Η Μαρίνα Φασάκη δεν έγινε δασκάλα από μια απλή επαγγελματική επιλογή. Μεγαλωμένη μέσα σε μια γενιά εκπαιδευτικών, από μικρή ένιωθε πως "αυτός ήταν ο δρόμος της". Από τα παιχνίδια μέσα στο παιδικό της δωμάτιο μέχρι την παρουσία της στην πραγματική τάξη, η πορεία της μοιάζει με ένα εσωτερικό κάλεσμα που έμελλε να πραγματοποιήσει.
Σήμερα, μεταφέρει την γνώση της σε μαθητές του δημοτικού της Μυκόνου, αλλά δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό. Χτίζει μια σχέση εμπιστοσύνης, ασφάλειας και αγάπης, τα βοηθά να νιώθουν ότι αξίζουν και παράλληλα αποδεικνύει ότι η εκπαίδευση μπορεί να είναι ζωντανή, ανθρώπινη και διασκεδαστική. Τώρα έγραψε και το πρώτο της βιβλίο με τίτλο "Καθρέφτης", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μια προσπάθεια να πείσει τα παιδιά να "δουν" και να αγαπήσουν τον εαυτό τους.
Κι αν το ξεκίνημά της ήταν μια μορφή εσωτερικής ανάγκης, η παρακαταθήκη της θα είναι να αφήσει ένα αποτύπωμα στα παιδιά που δεν περιορίζεται στη γνώση, αλλά μετριέται σε συναίσθημα.

Τι σημαίνει για σένα ουσιαστική σύνδεση μέσα στην τάξη; Πού τελειώνει η παιδαγωγική και πού ξεκινά η συναισθηματική ευθύνη;
Για μένα, ουσιαστική σύνδεση μέσα στην τάξη σημαίνει ότι το παιδί νιώθει πως το βλέπεις και το ακούς πραγματικά. Ότι δεν είναι απλώς ένας μαθητής μέσα σε μια τάξη, αλλά ένας άνθρωπος με σκέψεις, συναισθήματα και ανάγκες. Σκοπός μας είναι να τα κάνουμε να νιώθουν ασφάλεια πριν από οτιδήποτε άλλο. Αν δεν υπάρξει πρώτα αυτή η σύνδεση, δύσκολα μπορεί να υπάρξει και ουσιαστική σχέση. Και χωρίς σχέση, τελικά δεν έρχεται ούτε η μάθηση. Τα παιδιά μαθαίνουν πιο εύκολα από έναν άνθρωπο που νιώθουν κοντά τους, που εμπιστεύονται και αγαπούν.
Όσο για το πού τελειώνει η παιδαγωγική και πού ξεκινά η συναισθηματική ευθύνη, για μένα αυτά τα δύο δεν διαχωρίζονται τόσο καθαρά. Η παιδαγωγική δεν είναι μόνο γνώση και μέθοδοι, είναι και φροντίδα. Είναι το πώς θα σταθείς απέναντι στο παιδί, πώς θα το κάνεις να νιώσει ασφάλεια και πώς θα το βοηθήσεις να πιστέψει στον εαυτό του. Οπότε, θα έλεγα πως η συναισθηματική ευθύνη δεν έρχεται "μετά” αλλά είναι ήδη μέσα στον τρόπο που επιλέγεις να στέκεσαι μέσα στην τάξη καθημερινά.
Πόσο δύσκολη είναι στην πράξη η μέθοδος σου; Αποσπά την προσοχή των παιδιών η όμορφα διακοσμημένη τάξη;
Στην πράξη, καμία μέθοδος δεν είναι εύκολη ή "έτοιμη” για να λειτουργήσει παντού. Η τάξη είναι ένας ζωντανός οργανισμός και αλλάζει συνεχώς, οπότε κι εγώ προσαρμόζομαι κάθε μέρα. Υπάρχουν στιγμές που δοκιμάζω κάτι και βλέπω ότι δεν λειτουργεί όπως το είχα φανταστεί και αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό. Τότε το επαναπροσδιορίζω, το αλλάζω ή δοκιμάζω κάτι διαφορετικό, πάντα με βάση τις ανάγκες των παιδιών.
