, μορφή του βραζιλιάνικου tropicalismo, συνέδεσε την καλλιτεχνική πρωτοπορία με την πολιτική αντίσταση απέναντι στη δικτατορία και τον εθνικισμό. Η μουσική του υπήρξε ένα παράδειγμα του πώς το νέο μπορεί να γεννηθεί όχι μέσα από τη διαγραφή του παρελθόντος αλλά μέσα από τη δημιουργική συνομιλία μαζί του. Και αυτή ακριβώς είναι η βαθύτερη θέση της παράστασης: πως χωρίς μνήμη, χωρίς σχέσεις, χωρίς φροντίδα, κανένα μέλλον δεν μπορεί πραγματικά να κατοικηθεί.
Υπάρχει μια στιγμή στην παράσταση όπου αποκαλύπτεται ως ένα υφέρπον τραύμα. Πως, χρόνια πριν, ο πατέρας είχε επιλέξει να σώσει την κόρη του και όχι τη μητέρα της όταν η οικογένεια βρέθηκε αντιμέτωπη με μια φονική παλίρροια. Η απουσία της μητέρας διατρέχει σιωπηλά όλο το έργο σαν τραύμα. Και ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται ο πυρήνας της "Απόστασης": όχι στην τεχνολογική δυστοπία, αλλά στο ερώτημα τι σημαίνει να αγαπάς κάποιον χωρίς να τον κατέχεις. Να αποδέχεσαι ακόμη και την απομάκρυνσή του χωρίς να παύεις να τον φροντίζεις.
Δύο κόσμοι σε αντιπαράθεση
Η δραματουργία του Ροντρίγκες αναδιπλώνεται μέσα από μια σειρά αντιθετικών δίπολων, τα οποία συμπυκνώνονται σε ό,τι πρεσβεύουν και εκπροσωπούν οι δύο χαρακτήρες του έργου, ο πατέρας και η κόρη. Από τη μία πλευρά η Γη, σε διαρκή περιβαλλοντική κατάρρευση, και από την άλλη ένα προστατευμένο, τεχνητά κατασκευασμένο εταιρικό κράτος (corponation) τοποθετημένο στον Άρη· ο ετερογενής πληθυσμός της πρώτης απέναντι στους "εκλεκτούς" κατοίκους του δεύτερου, επιλεγμένους βάσει οικονομικών ή βιολογικών κριτηρίων· η φροντίδα άγνωστων ασθενών σε ένα δημόσιο νοσοκομείο απέναντι στην επένδυση πόρων και εργασίας για τη διασφάλιση της επιβίωσης μιας προνομιούχας μειονότητας· η φυσική γεύση του ελαιόλαδου στην εργαστηριακή απομίμησή της· ο άναρχος έρωτας στη βιολογικά ελεγχόμενη αναπαραγωγή· η Ιστορία στη συστηματική διαγραφή της από την ατομική και -έτσι- τη συλλογική μνήμη· οι προσωπικές αφηγήσεις που συγκροτούν δεσμούς και κοινότητες απέναντι στην εξάλειψη κάθε μη "απαραίτητης" ανάμνησης· το συναίσθημα ως θεμελιώδες ανθρώπινο γνώρισμα στην προγραμματισμένη εξουδετέρωσή του· η σύνδεση απέναντι στη ρήξη· η ενσυναίσθηση στην εγκατάλειψη· ο αγώνας για τη διάσωση ενός κόσμου που καταρρέει στην αποκήρυξη του υπέρ ενός ριζικά διαφορετικού μέλλοντος.
