
Πόσα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την πρώτη συνθετική σημείωση που σχεδίασες στο πεντάγραμμο;
Το πρώτο ολοκληρωμένο μου θέμα το έγραψα σε ηλικία 10 ετών, σε διαλείμματα από την μελέτη του κλασικού πιάνου. Προτιμούσα να αποσύρομαι από εκτελεστής και να μπερδεύω τις νότες μου με τις ώρες, μέχρι να συνδεθώ με το αποτέλεσμα με έναν αδιόρατο αλλά και άρρηκτο δεσμό. Έκτοτε συνέχισα να γράφω, και όσο έγραφα μεγάλωνα, μέχρι που το 2010 έγραψα την πρώτη μου μουσική στο Εθνικό Θέατρο στην παράσταση «Ο Ορφέας στον Άδη» σε σκηνοθεσία Barbara Weber από καθαρή τύχη μάλλον.
Πιστεύεις ότι οι Έλληνες επιλέγουν τι θέλουν να ακούσουν ή απλά ακούν;
Οι Έλληνες είναι αρκετά ισχυρογνώμονες ώστε να νομίζουν ότι επιλέγουν πάντα τι ακούν, και αρκετά ανασφαλείς ώστε μιμητικά να επιλέξουν ότι ακούει ο διπλανός. Φέρουμε μια τεράστια και πανίσχυρη μουσική παράδοση - η οποία είναι τόσο κατ’ ουσίαν υποτιμημένη όσο και παράλογα εθνικά θεοποιημένη – αλλά επιλέγουμε να υποστηρίξουμε μια κακοχωνεμένη εγχώρια μουσική βιομηχανία και ταυτόχρονα να είμαστε πολίτες του κόσμου. Νομίζω ότι το χάος που ζει ο Νεοέλληνας κορυφώνεται στη μουσική που τον ακολουθεί.

Ταυτίζεσαι περισσότερο με ένα αγγλικό ποπ κομμάτι, ένα κλασικό παρά με ένα σύγχρονο ελληνικό; Κάποιοι σχολιάζουν πως στη χώρα μας βασιλεύει η «εντεχνίλα».
Ταυτίζομαι με ένα αυθεντικό κομμάτι, από οποιοδήποτε ύφος και είδος. Η μουσική θέλω να πιστεύω ότι είναι ενιαία όπως κάθε μορφή τέχνης και η κατηγοριοποίηση δεν μπορεί να μειώσει η να προκρίνει κάποιο είδος έναντι κάποιου άλλου. Ωστόσο εκτιμώ κάτι, όταν διακρίνω σε αυτό αγνά κίνητρα, σκέψη και αισθητική. Η Ελλάδα πνίγεται στην απερίσκεπτη και κερδοσκοπική μουσική, την οποία την υπηρέτησαν χρόνια πάμπολλοι φορείς τόσο του εμπορικού βέβαια τραγουδιού, αλλά και του έντεχνου. Ειδικότερα αφού αναφέρατε ποια ήταν η νόσος του έντεχνου τραγουδιού, θα σας πω την αυθαίρετη εκτίμηση μου. Η «αποκατίλα» και η παλαιοκομματική εμμονή μερικών από τη μία, και το φλερτ των κορυφών του είδους με την εικόνα και το περιτύλιγμα της από την άλλη.
Τα τραγούδια πρέπει να μας κινούν ή να μας συγκινούν;
Τα τραγούδια είναι η πιο άμεση, σύντομη και επιδραστική μουσική φόρμα που έχει βρεθεί στην ιστορία και για αυτό είναι αντίστοιχα της αναπνοής του ανθρώπου. Όπως βιολογικά εισπνέουμε και εκπνέουμε οξυγόνο, οργανικά εισπνέουμε ζωή και εκπνέουμε τραγούδια. Στο δίλημμα που μου θέτετε, θα έλεγα πως πρέπει να μας συγκινούν και η συγκίνηση να είναι ικανή ώστε να μας κινήσει. Όχι να μας κινούν και η συγκίνηση να έπεται.

