Στο ΕΜΣΤ αυτή την περίοδο θα βρεις τρεις εκθέσεις που φέρουν στο επίκεντρο τους τα έργα εμβληματικών καλλιτεχνών που όμως, για κάποιο λόγο, δεν έχουν αναδειχθεί, σύμφωνα με το μουσείο, όσο θα έπρεπε στο ελληνικό πολιτιστικό γίγνεσθαι. Μία από αυτές είναι η Νίκη Καναγκίνη.
Με την έκθεση Ωδή στα πράγματα. Νίκη Καναγκίνη. Αναδρομική., που εγκαινιάστηκε στις 2 Απριλίου και θα διαρκέσει εώς τις 8 Νοεμβρίου το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης παρουσιάζει στον εκθεσιακό χώρο του τρίτου ορόφου, μια σε βάθος γνωριμία με το έργο της καλλιτέχνιδας μέσα από την εμβριθή επιμέλεια της Τίνας Πανδή, με πάνω από 100 έργα — από τη δημιουργική της αφετηρία την δεκαετία του 1950 μέχρι τα τελευταία της χρόνια εν ζωή στις αρχές του 2000. Η έκθεση έχει σχεδιαστεί ως μια συνολική εμπειρία, η οποία απευθύνεται σε "πιθανούς θεατές ή αναγνώστες", σύμφωνα και με τη διατύπωση που η ίδια χρησιμοποιούσε σε ορισμένα από τα Χειρόγραφά της.
H διασπορική εμπειρία αποτελεί καθοριστικό υπόβαθρο στο έργο της Καναγκίνη και γίνεται εμφανή τόσο στη θεματολογία της, όσο και στη χρήση των υλικών και της γραφής. Το εναρκτήριο έργο αυτής της έκθεσης, η μνημειακή επιτοίχια εγκατάσταση Μετακίνηση (2004) σηματοδοτεί ακριβώς αυτο το διασπορικό στοιχείο, μέσα από τις μεγεθυμένες λεπτομέρειες δύο τσεβρέδων (εργόχειρων) με τα χρυσοκέντητα μονογράμματα του παππού και της γιαγιάς της, Χριστόδουλου και Μαριγώς, τα οποία επαναλαμβάνονται στην επιφάνεια του καμβά. Οι μεταβολές των τόπων εγκατάστασης συνδέονται με αλλαγές στα ονόματα, αποτυπώνοντας τις μετατοπίσεις και τη συνέχεια της οικογενειακής της μνήμης.

Ποιά ήταν η Νίκη Καναγκίνη;
Η Νίκη Καναγκίνη γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1933. Η οικογένεια της μητέρας της βίωσε διπλό εκτοπισμό, αρχικά από το Οrtaköy (σημερινό Ιβαΐλοβγκραντ της Βουλγαρίας), προς την Αλεξανδρούπολη κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και της ανταλλαγής πληθυσμών, και στη συνέχεια, το 1939, από την Αλεξανδρούπολη προς την Αθήνα, υπό την απειλή του επικείμενου πολέμου.
Σπούδασε στην École Cantonale de Dessin et d’Art Appliqué στη Λωζάννη (1951–1954) και στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1954–1958). Στη συνέχεια, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Central School of Arts & Design του Λονδίνου (1958–1961). Αφού ολοκληρώσει τις σπουδές της στο Λονδίνο, επιστρέφει το 1962 στη Αθήνα, όπου και εγκαθίσταται μόνιμα· πραγματοποιεί την ίδια χρονιά την πρώτη της ατομική έκθεση στη γκαλερί La Feluca στη Ρώμη ενώ τρία χρόνια αργότερα εκθέτει τα έργα της για πρώτη φορά και στην Αθήνα στην Γκαλερί Μέρλιν.
Η καλλιτέχνις είχε επίσης σπουδαίο ακαδημαϊκό έργο, διδάσκωντας στη σχολή Βακαλό (1963-1967), στο Κέντρο Τεχνολογικών Εφαρμογών (1970-1971) και στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, ως ειδική επιστήμων (1984-1986).

