Η χορογράφος Αντωνία Οικονόμου παρουσιάζει τη νέα της παράσταση στον χώρο που έφτιαξε με την ομάδα της στο Μεταξουργείο, τα Τζάμια Κρύσταλλα. Πρόκειται για ένα σκοτεινά ποιητικό χοροθεατρικό έργο με τίτλο "the great nothing - or the loneliest place in the universe", το οποίο γεννήθηκε ως αντίστιξη και συνέχεια του "’Άτιτλον", μετατοπίζοντας το βλέμμα από το "μαζί" και τον έρωτα στην απώλεια, τον αποχωρισμό και την απουσία της επαφής.
Με αφετηρία τα τρίπτυχα του Francis Bacon και αναφορά στο αστροφυσικό φαινόμενο του "Κενού του Βοώτη" – το λεγόμενο "Μεγάλο Τίποτα", η νέα παράσταση συγκροτεί έναν σκοτεινό, κινηματογραφικό τόπο όπου χρόνος, χώρος, ήχος, φως και κίνηση συγχωνεύονται σε μια εμπειρία ρήξης και αδράνειας. Μιλήσαμε με την Αντωνία Οικονόμου για την παράσταση, σε δική της σύλληψη, σκηνοθεσία και χορογραφία, για το πώς εμπνεύστηκε το έργο, τη συλλογική μοναξιά της εποχής, τα "υπαρξιακά κλουβιά" που μας περιβάλλουν και τη σκηνή ως πεδίο ερωτήσεων — αλλά και για όλα όσα ετοιμάζονται φέτος στα Τζάμια Κρύσταλλα. Την ερμηνεία και την ανάπτυξη του υλικού υπογράφουν οι ‘Άγγελος Πρεκατσουνάκης, Παύλος Λυκούδης, Μαίρη Χανδρινού και η ίδια η Οικονόμου.
Τι σας ενέπνευσε να δημιουργήσετε τη νέα σας παράσταση "the great nothing – or the loneliest place in the universe";
Η ανάγκη για το "the great nothing" γεννήθηκε από το προηγούμενο μας έργο, το "'Άτιτλον", και συντελεί μια αντίθεση με, και ταυτόχρονα μια συνέχεια αυτού. To "'Άτιτλον" ήταν επικεντρωμένο στον έρωτα και την αναζήτηση επαφής, ενώ το "the great nothing" καταπιάνεται με την απώλεια, τον αποχωρισμό και την απουσία της επαφής.
"Η παράσταση 'the great nothing' είναι ένας χώρος και χρόνος για να αναρωτηθούμε με τι επιλέγουμε να γεμίσουμε τα δικά μας κενά, πώς και από τι κατευθύνεται το βλέμμα μας και πόσο μόνοι έχουμε μάθει πλέον να είμαστε, ξεχνόντας τι πάει να πει 'μαζί'".
Σε αντίθεση με το "'Άτιτλον", μια ομαδική σύνθεση για την συνύπαρξη και την αεικινησία, ένα μονοπλάνο, ένας μεγάλος λευκός χώρος, το "the great nothing" εστιάζει στο άτομο και στην μοναχικότητα, στο κενό, στους ασφυκτικούς χώρους και το σκοτάδι, στην αντιπαράθεση και τα jump cuts, και κυρίως την αδράνεια και την ακινησία.
'Έτσι μπήκαμε στα πρώτα εργαστήρια όπου εστίασα στα τρίπτυχα του Francis Bacon, μια αναφορά που κατέληξε να υποβόσκει σε όλες τις πτυχές του έργου - την κίνηση, το σκηνικό χώρο, το φως. Είναι για μένα μία χωρική αναφορά απόλυτης μοναξιάς όπου η παραμόρφωση του χώρου και του σώματος πρωταγωνιστεί, όπως και στο έργο. Μετά διάβασα για το "Κενό του Βοώτη" (The Boötes Void) ή αλλιώς "Το Μεγάλο Τίποτα" και ένιωσα ότι όλα έδεσαν μαζί. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα γνωστά "κενά", και ίσως την πιο μοναχική περιοχή στο παρατηρήσιμο σύμπαν.

Πώς συν-διαμόρφωσε κάθε ένας από τους συντελεστές της παράστασης το τελικό αποτέλεσμα; Πρόκειται για μια πολυμεσική εμπειρία;
Η διαστρέβλωση και η χειραγώγηση του χρόνου και του χώρου είναι το κέντρο αυτού του έργου. Στις πρόβες του ο ήχος, η μουσική, το σκηνικό, το φως και η κίνηση δουλεύονται μαζί για να συνθέσουν αυτό το σπασμένο τρίπτυχο, μέχρι που τα όρια μεταξύ τους να μην είναι πια διακριτά. Ο σκηνικός χώρος και ο ήχος διαστρεβλώνει τις αποστάσεις, τις κλίμακες, το βάθος, τις σχέσεις - άρα και το χρόνο.
Οι γρήγορες εναλλαγές ανάμεσα σε φως και σκοτάδι, σαν κινηματογραφικό μοντάζ, δημιουργούν μια μη γραμμική αφήγηση. Ενώ η κίνηση, όταν νικάει την ακινησία, σπάει σε καρέ, διαστέλλεται και συστέλλεται και επιτρέπει στο βλέμμα του θεατή να "ζουμάρει" σε όσα διαφεύγουν στη φυσιολογική ταχύτητα. 'Όλα αυτά μαζί συνθέτουν ένα κινηματογραφικό τόπο, που ακροβατεί ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό.