Σε σχέση με τον χώρο, δεν πιστεύω ότι τα παιδιά αποσπώνται από μια όμορφα διακοσμημένη τάξη. Αντίθετα, θεωρώ ότι αποσπώνται όταν δεν υπάρχει σαφές πλαίσιο και ρυθμός. Όταν υπάρχει δομή και συνέπεια, τα παιδιά μαθαίνουν να λειτουργούν μέσα σε αυτό. Μια φροντισμένη τάξη, για μένα, δεν είναι απλώς "στολισμός”. Είναι ένας χώρος που δίνει στα παιδιά αίσθηση ασφάλειας και οικειότητας. Τα βοηθά να νιώσουν ότι αυτός ο χώρος τους ανήκει, ότι είναι κάτι σαν το δικό τους μικρό "σπίτι”. Και όταν τα παιδιά νιώθουν έτσι, τον σέβονται και τον φροντίζουν κι εκείνα με τον δικό τους τρόπο.
Στο τέλος της ημέρας όμως, δεν είναι η μέθοδος ή ο χώρος από μόνοι τους που κάνουν τη διαφορά, αλλά το πώς συνδυάζονται με το πλαίσιο, τη συνέπεια και τη σχέση που έχεις χτίσει με τα παιδιά.
Η εικόνα της "τέλειας τάξης" επηρεάζεται από τα βίντεο και τη δημοσίευση στα social media; Πόσο εξοικειωμένα είναι με την τεχνολογία και πώς την αντιμετωπίζουν;
Η "τέλεια τάξη" για μένα δεν υπάρχει ούτε νομίζω ότι θα υπάρξει ποτέ. Κάθε τάξη είναι διαφορετική, κάθε μέρα είναι διαφορετική και τα παιδιά κάνουν κάθε φορά το καλύτερο που μπορούν. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό.
Σε σχέση με τα social media, θεωρώ ότι μπορούν να επηρεάσουν την εικόνα που έχουμε για την τάξη, πολλές φορές προς κάτι πιο "ιδανικό” ή φιλτραρισμένο. Γι’ αυτό και για μένα ήταν πολύ σημαντικό να είμαι ειλικρινής με τα παιδιά μου. Ειδικά επειδή είναι σε μια ηλικία που έχουν ήδη επαφή με την τεχνολογία μέσα από το περιβάλλον τους ήξερα ότι θα δουν και το δικό μου περιεχόμενο. Έτσι, είχαμε κάνει πολλές συζητήσεις μέσα στην τάξη για τον λόγο που επιλέγω να μοιράζομαι στιγμές από τη δουλειά μου. Τους εξήγησα ότι ο σκοπός μου δεν είναι κάτι επιφανειακό, αλλά κάτι πιο ουσιαστικό: αν μπορώ να επηρεάσω θετικά έστω και λίγους ανθρώπους, όπως έχω επηρεαστεί κι εγώ από άλλους εκπαιδευτικούς.
Πιστεύω ότι τα social media, όταν χρησιμοποιούνται σωστά, μπορούν να έχουν και μια πολύ όμορφη πλευρά: να εμπνέουν, να ενώνουν και να δίνουν ιδέες. Και τα παιδιά το καταλαβαίνουν αυτό. Καταλαβαίνουν πότε κάτι είναι αληθινό και πότε γίνεται με ουσία. Γι’ αυτό και θεωρώ πολύ σημαντικό να μιλάμε ανοιχτά μαζί τους, να τους εξηγούμε το "γιατί” πίσω από ό,τι κάνουμε. Όταν το κάνεις αυτό, ανταποκρίνονται με έναν τρόπο πολύ ώριμο και ουσιαστικό.
