Πάτροκλος Σκαφίδας©
Ο Γιάννης Νταλιάνης διασκευάζει για τη σκηνή (και σκηνοθετεί) τη νουβέλα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, προχωρώντας σε μια ωραία και σκηνικά λειτουργική επιλογή: η μονολογική αφήγηση του άνδρα πάνω από το νεκρό σώμα της γυναίκας του –που μόλις έχει αυτοκτονήσει– μετατρέπεται εδώ σε έργο για τέσσερα πρόσωπα. Η σημαντικότερη παρέμβαση είναι ότι δίνεται φωνή στη βουβή γυναικεία παρουσία του πρωτοτύπου, επιτρέποντας στη δική της οπτική να αποκτήσει δραματικό εκτόπισμα.
Στην ιστορία παρακολουθούμε τη γνωριμία ενός ενεχυροδανειστή –τσιγκούνη, υποχόνδριου, αποκομμένου από το συναίσθημα– με μια νεαρή, άνεργη γυναίκα, που επισκέπτεται συχνά το κατάστημά του. Εκείνη καταφεύγει στον ενεχυροδανεισμό για να εξασφαλίσει τα χρήματα, ώστε να δημοσιεύει αγγελίες εύρεσης εργασίας στις τοπικές εφημερίδες. Καθώς ζει μαζί με δύο σκληρές, άκαρδες θείες, ο γάμος προβάλλει ως η μοναδική οδός διαφυγής - τον οποίο ο ενεχυροδανειστής σπεύδει να προτείνει, μόλις αντιλαμβάνεται την ευάλωτη θέση της. μια πρόταση που δείχνει να εκκινεί περισσότερο από εγωιστική ή και ιδιοκτησιακή διάθεση παρά από συναίσθημα.

Μέσα από τη ζωντανή αυτή διασκευή, που μετατρέπει την αφήγηση σε σκηνική δράση, παρακολουθούμε δύο αντίθετους χαρακτήρες, των οποίων οι ζωές τέμνονται. Η παρουσία της γυναίκας δεν καταφέρνει να μεταμορφώσει τον άνδρα· αντίθετα, αυτός σταδιακά διολισθαίνει σε ακόμη σκοτεινότερες εκφάνσεις: γίνεται ζηλιάρης, καχύποπτος, ελεγκτικός.
Η ίδια, από την άλλη, εμφανίζεται ζωηρή, ανθεκτική, με διάθεση για ζωή και, μέσα στο πλαίσιο της σχετικής ασφάλειας που της προσφέρει ο γάμος, αρχίζει να διαμορφώνει μια πιο δυναμική και συνειδητή στάση απέναντι στον εαυτό της, το μέλλον της, το σύζυγό της. Ωστόσο, η συμπεριφορά του συζύγου της την οδηγεί σταδιακά στην απομόνωση, τη σιωπή και την εσωτερική παραίτηση — μέχρι την τελική, τραγική αυτοχειρία.

Ενδιαφέρουσα είναι και η ενσωμάτωση δύο επιπλέον προσώπων, που λειτουργούν ενισχυτικά στη δραματουργία, της υπηρέτριας Λουκέριας και του ερωτικού "αντίζηλου" Εφήμοβιτς, ενώ οι ετεροχρονισμοί και οι συγχρονισμοί φέρνουν το κείμενο σε γόνιμο διάλογο με το σήμερα. Τα σύγχρονα τραγούδια, οι διακειμενικές αναφορές και η ανάδειξη ζητημάτων όπως η έμφυλη βία και οι ταξικές ανισότητες προσδίδουν πολιτικό βάθος στη διασκευή. ΄Έτσι, το κείμενο της παράστασης συνομιλεί όχι μόνο με την εποχή του Ντοστογιέφσκι και της τσαρικής Ρωσίας, αλλά και με μεταγενέστερες περιόδους, φωτίζοντας τη διαχρονικότητα των θεμάτων του.

Πάνω σε αυτή τη διασκευή, ο Γιάννης Νταλιάνης παραδίδει μία αντίστοιχης αξίας παράσταση, που αναπτύσσεται ωραία στον απαιτητικό χώρο του Θησείον. Ο Χάρης Χαραλάμπους Καζέπης αποδίδει με ακρίβεια τον συναισθηματικά ανεπαρκή άνδρα, που αυτή την ύστατη ώρα βρίσκεται ενώπιον κάποιου αθέατου ανακριτή - ή ίσως της συνείδησής του. Η ερμηνεία του αναδεικνύει τόσο τη σχηματικότητα του ήρωα, χωρίς όμως να διολισθαίνει στην καρικατούρα, όσο και τους λόγους που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα του. Πιο εξωστρεφής εμφανίζεται η Ιώβη Φραγκάτου στον ρόλο της ΄Ήμερης, με μια ερμηνεία με κάπως έντονες και συχνές εξάρσεις αλλά και ωραίες, εσωτερικότερες στιγμές. Πολύ καλές ερμηνείες πραγματοποιούν η Δήμητρα Σταύρου και ο Γιώργος Κορομπίλης, ενώ το σκηνικό της Νατάσας Τσιντικίδη φέρνει εύστοχα στη σκηνή ως κυρίαρχο αντικείμενο την προθήκη ενός ενεχυροδανειστηρίου.
--Περισσότερες πληροφορίες
Ήμερη – Η ανατομία μιας πτώσης
Μία από τις πιο δυνατές και σκοτεινές νουβέλες του Ντοστογιέφσκι, μεταφέρεται στη σκηνή σε μια σύγχρονη, εσωτερική ανάγνωση πάνω στην έννοια της πτώσης — σωματικής, ηθικής και υπαρξιακής, εμπνευσμένη από το έργο, τη ζωή και τη φιλοσοφία του κορυφαίου Ρώσου συγγραφέα. Ο Ντοστογιέφσκι τοποθετεί στο κέντρο της αφήγησης έναν άνδρα-αφηγητή, που μονολογεί πάνω από το άψυχο σώμα της γυναίκας του. Ο Γ. Νταλιάνης προχωρά ένα βήμα παραπέρα: δίνει φωνή και στη γυναίκα, που στο πρωτότυπο παραμένει σιωπηλή. Σύμφωνα με την υπόθεση, ένας άντρας, θύμα μιας ανυπόστατης συκοφαντίας, αποτραβιέται από την κοινωνία και ανοίγει ένα ενεχυροδανειστήριο. Εκεί, μέσα στην ψυχρή του μοναξιά, γνωρίζει μια νεαρή ορφανή κοπέλα – ένα πλάσμα αθώο και ανεξάρτητο, που παλεύει να επιβιώσει. Της προτείνει να παντρευτούν, εκείνη δέχεται, αλλά ο γάμος τους μετατρέπεται σε έναν λαβύρινθο φόβου και αμοιβαίας αδυναμίας. Η σιωπή της γίνεται καθρέφτης της δικής του ενοχής.