Το καλλιτεχνικό της έργο
Η καλλιτεχνική της έρευνα εστίασε αρχικά στον αφηρημένο εξπρεσσιονισμό, διαμορφώθηκε ιδιαίτερα από τις αρχές του Bauhaus— και σταδιακά βρέθηκε να οδηγείται στην τεχνική της ταπισερί. Ακολούθησαν όμως έργα που ξεπέρασαν με κάθε τρόπο τα όρια και της ζωγραφικής και της ταπισερί, καθώς η Καναγκίνη έφερε στο επίκεντρο της δουλειάς της την εννοιολογική τέχνη και την τεχνολογία· συνδυάζοντας βίντεο, φωτογραφίες και εγκαταστάσεις ανάμεσα σε άλλα στο καλλιτεχνικό αφήγημα της.
Οι θεματικές στις οποίες επικεντρώθηκε η Νίκη Καναγκίνη, πρωτοποριακές για την εποχή της εισήγαγαν ένα εύρος ζητημάτων κοινωνικού και οικολογικού περιεχομένου. Ιδιαίτερο σημείο καμπής στο έργο της αποτέλεσε η γυναικεία μορφή και ταυτότητα — από τις γυμνές της Αφροδίτες εμπνευσμένες από τα παλαιολιθικά ειδώλια, μέχρι τις βιντεοεγκαταστάσεις στην έκθεση με τίτλο "Τριλογία–Άγγελοι Γένους Θηλυκού".

Η Καναγκίνη κατάφερε να θίξει κοινωνικοπολιτικά προβλήματα τα όποια σε κάποιες περιπτώσεις παραμένουν ηχηρά μέχρι σήμερα, χωρίς να επιστρατεύει κάποια συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία. Ενά καλό παράδειγμα αποτελεί το έργο με τίτλο "Νεκρή φύση απ’ τον χώρο εκκολαπτόμενης καταναλωτικής κοινωνίας" —το πρώτο από ένα τριμερές έργο— που σηματοδοτεί τη στροφή της καλλιτέχνιδος προς την κοινωνική κριτική και τις τρισδιάστατες κατασκευές. Μέσα από το έργο η Καναγκίνη ασκεί κριτική στον ανερχόμενο καταναλωτισμό που αρχίζει σταδιακά να πλήττει την νεοελληνική κοινωνία, παρουσιάζοντας αντικείμενα της καθημερινότητας ως φορείς μνήμης και κοινωνικών δομών.

Συμμετοχική τέχνη
Ο θεατής στα έργα της Καναγκίνη αποτελεί "συνοιδοπόρος" στο καλλιτεχνικό εγχείρημα. Με site spefic έργα συχνά σε κοινούς και δημόσιους χώρους, η δημιουργός προσκαλεί τον θεατή να προσπεράσει τα όρια του παθητικού "καταναλωτή" της τέχνης και να συμμετέχει στη δημιουργία του νοήματος των έργων της.
Στην έκθεση Ωδή στα πράγματα. Νίκη Καναγκίνη. Αναδρομική. έχουμε και εμείς την ευκαιρία να βιώσουμε "πρώτο χέρι" αυτά τα έργα, αφού έχουμε περιηγηθεί από τις υπόλοιπες θεματικές ενότητες. Η συμμετοχική εγκατάσταση με τίτλο Και οι τοίχοι έχουν τον λόγο, "Γράψτε το δικό σας σύνθημα" που δημιούργησε το 1978 με αφορμή τη δεκαετή επέτειο της εξέγερσης του Μάη του ’68, λειτουργεί ως το καταληκτικό έργο της έκθεσης.
Το έργο αυτό συντελείται από τρία μέρη: στο πρώτο η Καναγκίνη έχει συγκεντρώσει συνθήματα από τους τοίχους της Σορβόννης κατά την διάρκεια του γαλλικού Μάη, ενώ στα δύο επόμενα μέρη ο επισκέπτης παίρνει τον κύριο λόγο, γράφοντας τα δικά τους συνθήματα.

Τσιμεντένια κολονάκια βαμμένα τριανταφυλλί και θαλασσί, βαμμένο πάτωμα, κισσός σε τενεκέ
Τα χρώματα ως φορέας πολιτιστικής μνήμης
Η Νίκη Καναγκίνη οικειοποιείται τρία χρώματα που πλέον έχουν γίνει και αυτά συνωνόματα με το γενικό της έργο: το τριανταφυλλί, το θαλασσί και το τσαγαλί. Μέσα από αυτά τα χρώματα δημιουργεί ένα "πολτιστικό κολλάζ" του ελληνικού και ευρωπαϊκού οπτικού πολιτισμού, με τα τσιμεντένια κολονάκια ή τις ευτελείς αναπαραγωγές μορφών της δυτικής τέχνης, να χρησιμοποιούνται για να αναδείξουν την πολυπλοκότητα όσο και τις αντιφατικές όψεις των πολιτισμικών ταυτοτήτων· ιδιαίτερα όπως αυτές διαμορφώνονται στο ελληνικό πεδίο τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, με την ανάδυση της μαζικής κουλτούρα και τους κιτς.