Πόσο σημαντικό είναι να διαπαιδαγωγήσουμε τα παιδιά ως προς τη σωστή χρήση των social media; Θα έπρεπε να είναι μάθημα στα σχολεία;
ΝΑΙ, θεωρώ ότι πλέον είναι απαραίτητο να διαπαιδαγωγήσουμε τα παιδιά στη σωστή χρήση των social media και ναι, θα έπρεπε να αποτελεί κομμάτι της εκπαίδευσης. Τα social media έχουν μπει στη ζωή των παιδιών από πολύ μικρή ηλικία και ανοίγουν ένα παράθυρο προς έναν κόσμο που πολλές φορές είναι δύσκολο να διαχειριστεί ακόμα και ένας ενήλικας. Πόσο μάλλον ένα παιδί, του οποίου ο εγκέφαλος και η κρίση βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη.
Σίγουρα υπάρχει και μια θετική πλευρά: μπορούν να εμπνεύσουν, να προσφέρουν ιδέες, να φέρουν τους ανθρώπους πιο κοντά. Όμως πιστεύω ότι αυτή η πλευρά είναι κάτι που τα παιδιά μπορούν να αξιοποιήσουν σε μεγαλύτερη ηλικία, όταν θα έχουν την ωριμότητα να φιλτράρουν όσα βλέπουν.
Στην ηλικία του δημοτικού ή του γυμνασίου, θεωρώ ότι τα παιδιά χρειάζονται κυρίως να ζήσουν την παιδικότητά τους πιο απλά: μέσα από το παιχνίδι, τη φαντασία, την επαφή με τους άλλους. Να έχουν τον χώρο να μεγαλώσουν χωρίς αυτή τη συνεχή έκθεση και την υπερπληροφόρηση. Ίσως γι’ αυτό και πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται πόσο όμορφη ήταν η δική μας παιδική ηλικία… πιο απλή, πιο αυθόρμητη, στον μικρό κύκλο μας, στις γειτονιές μας. Νομίζω, λοιπόν, ότι αυτό είναι κάτι που αξίζει, όσο γίνεται, να το προστατεύσουμε και για τα παιδιά σήμερα.
Μέσα από ιστορίες όπως αυτή με την κυρία Ειρήνη ή η αλληλογραφία με το σχολείο του Πειραιά, φαίνεται ότι η τάξη σου λειτουργεί σαν κοινότητα. Πόσο δύσκολο είναι να χτίσεις κάτι τέτοιο από το μηδέν;
Ειλικρινά, αυτές οι εμπειρίες ήταν από τις πιο όμορφες στιγμές που έχω ζήσει μέσα στην τάξη μου. Τόσο για εμένα, όσο και για τα παιδιά. Δεν θεωρώ ότι είναι δύσκολο να χτίσεις μια τέτοια κοινότητα από το μηδέν. Περισσότερο πιστεύω ότι χρειάζεται να το θέλεις πραγματικά. Να έχεις μέσα σου την πρόθεση να δημιουργήσεις μια ουσιαστική σχέση με τους μαθητές σου και να τους δώσεις χώρο να συνδεθούν όχι μόνο μαζί σου, αλλά και μεταξύ τους. Όταν υπάρχει αυτή η διάθεση, πολλά πράγματα έρχονται πολύ φυσικά. Δεν είναι κάτι που "επιβάλλεται”, αλλά κάτι που χτίζεται σιγά σιγά μέσα από μικρές, αυθεντικές στιγμές.
Η αλληλογραφία με το σχολείο του Πειραιά και η δράση με την κυρία Ειρήνη ήταν δύο τέτοιες στιγμές. Τα παιδιά το έζησαν με ενθουσιασμό, περίμεναν με χαρά κάθε γράμμα, συμμετείχαν με την καρδιά τους. Και μέσα από όλο αυτό, τα είδα πραγματικά να αλλάζουν, να ωριμάζουν συναισθηματικά, να γίνονται πιο ανοιχτά, πιο ευαίσθητα, πιο συνδεδεμένα. Νομίζω τελικά ότι όταν η τάξη λειτουργεί σαν κοινότητα, η μάθηση αποκτά άλλο νόημα. Δεν είναι μόνο γνώση.