Η παράσταση αποκαλύπτει σταδιακά τη σύγκρουση αυτών των δύο κόσμων, των δύο αυτών κοσμοθεωριών. Από τη μία, ο κόσμος της Novus: ένας κόσμος που αποδέχεται ως αναπόφευκτη την καταστροφή της Γης, για την οποία -όπως μας λέει ο πατέρας, ευθύνεται και την οποία επισπεύδει- που επενδύει στη διαφυγή, στη ριζική επανεκκίνηση, στη διαγραφή της μνήμης. Ένας κόσμος φτιαγμένος για εκατομμυριούχους και "χρήσιμα" σώματα. Τα παιδιά γεννιούνται μέσω λοταρίας γενετικού υλικού ώστε να εξασφαλιστεί μια νέα μορφή "ισότητας" — μια εταιρική ισότητα χωρίς ιστορία, χωρίς δεσμούς, χωρίς παρελθόν.
Υπό αυτό το πρίσμα, η Novus δεν εμφανίζεται απλώς ως ένας δυστοπικός οργανισμός του μέλλοντος αλλά ως η ακραία κατάληξη μιας καπιταλιστικής λογικής που μας είναι ήδη οικεία. Η οικολογική καταστροφή δεν αντιμετωπίζεται ως πολιτικό πρόβλημα που απαιτεί συλλογική δράση και μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων, αλλά ως δεδομένο γεγονός. Το ζητούμενο δεν είναι πώς θα αποτραπεί η κατάρρευση ούτε πώς θα διασωθεί ένας κοινός κόσμος, αλλά ποιοι θα επιλεγούν για να επιβιώσουν μετά από αυτήν.

Το "αναπόφευκτο" της καταστροφής
Η στάση της κόρης θυμίζει έντονα αυτό που ο Mark Fisher περιέγραψε ως "καπιταλιστικό ρεαλισμό": όχι απλώς την κυριαρχία του καπιταλισμού, αλλά τη βαθιά πεποίθηση ότι δεν υπάρχει εναλλακτική σε αυτόν. Η Novus δεν παρουσιάζει τον εαυτό της ως μία πιθανή λύση ανάμεσα σε άλλες· εμφανίζεται ως η μόνη ρεαλιστική απάντηση στην κρίση. Η Γη θεωρείται χαμένη υπόθεση, η δημοκρατία αναποτελεσματική, η συλλογική πολιτική δράση ανεπαρκής. Είναι σαν να έχει γίνει ευκολότερο να φανταστεί κανείς το τέλος του κόσμου παρά τη μεταβολή των συνθηκών που τον οδηγούν στην καταστροφή.
Η κόρη δεν εγκαταλείπει απλώς τη Γη· αποδέχεται ως αναπόφευκτη την εγκατάλειψή της. Δεν πιστεύει πλέον ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει· πιστεύει ότι μπορεί μόνο να αντικατασταθεί. Γι’ αυτό και αποδέχεται τη λήθη που επιβάλει η Novus. Η μνήμη αντιμετωπίζεται ως βαρίδι, οι δεσμοί ως εμπόδιο, η Ιστορία σε περιττό φορτίο. Η υπόσχεση ενός νέου ξεκινήματος προϋποθέτει τη διαγραφή όσων προηγήθηκαν.
Απέναντι σε αυτή τη λογική (αντι)στέκεται ο πατέρας. Όχι ως υπερασπιστής ενός εξιδανικευμένου παρελθόντος, αλλά ως φορέας μιας διαφορετικής αντίληψης για το μέλλον. Γιατρός άλλωστε σε δημόσιο νοσοκομείο — όχι σε ιδιωτική κλινική — εξακολουθεί να πιστεύει στη φροντίδα όλων, στη δημοκρατία, στην αλληλεγγύη και στη συλλογική ευθύνη. Επιμένει να θυμάται. Να αφηγείται ιστορίες. Να διατηρεί ζωντανές τις εμπειρίες που συνδέουν τους ανθρώπους μεταξύ τους. Δεν αρνείται την έκταση της καταστροφής, αρνείται όμως να αποδεχθεί ότι η μοναδική απάντηση σε αυτήν είναι η εγκατάλειψη και η αποχώρηση.