Το έργο είναι ένας τρόπος να αγκαλιάσουμε περίπλοκα συναισθήματα και καταστάσεις όπως η μοναξιά, η απώλεια ή ο αποχωρισμός;
'Όσο περίπλοκα και να είναι αυτά τα συναισθήματα πιστεύω ότι είναι ενσωματωμένα στην ατομική εμπειρία του καθενός μας και ότι αυτά τα μοναχικά υπαρξιακά "κλουβιά" αυτού του τρίπτυχου καθρεφτίζουν μια συλλογική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, όσο απομονωμένα και να τη βιώνουμε στην καθημερινότητά μας.
Δεν ξέρω αν το έργο είναι ένας τρόπος να τα αγκαλιάσουμε, αλλά είναι μάλλον ένας χώρος και ένας χρόνος για να δούμε τον εαυτό μας μέσα σε αυτά και ίσως να αναρωτηθούμε με τι επιλέγουμε να γεμίσουμε τα δικά μας κενά, πώς και από τι κατευθύνεται και καθορίζεται το βλέμμα μας και πόσο μόνοι έχουμε μάθει πλέον να είμαστε σε μια εποχή που σιγά σιγά ξεχνάμε τι πάει να πει "μαζί". Το έργο είναι μία κατάσταση, χωρίς μετατόπιση, ένα αμετακίνητο σημείο προβολής. Δεν προσφέρει απαντήσεις αλλα ελπίζω να προσφέρει έφορο έδαφος για ερωτήσεις.

Είναι η παράσταση αυτή μια αντίδραση σε αυτή την κοινωνική επιταγή της αδράνειας;
Σίγουρα είναι μια έκφραση της ανησυχίας μας για αυτά τα "κλουβιά" και για το κενό έξω από εμάς, που εσωτερικεύεται και μας σμιλεύει. Και όταν έρχεται η ώρα να βγούμε προς τα έξω είμαστε και πάλι μόνοι, αντιμέτωποι με το ίδιο κενό που μας έκλεισε μέσα. Δεν νομίζω ότι αντιλαμβανόμαστε πλήρως την μοναχική τροχιά που κινείται ο καθένας μας στην καθημερινότητά του και το πόσο αποκομμένοι είμαστε πλέον από την κοινωνική και πολιτική, αλλά και συναισθηματική, συλλογικότητα και συντροφικότητα- από το "μαζί".

Είναι, τελικά, η τέχνη ο τρόπος να "ξυπνήσουμε" από αυτό το μουδιασμένο κενό;
Το έργο λειτουργεί σαν καθρέφτης - αρκεί ο θεατής να μπορέσει να δει και πέρα από αυτά που βλέπει. 'Όσο για εμάς που το δημιουργούμε, είναι ένα όχημα και ένας τρόπος να αντικρίσουμε ο καθένας το κενό του και να το φέρουμε στη σκηνή, να το βάλουμε απέναντί μας και να διηγηθούμε την ιστορία του.

Τι άλλο θα δούμε φέτος στα Τζάμια Κρύσταλλα;
Ταυτόχρονα με το the great nothing ξεκινάει το "Πράσινο κονσομέ" της Λίτας Ασλάνογλου στον κάτω χώρο μέχρι αρχές Μαρτίου. Τον Μάρτιο έχουμε το "live Colorgraphs" από την Σήλια Τσιούφη και τον Δημήτρη Καλούση, και τον Απρίλιο θα παρουσιαστούν δύο εκθέσεις στον κάτω χώρο: το "Moromo" του Παντελή Καρασεβδά και η νέα έκθεση του Ορέστη Μαυρουδή.
Τον Μάιο, ο Δημήτρης Τσιάμης θα ανεβάσει το "Χλιμίντρισμα" του Μάριου Ποντίκα και θα φιλοξενήσουμε και το live των Tusk από τον Παντελή Πιλάβιο και τον Γιώργο Κραββαρίτη. Τον Ιούνιο θα παρουσιαστεί μια ατομική έκθεση της Ζωής Κραββαρίτη. Είμαστε πολύ χαρούμενοι που μέσα στο επόμενο διάστημα θα ανακοινώσουμε και άλλες δράσεις και συνεργασίες για το 2026.
Η μουσική σύνθεση είναι του Δημήτρη Καλαμαρά και ο σχεδιασμός ήχου της Σήλιας Τσιούφη. Το σκηνικό σχεδίασε ο 'Έκτορας Καραβάς, σε επιμέλεια σκηνικού χώρου της Λυδίας Λαμπροπούλου. Τα κοστούμια υπογράφει ο Κωνσταντίνος Χαλδαίος, τους φωτισμούς ο Βαγγέλης Μούντριχας, ενώ τη δραματουργία και τα κείμενα η Μαρίνα Ξενάκη.
Περισσότερες πληροφορίες
The great nothing
Ένα υπαρξιακό ταξίδι μέσα στο κενό και τη μοναξιά, όπου το σώμα γίνεται τόπος μνήμης και το φως συναντά τη σκιά είναι η χορευτική παράσταση που αντλεί έμπνευση από το «Κενό του Βοώτη», μία από τις πιο εκτεταμένες κοσμικές απουσίες στο παρατηρήσιμο σύμπαν. Στο «the great nothing», ο φόβος του κενού και της απώλειας γεμίζει ένα σπίτι με φαντάσματα που κατοικούν ταυτόχρονα σε πολλούς κόσμους: τον πραγματικό, τον μνημονικό, τον φανταστικό. Έγκλειστες μορφές αναμένουν απομονωμένες μέσα σε υπαρξιακά κλουβιά, όπου το σώμα γίνεται ο μοναδικός τόπος μνήμης - αιωρούνται ανάμεσα σε ό,τι υπήρξε κάποτε και σε ό,τι δεν συνέβη ποτέ.