Πιστεύεις το ελληνικό σχολείο αφήνει χώρο σε έναν δάσκαλο να είναι δημιουργικός ή τον περιορίζει;
Πιστεύω ότι υπάρχει χώρος για δημιουργικότητα στο ελληνικό σχολείο, αλλά στην πράξη είναι αρκετά περιορισμένος. Η ύλη είναι μεγάλη και οι απαιτήσεις πολλές, οπότε πολλές φορές νιώθεις ότι δεν έχεις τον χρόνο που θα ήθελες για να κάνεις πράγματα λίγο πιο δημιουργικά ή διαφορετικά. Οπότε, αν θέλεις πραγματικά να το κάνεις, πρέπει κάπως να "κλέψεις” χρόνο… να βρεις μικρά ανοίγματα μέσα στην καθημερινότητα, να αφήσεις κάτι για μετά και να το αναπληρώσεις άλλη στιγμή. Δεν είναι πάντα εύκολο, αλλά όταν το θέλεις, προσπαθείς να δημιουργήσεις χώρο μέσα σε όλα αυτά.
Εάν γυρίσεις πίσω στο παιδί που ήσουν, πιστεύεις ότι υπάρχει κάτι που σου έλειψε και θες να το δώσεις στα παιδιά σήμερα;
Νομίζω πως αυτό που μου έλειπε περισσότερο ήταν να νιώθω μια πιο βαθιά σύνδεση με τον δάσκαλό μου. Να νιώθω ότι με περιμένει κάθε μέρα στο σχολείο με μια ανοιχτή αγκαλιά, με μια ζεστασιά. Ίσως γι’ αυτό κι εγώ σήμερα προσπαθώ να γίνω η δασκάλα που θα ήθελα να έχω τότε. Να δημιουργώ ένα περιβάλλον όπου τα παιδιά νιώθουν ασφάλεια, αγάπη και αποδοχή. Αυτό είναι για μένα η βάση. Ό,τι κάνω μέσα στην τάξη ξεκινά από εκεί: από το πώς θα νιώσει το παιδί. Κάπως έτσι κινούμαι πάντα, με γνώμονα αυτό που θα είχα ανάγκη κι εγώ ως μαθήτρια.
Πώς προέκυψε η συγγραφή του βιβλίου;
Το βιβλίο αυτό γεννήθηκε ουσιαστικά μέσα στη σχολική αίθουσα. Ήταν μια πολύ έντονη ανάγκη που είχα να βρω έναν τρόπο να μιλήσω στα παιδιά (ειδικά στα μικρότερα) για κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό: το πώς βλέπουμε και μιλάμε στον εαυτό μας. Προσπαθούσα να τους "διδάξω" τις δυο αγαπημένες μου θεωρίες: των θετικών δηλώσεων και του σκεπτικού ανάπτυξης. Ζούμε σε ένα περιβάλλον όπου, πολλές φορές χωρίς να το καταλαβαίνουμε, τα παιδιά μαθαίνουν να εστιάζουν σε ό,τι δεν κάνουν καλά, να κρίνουν τον εαυτό τους αυστηρά.
Ενώ για μένα είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουν από νωρίς ότι τα λάθη δεν είναι κάτι αρνητικό αλλά είναι κομμάτι της διαδικασίας, είναι ευκαιρίες για μάθηση. Τα πρώτα χρόνια της ζωής τους είναι καθοριστικά, γιατί τότε χτίζονται οι βασικές τους πεποιθήσεις. Δεν ήθελα, λοιπόν, τα παιδιά να μεγαλώσουν πιστεύοντας ότι "δεν είναι αρκετά”.