Έτσι, η σύγκρουση ανάμεσα στον πατέρα και την κόρη αφορά δύο διαφορετικές κατανοήσεις της σχέσης του παρελθόντος με το μέλλον και, τελικά, δύο διαφορετικές αντιλήψεις του ίδιου του μέλλοντος. Από τη μία, ένα μέλλον που παρουσιάζεται ως αναπόφευκτο, σχεδιασμένο από εταιρείες, οργανωμένο γύρω από την επιβίωση των λίγων και θεμελιωμένο στη λήθη. Από την άλλη, ένα μέλλον που παραμένει ανοιχτό στην αβεβαιότητα, στη συλλογική δράση, στη μνήμη και στη δυνατότητα να μετασχηματίσουμε τον κόσμο αντί να τον εγκαταλείψουμε.
Αν η Novus οργανώνεται γύρω από την παραγωγή μιας ελεγχόμενης λήθης, όπου η μνήμη αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο στην τεχνοκρατική αποτελεσματικότητα και στη δυνατότητα ενός "νέου ξεκινήματος", τότε το έργο του Ροντρίγκες φαίνεται να επιστρέφει διαρκώς στο ίδιο ερώτημα από διαφορετικές πλευρές. Δεν υπερασπίζεται απλώς τη μνήμη ως αυτονόητο αγαθό, αλλά την αντιμετωπίζει ως κάτι που είναι σημαντικό να διατηρείται.
Τη στάση αυτή μοιάζει να συνομιλεί με την παράσταση By Heart, ένα παλιότερο έργο του που παρουσιάστηκε στην ίδια σκηνή τις επόμενες μέρες μετά την "Απόσταση". Εδώ, ένας αριθμός θεατών καλείται να απομνημονεύσει ένα σονέτο του Σαίξπηρ. Αν και η αφήγηση της Ιστορίας που συγκροτεί ο Ροντρίγκες —ο οποίος υπογράφει, όπως πάντα, και το κείμενο του έργου— παραμένει εν μέρει επιλεκτική, γεγονός που εγείρει εύλογους προβληματισμούς, το ίδιο το έργο στρέφεται εμφατικά στη σημασία της μνήμης.
Πρόκειται, ωστόσο, για μια μνήμη που δεν λειτουργεί ως νοσταλγική ανάκληση του παρελθόντος, αλλά ως επιτελεστική πράξη: μια διαδικασία απομνημόνευσης που συγκροτεί μια προσωρινή κοινότητα γύρω από ένα κοινό κείμενο. Στο πλαίσιο αυτό, η μνήμη δεν ταυτίζεται με τη σταθερότητα ή τη διατήρηση ενός δεδομένου περιεχομένου· αντίθετα, εμφανίζεται ως πεδίο έντασης, που ενεργοποιείται μέσα από τη συνύπαρξη, την επανάληψη και τη φθορά.

Όταν η μνήμη επιμένει
Ίσως εδώ να βρίσκεται η ουσιαστικότερη αιχμή της Απόστασης. Η επιθυμία για το νέο, που άλλοτε συνδέθηκε με σχέδια κοινωνικού μετασχηματισμού και καλλιτεχνικής χειραφέτησης, μοιάζει σήμερα να έχει απορροφηθεί από το λεξιλόγιο της αγοράς. "Καινοτομία", "ανάπτυξη", "πρόοδος", "αναβάθμιση" λειτουργούν σχεδόν ως αυταξίες, καθιστώντας ύποπτη κάθε επιμονή στη μνήμη, τη διάρκεια ή τη φροντίδα. Παρόλα αυτά, το έργο δεν αντιπαρατίθεται στο όραμα μιας αλλαγής· διερωτάται όμως τι είναι αυτό που ονειρευόμαστε, ποιος σχεδιάζει αυτή την αλλαγή, ποιοι αποκλείονται από αυτήν και ποιο τίμημα απαιτείται για την οικοδόμησή της.