Τι αγάπησες στην ιστορία «Πιστεύω στους μονόκερους» του Μάικλ Μορπούγκο και αποφάσισες να συνθέσεις τη μουσική;
Κάθε φορά ψάχνω μια μικρή στιγμή με την οποία θα ταυτιστώ και θα μπορέσω να συνδεθώ με το πρωτογενές υλικό. Στην ιστορία αυτή, ο κεντρικός ήρωας, ο Θωμάς που δυσκολεύεται στην κοινωνικοποίηση του, από τη στιγμή που έρχεται σε επαφή με τα βιβλία, τις ιστορίες και τους μαγικούς κόσμους που αυτοί του ξυπνάνε, ανθίζει και ανδρώνεται, ώστε όταν τον επισκέπτεται η δύσκολη πραγματικότητα του πολέμου είναι πια έτοιμος να πάει παρακάτω. Έτσι έδρασε και στη δική μου ζωή η μουσική. Με έκανε να σταθώ στα πόδια μου ενώ ένιωθα αδύναμος και τρωτός. Πριν το φινάλε της παράστασης, οι δύο κεντρικοί ήρωες τραγουδούν ένα ντουέτο που λέγεται «Μπροστά το Μετά», και αυτό είναι ένα μότο που προσπαθώ να ενστερνιστώ όλο και περισσότερο στη δική μου ζωή.
Ποιο αντίκτυπο θα έχει στα παιδιά η παράσταση που ετοιμάζει η Σοφία Βγενοπούλου στη σκηνή του Εθνικού;
Η Σοφία Βγενοπούλου είναι μια παθιασμένη γυναίκα, αεικίνητη, μαμά όλων των παιδιών που παίζουν στην παράσταση αλλά και εκείνων που θα τη δουν διαδικτυακά ή δια ζώσης. Ξέρει πολύ καλά τι χρειάζονται τα παιδιά σε αυτή την εξαιρετικά δύσκολη εποχή που υπομένουμε, και κυρίως ξέρει το μέσο για να το μεταφέρει. Την αγάπη. Το έργο φέρνει όλη την χαρά της ζωής που είναι τα παιδιά να προσκρούει πάνω στην απόλυτη απώλεια της που είναι ο πόλεμος και οι θάνατοι. Εύκολα μπορεί κάποιος να δει την αναλογία σήμερα στα παιδιά που ζουν μέσα στα σπίτια τους χωρίς τη χαρά που τους χρωστάει η ηλικία τους, με τους συγγενείς του να είναι εν δυνάμει θύματα της πανδημίας. Άρα πιστεύω βαθιά ότι το έργο θα είναι θεραπευτικό για όλα τα τραύματα που κουβαλάμε όλοι τώρα και πόσο μάλλον τα παιδιά.
Τα παιδιά σήμερα μεγαλώνουν με χιτάκια. Ποιος είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να τα μυήσει ο γονιός στον ευρύτερο κόσμος της μουσικής και να τα μάθει να ακούνε;
Προγράμματα υπάρχουν πια ευτυχώς σε όλους τους μεγάλους φορείς και ιδρύματα στην Ελλάδα. Και μάλιστα παρά πολύ αξιόλογα. Το Εθνικό Θέατρο με την εκπαιδευτική του δραστηριότητα είναι πολύ κοντά στα παιδιά και πολύ κοντά στη μουσική επίσης. Παρόλ’ αυτά ο καλύτερος τρόπος είναι η μουσική να υπάρχει μέσα στο σπίτι ως ένας παράγοντας καθημερινής γοητείας και επικοινωνίας της οικογένειας, ώστε οργανικά να αναπτυχθεί στο παιδί το αισθητήριο που θα κάνει τα χιτάκια να του φαίνονται απωθητικά έτσι κι αλλιώς.

Έχεις υπογράψει συνθέσεις για πολλές θεατρικές παραστάσεις. Υπάρχει κάποιος ήρωας έργου, κάποιο τραγούδι, κάποιο περιστατικό για το οποίο είπες «να, αυτός είμαι εγώ»; Κι αν όχι, ποιος είναι ο αγαπημένος ήρωας που συναντήσατε στην θεατρική σας πορεία;
Νομίζω ότι είμαι ο ήρωας που ενσάρκωνα στο «Δεκαήμερο του Βοκάκιου», ο παπάς που εξομολογεί την πιστή, μεταμορφώνεται σε Αρχάγγελο Γαβριήλ για να κάνει έρωτα μαζί της και μετά την ερωτεύεται αληθινά. Απατεώνας, λάγνος, αφελής, εμπαθής και μελό.