Τέχνη, πολυαισθητηριακή
Η Νίκη Καναγκίνη παρότι σπούδασε αρχιτεκτονική — το κομβικό μεταίχμιο ανάμεσα στην πραγματικό της όνειρο της στις σπουδές ενδυματολογίας του θεάτρου και της οδοντριατική που ήταν ο δρόμος που ήθελαν να ακολουθήσει η οικογένεια της— είχε πάντα αγάπη για το ένδυμα και τα υλικά που συντελούν στην δημιουργία του. Το ένδυμα και το ύφασμα λοιπόν παίρνουν τον ρόλο του φορέα πολιτιστικής μνήμης στο έργο της Καναγκίνη, και συμβάλλουν ουσιαστικά σε πολλές αισθητικές και όχι μόνο επιλογές που προκύπτουν στα έργα της.
Από την εντρύφυση της στις πρακτικές της ταπιτσερί αλλά και στη δημιουργία μερικών φορεμάτων που βρίσκονται στον εκθεσιακό χώρο — στο μεταίχμιο και αυτά, δύο άλλων θεματικών ενοτήτων— γίνεται εμφανή η αγάπη της, αλλά και η προσήλωση που έδειξε στην δημιουργία άνευ καλλιτεχνικού περιορισμού.

Μεταλλικά τραπέζια, πηλός, ξύλο, μέταλλα, κλωστές, δέρμα φιδιού
Το ποίημα πίσω από τον τίτλο της έκθεσης
Στα αρχεία της δημιουργού βρέθηκε ενα ποίημα του Πάμπλο Νερούδα, το οποίο είχε αποτελέσει και σημαντική πηγή έμπνευσης για την ίδια, καθώς αντηχούσε την αγάπη της για τα "μικροπράγματα" που συντελούν την καθημερινή ζωή όλων μας. Οι στίχοι "πολλά πράγματα / μου τα είπαν όλα. / Όχι μονάχα μ’ άγγιζαν / ή τ’ άγγιζε το χέρι μου, / αλλά συντρόφεψαν / έτσι την ύπαρξη μου" που κλείνουν το ποίημα αντηχούν ακριβώς την καλλιτεχνική νοοτροπία της Καναγκίνη σχετικά με τις καθημερινές υλικότητες, ιδιαίτερα αυτές που βρίσκουμε στο εσωτερικό ενός σπιτιού.
Στη γενική ενότητα της έκθεσης του ΕΜΣΤ με τίτλο "Εν Οίκω" βρίσκουμε και το ομότιτλο έργο της καλλιτέχνιδος. Η ενότητα αυτή δημιουργείται από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, σε μια περίοδο κοινωνικών μετασχηματισμών και αναθεώρησης έμφυλων ρόλων· η Νίκη Καναγκίνη εστιάζει στη διερεύνηση της γυναικείας ταυτότητας, μετασχηματίζοντας στερεοτυπικές αναπαραστάσεις του φύλου.
Θα ενσωματώσει αντικείμενα του οικιακού περιβάλλοντος που συνήθως φέρουν έμφυλες προδιαγραφές στην κατανομή της οικιακής εργασίας, "απογυμνώνοντας" τα από την χρηστική τους σηματοδότηση και επανερμηνεύοντας τα μέσα από έναν καινούργιο κώδικά συμβολικών αξιών.

Περισσότερες πληροφορίες
Ωδή στα πράγματα. Νίκη Καναγκίνη. Αναδρομική
Η έκθεση επιχειρεί μια συνολική επαναπραγμάτευση και επαναφήγηση του έργου της Νίκης Καναγκίνη, συγκεντρώνοντας ένα ευρύ και πολυδιάστατο σώμα έργων της καλλιτέχνιδας από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 έως και το 2000. Η έκθεση ανοίγεται σε καίρια πεδία της καλλιτεχνικής διαδρομής της, όπως ο επιτελεστικός χαρακτήρας τους, η πολυαισθητηριακή φύση τους και η πολυδιάστατη σύνδεση τους με την έμφυλη, (δια)πολιτισμική και κοινωνική συνθήκη. Παρουσιάζονται επίσης για πρώτη φορά σημαντικά έργα της Νίκης Καναγκίνη από το σύνολο που πρόκειται προσεχώς να δωρίσει η οικογένειά της στο ΕΜΣΤ.