Ωστόσο, ο Ροντρίγκες αποφεύγει να διατυπώσει αυτά τα ερωτήματα ως σαφείς θέσεις ή πολιτικά συμπεράσματα. Αυτό τουλάχιστον αποδεικνύει το γεγονός πως τα έργα του υπόκεινται σε ένα εύρος διαφορετικών μεταφράσεων, όπως αποκαλύπτουν οι συζητήσεις για την Απόσταση με φίλους και συναδέλφους. Ο πατέρας δεν σκιαγραφείται ως ηρωική μορφή, ούτε η κοσμοθεωρία του ως αλάνθαστη· αντίθετα, τον βλέπουμε να αμφιβάλλει, να αναρωτιέται και, κυρίως, να συγκινείται.
Σε κάθε περίπτωση δεν παρουσιάζει τον πατέρα ως ηρωική μορφή αλάνθαστης ηθικής. Αντίθετα, τον αφήνει να αμφιβάλλει, να συγκινείται, να αναρωτιέται. Η ευαλωτότητα αυτή αποτελεί τον πυρήνα της ανθρωπιάς του και, περισσότερο ακόμη, η υποχώρησή του στις ανάγκες αυτής της γυναίκας, η οποία αν και γίνεται μία άγνωστη, παραμένει κόρη του.
Βγαίνοντας από την παράσταση, δεν μένει κυρίως η εικόνα του Άρη ούτε η δυστοπική προοπτική του 2077. Παραμένει η αίσθηση ότι η τρυφερότητα μπορεί ακόμη να αποτελεί μορφή αντίστασης. Ότι η μνήμη, η γλώσσα, η μουσική, η αλληλεγγύη και η φροντίδα δεν είναι ανεπιθύμητα κατάλοιπα ενός παλιού κόσμου που πρέπει να καταστραφεί για αν έρθει ένας νέος. Πως συνιστούν αντίθετα τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να φανταστούμε έναν κόσμο διαφορετικό από αυτόν που μας υπόσχεται -και μας απειλεί- η αγορά. Σε μια εποχή όπου το μέλλον παρουσιάζεται συχνά ως τεχνικό πρόβλημα προς διαχείριση, η Απόσταση υπενθυμίζει ότι παραμένει πρωτίστως πολιτικό και ανθρώπινο ερώτημα.
Έτσι, ο Ροντρίγκες κατορθώνει να χτίσει έναν μικρόκοσμο μέσα στο σκοτεινό, προστατευμένο περιβάλλον του θεάτρου. Προστατευμένο όχι από τη βαρβαρότητα της πραγματικότητας, αλλά, για λίγο, από την ταχύτητά της. Έναν χώρο που επιτρέπει προσωρινά τη στάση, τη συγκέντρωση, την αφοσίωση. Όχι για να ξεχαστείς, αλλά για να επιστρέψεις στην πραγματικότητα με άλλο βλέμμα. Και το βλέμμα που καλλιεργεί η Απόσταση είναι ένα βλέμμα πιο τρυφερό· και ακριβώς γι’ αυτό πιο αποφασισμένο.
Αυτή η δυνατότητα εξακολουθεί να με εκπλήσσει ραγίζοντας λιγάκι εκείνη την υφέρπουσα μελαγχολία που μοιάζει σήμερα να σκοτεινιάζει τα πάντα. Και αυτά τα ραγίσματα, που εξακτινώνονται άναρχα σε πολλαπλές κατευθύνσεις, καταφέρνουν να ενεργοποιούν μια παράδοξη αισιοδοξία: ότι όσο εξακολουθεί να παράγεται τέτοια τέχνη, τίποτε δεν έχει χαθεί οριστικά. Ότι δεν είμαστε καταδικασμένοι απλώς να προσαρμοζόμαστε σε έναν κόσμο που χάνεται, αλλά μπορούμε ακόμη να διεκδικούμε έναν κόσμο διαφορετικό, έναν κόσμο καλύτερο.

