Ούτε η καλοκαιρινή βροχή, ούτε η ψύχρα στάθηκαν ικανές να πτοήσουν το κοινό που γέμισε ασφυκτικά το ρωμαϊκό ωδείο για την πρεμιέρα της "Λυσιστράτης” του Σταμάτη Κραουνάκη. Στην αρχή άνοιξαν μερικές ομπρέλες, διστακτικά, όμως γρήγορα οι ομπρέλες έκλεισαν και το βλέμμα καρφώθηκε στη σκηνή, καθώς κανείς δεν ήθελε να χάσει ούτε λεπτό από αυτή τη γιορτή, όπου το κραουνακικό σύμπαν μας χάρισε μια αυθεντική όπερα των ιδεών. Η "Λυσιστράτη - Μια ξεκαρδιστική όπερα" είναι κάτι "πολύ αλλιώς" από το κανονικό έργο, αφού ο Κραουνάκης πήρε το αριστούργημα του Αριστοφάνη και, έχοντας την ιδέα κλειδωμένη στο μυαλό του ήδη από τη δεκαετία του '90, το μεταμόρφωσε σε μια σύγχρονη λαϊκή όπερα με 40 σκηνές και συνδετική πρόζα, ίσα για να παίρνει μια μικρή ανάσα η ίδια η μουσική.
Η μουσική είναι η κινητήριος δύναμη που γεννά την πολιτική διάσταση του έργου. Το μουσικό μίξερ του συνθέτη πήρε φωτιά, ανακατεύοντας το θέατρο του Μπρεχτ και την παραδοσιακή ιταλική όπερα με λεβέντικα πεντοζάλια, δωρικά χασάπικα, τη νοσταλγία της παλιάς Αθήνας. Αυτή η εκρηκτική ηχητική παλέτα τίθεται απόλυτα στην υπηρεσία των ιδεών, εκτοξεύοντας σαφείς, αιχμηρές πολιτικές αναφορές για τους πολέμους που μας κυκλώνουν, κάνοντας το έργο να μοιάζει σαν να γράφτηκε χθες.

Το αυθεντικό κραουνακικό ύφος ξεδιπλώνεται ανάγλυφα μέσα από την παράσταση, όπου οι στίχοι "τσοντάρουν" με θράσος στην αλήθεια των ημερών μας και η πρόζα του Σταμάτη δίνει τον δικό της, μοναδικό ρυθμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της οργανικής σύνδεσης μουσικής και πολιτικής σάτιρας είναι το κομμάτι "Το νήμα", σε στίχους Λίνας Νικολακοπούλου, όπου ο ρυθμός χτυπάει κόκκινο και φέρνει γέλια στο κοινό, καθώς ακούμε να λένε:
"Το καθήκον με καλεί / το μαλλί, το μαλλί / που μπερδεύτηκε πολύ / στη Βουλή, στη Βουλή / κι έγιναν μαλλιά κουβάρια / Της Βουλής τα παλληκάρια / ποιος θα φάει πιο πολύ. / Κι είναι θέμα εθνικό / το μαλλί, το μαλλί / μεσ' στο μαύρο πανικό / στη Βουλή, στη Βουλή / να 'ρχεται το κάθε τσόλι / να ρωτάει σ' αυτή τη πόλη / πώς θα γίνει, πώς θα γίνει, πώς θα γίνει αφεντικό".
Αυτή η διαρκής σύνδεση του τότε με το σήμερα αποτυπώνεται ιδανικά και στον λόγο της παράστασης. Οι διάλογοι είναι μια ευφυής, ζωντανή μίξη των αναγνωρίσιμων, αυθεντικών εκφράσεων του Σταμάτη με αυτούσιες αρχαίες φράσεις σε κάποιες φάσεις. Αυτό το γλωσσικό πάντρεμα, άλλοτε λαϊκό και άλλοτε δωρικό, υπηρετεί με απόλυτη συνέπεια την κεντρική ιδέα του δημιουργού, γεφυρώνοντας τους αιώνες με μοναδική φυσικότητα.

Μέσα σε αυτό το φορτισμένο κλίμα, η κίνηση δεν σταματά ποτέ πάνω στη σκηνή. Το εικαστικό περιβάλλον, με τα σκηνικά και τα κοστούμια του Takis, έστησε μια σύγχρονη ματιά που συνομιλούσε τρυφερά με το παρελθόν χωρίς να το εγκλωβίζει. Μέσα σε αυτό το δυναμικό κάδρο, ένας θίασος γεμάτος φοβερό μπρίο και εκπληκτικές φωνές έδωσε την ψυχή του, αποδεικνύοντας ότι το τραγούδι και ο χορός είναι πολιτική πράξη.
Η Ελένη Ουζουνίδου ως Λυσιστράτη ήταν απλώς καθηλωτική. Με μια φωνή γεμάτη συναίσθημα, κίνηση ακριβείας και άνεση, έπαιξε με την ψυχή της, παρέδωσε έναν δυνατό μονόλογο στο τέλος της πρώτης πράξης —μια προσθήκη που δεν υπάρχει στο πρωτότυπο— αποκαλύπτοντάς μας με απόλυτα σύγχρονους όρους ποια είναι πραγματικά αυτή η γυναίκα σήμερα. Δίπλα της, ο Χριστόφορος Σταμπόγλης ως Πρόβουλος έφερε όλο το οπερατικό του εκτόπισμα, ενώ η Δήμητρα Γαλάνη, με την πάντα αισθαντική, ζεστή της φωνή, τραγούδησε έναν ύμνο για την Αθήνα που έκλεισε το πρώτο μέρος και καταχειροκροτήθηκε από ένα συγκινημένο Ηρώδειο. Ο Κώστας Βενετσάνος ενσάρκωσε με χάρη τον παλιό Αθηναίο.

Όσο για τις γυναίκες της παράστασης, η Στέλλα Κρούσκα (Μυρίνη), η Σοφία Κουνιά (Κλεονίκη) και η Αργυρώ Καπαρού (Λαμπιτώ), είχαν σαρωτική ενέργεια, χιούμορ και πηγαίο ταλέντο. Μαζί τους, τα "παιδιά" του Σταμάτη –ο Χρήστος Γεροντίδης, ο Κώστας Μπουγιώτης, ο Γιώργος Στιβανάκης και ο Σάκης Καραθανάσης– γέμισαν το χώρο με ενέργεια, πάθος, ασταμάτητη κίνηση και εξαιρετικές φωνητικές επιδόσεις, κάνοντας τη μουσική να ρέει.
Η παράσταση "Λυσιστράτη - Μια ξεκαρδιστική όπερα" είχε γέλιο, καταιγιστικό ρυθμό, συγκίνηση, σκέψεις γι’αυτό που πάντα επισημαίνει ο Σταμάτης με ελπίδα: "Αξίζει τον κόπο να προσπαθούμε. Η Ελλάδα είναι κάτι καλύτερο από αυτό που νομίζουμε". Ήταν μια βραδιά-αντίδοτο στην κατήφεια. Ο Κραουνάκης και η ομάδα του κατάφεραν να μας θυμίσουν ότι το θέατρο μπορεί να μας ξεσηκώνει πολιτικά και να μας ενώνει.