Έτσι, πολύ φυσικά, προέκυψε η ιδέα του "Καθρέφτη”. Ήθελα να δημιουργήσω ένα εργαλείο απλό και ουσιαστικό, που να βοηθά τα παιδιά να μάθουν να μιλούν όμορφα στον εαυτό τους, να τον αποδέχονται και να τον αγαπούν. Πιστεύω βαθιά, ότι η ιστορία ενός βιβλίου είναι ο πιο δυνατός τρόπος για να περάσει αυτό το μήνυμα.
Γιατί μέσα από μια ιστορία, τα παιδιά δεν νιώθουν ότι τους "διδάσκεις” κάτι αλλά ότι το ανακαλύπτουν μόνα τους. Αυτό το βλέπω και στην πράξη: μόλις τελειώσουμε το βιβλίο, θέλουν αμέσως να πάνε στον καθρέφτη και να πουν κάτι θετικό στον εαυτό τους. Ίσως αυτό είναι το πιο όμορφο κομμάτι όλης αυτής της διαδρομής. Ότι ξεκίνησε από μια ανάγκη που είχα εγώ μέσα στην τάξη μου και τελικά έγινε κάτι που μπορεί να αγγίξει κι άλλα παιδιά.
Το βιβλίο λειτουργεί ως ένας καθρέφτης θετικών δηλώσεων για τα παιδιά. Εσύ τι είδες για τον εαυτό σου γράφοντάς το;
Η αλήθεια είναι ότι αυτό το βιβλίο ίσως το έχουμε περισσότερο ανάγκη εμείς οι ενήλικες, παρά τα παιδιά. Γράφοντάς το, έπιανα πολλές φορές τον εαυτό μου να θυμάται πράγματα που, μεγαλώνοντας, κάπως ξεχνάμε. Ξεχνάμε να μιλάμε όμορφα στον εαυτό μας, να τον βλέπουμε με σεβασμό και αγάπη. Ίσως γιατί δεν μάθαμε από μικροί να το κάνουμε.
Οπότε, όσο έγραφα το βιβλίο, ήταν σαν να υπενθυμίζω διαρκώς και στον ίδιο μου τον εαυτό όλα αυτά που ήθελα να περάσω και στα παιδιά. Και αυτό έγινε μια πολύ όμορφη αφορμή για να ξεκινήσω κι εγώ μια πιο ουσιαστική αλλαγή στο πώς βλέπω τον εαυτό μου.
Τελικά, μιλάμε στα παιδιά για θετικές δηλώσεις, αλλά νομίζω πως οι ενήλικες (και ειδικά οι δάσκαλοι) τις έχουμε εξίσου ανάγκη. Να μας θυμίζουν ότι είμαστε αρκετοί, ότι κάνουμε καλά αυτό που κάνουμε και ότι ο ρόλος μας είναι σημαντικός. Ίσως λοιπόν, πριν το δώσουμε στα παιδιά, είναι κάτι που αξίζει να το δώσουμε πρώτα στον εαυτό μας.
Αν έπρεπε να διαλέξεις ανάμεσα στο να μάθεις ένα παιδί να γράφει και να μιλά σωστά ή να αγαπά τον εαυτό του, τι θα επέλεγες; Τι θεωρείς πιο σημαντικό;
Αν έπρεπε να διαλέξω, θα έλεγα ότι το πιο σημαντικό είναι ένα παιδί να μάθει να αγαπά και να σέβεται τον εαυτό του. Αν αυτό δεν υπάρχει, ακόμα κι αν κατακτήσει τη γνώση, θα συνεχίσει να αμφισβητεί τον εαυτό του, να τον κρίνει αυστηρά και να νιώθει ότι ποτέ δεν είναι αρκετός. Αντίθετα, όταν ένα παιδί έχει μια υγιή σχέση με τον εαυτό του, τότε μπορεί να εξελιχθεί ουσιαστικά και στο γνωστικό κομμάτι. Έχει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, επιμένει, δεν φοβάται τα λάθη. Οπότε για μένα, η βάση είναι αυτή. Πάνω σε αυτή τη βάση μπορεί να χτιστεί και η μάθηση με έναν πιο ουσιαστικό και σταθερό τρόπο.