Ο Νίκος Καραθάνος είναι σταθερός συνεργάτης σου. Τι έμαθες κοντά του;
Έμαθα να αγαπώ τα λάθη μου και τις ατέλειες μου, το τρυφερό μου βάθος και όχι το κακομαθημένο μου εγώ (όπως του αρέσει να λέει), να σκέφτομαι αναπάντεχα και όχι γραμμικά, να ζω μέσα στην ομαδικότητα παρότι μονήρης και μισάνθρωπος, να στέκομαι λίγο πιο πίσω από τα πράγματα και να δαμάζω το τέρας της ματαιοδοξίας μου. Με τους «Όρνιθες» σε παραγωγή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση κάνετε μια μεγάλη περιοδεία στο εξωτερικό. Ποια παραστασιακή εμπειρία ήταν η πιο ισχυρή; Ζήσαμε ένα παραμύθι με την περιοδεία αυτή. Ταξιδέψαμε στην Αμερική χωρίς να είμαστε τουρίστες και είχαμε χρόνο να εκτιμήσουμε τις ισορροπίες ενός κόσμου άγνωστου. Δε θα ξεχάσω ποτέ στη Νέα Υόρκη τι στιγμή που στην παράβαση οι Αμερικάνοι θεατές άκουσαν την παραίνεση «όποιος ανήκει σε μας να κατέβει τώρα κάτω» και ξαφνικά είδαμε ένα ολόκληρο θέατρο να κατεβαίνει από τις κερκίδες και να έρχεται παρέα μας στη σκηνή (πράγμα που δε συνέβη ποτέ στη Ελλάδα). Αλλά και στο Σαντιάγκο της Χιλής που έβραζε από την λαϊκή απαίτηση για συνταγματική αναθεώρηση με την κρατική βία στο αποκορύφωμα της, την πρεμιέρα κατά την οποία όταν ειπώθηκε η φράση «Σήμερα ο Νόμος ξαναγράφεται» ξέσπασε ένα απεγνωσμένο χειροκρότημα και βούρκωσαν τα μάτια των θεατών.

Ποια παράσταση σε έχει στιγματίσει;
Χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, «Η Νύχτα της Κουκουβάγιας» του Διαλεγμένου σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή γιατί ήταν η αιτία να πω ότι θα ασχοληθώ με το θέατρο και να το αγαπήσω. Η ακραία κατάσταση που ζούμε μπορεί να σας κάνει πιο δημιουργικό ή βάζει φρένο στην έμπνευση; Κατά της διάρκεια της προηγούμενης καραντίνας της άνοιξης που δεν είχα κανένα κίνητρο και με όλες τις δουλείες ακυρωμένες είχε μπει χειρόφρενο, όχι απλά φρένο στην έμπνευση μου. Από τη στιγμή που το φθινόπωρο ξαναρχίσαμε να δουλεύουμε, με έχει πιάσει εμμονή να απασχολούμαι διαρκώς και να αντιστέκομαι σε αυτόν τον κατακλυσμό φόβου, ματαίωσης και απαγοήτευσης. Δεν πιστεύω ωστόσο έτσι κι αλλιώς στην έμπνευση όσο στο κίνητρο για δουλειά.
Που θα σε δούμε να παίζεις και σε ποιες παραστάσεις θα ακούσουμε τις μουσικές σου όταν τελειώσει η περιπέτεια της καραντίνας;
Έχουμε γεμίσει από εκκρεμότητες και δεν ξέρω ειλικρινά να σας δώσω βεβαιότητες. Αλλά ακολουθεί μετά το «Πιστεύω στους Μονόκερους», που θα κάνει διαδικτυακή πρεμιέρα 13/12, ο «Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου» επίσης στο Εθνικό σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου, η καινούρια δουλειά του Νίκου Καραθάνου στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και η όπερα παραγγελία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής «Μέσα Χώρα», που παρότι έτοιμη δεν κατάφερε να ανέβει ποτέ, με πρωταγωνιστές του παππούδες μας και τις γιαγιάδες μας.