© Σάκης Γιούμπασης
Έργο που μέχρι πρότινος παιζόταν σπανιότατα σε συναυλίες στην Ελλάδα, το "Τριπλό κοντσέρτο για βιολί, βιολοντσέλο και πιάνο" του Μπετόβεν ακούσθηκε αρκετές φορές μέσα στο 2025, προς δε το τέλος της χρονιάς δις, εντός δύο μόλις εβδομάδων, από εξαιρετικούς σολίστ, στα Μέγαρα Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης!
Η αρχή έγινε στις 22/11/2025 στο πλαίσιο συναυλίας στο Μέγαρο της συμπρωτεύουσας της Ορχήστρας του Φεστιβάλ της Δρέσδης υπό το διάσημο Αμερικανό αρχιμουσικό Κεντ Ναγκάνο. Η εκδήλωση, που εντάχθηκε στους λαμπρούς εορτασμούς για τα 25 χρόνια λειτουργίας του ΜΜΘ, ήταν αφιερωμένη στα 25 χρόνια από το θάνατο του βιολιστή και διευθυντή ορχήστρας Κοσμά Γαλιλαία, μείζονος προσωπικότητας για τη μουσική ζωή όχι μόνο της Θεσσαλονίκης αλλά και της χώρας γενικότερα.
Ανήμερα των γενεθλίων του, ο 74χρονος Ναγκάνο διηύθυνε την προσφάτως (2012) ιδρυθείσα ορχήστρα σ’ένα πρόγραμμα αποκλειστικά με έργα Μπετόβεν, το οποίο άνοιξε με το "Τριπλό κονσέρτο" που ερμήνευσαν 3 καταξιωμένοι σολίστ, ο πολυβραβευμένος 24χρονος Αμερικανός βιολιστής Κέβιν Ζου, ο Γερμανός βιολοντσελίστας Γιαν Φόγκλερ και ο Αυστριακός πιανίστας Τιλ Φέλνερ.
Είναι γνωστό ότι στο συγκεκριμένο -ασυνήθιστα πλούσιου μελωδικού στίγματος- έργο τον ηγετικό ρόλο και την πλέον απαιτητική γραφή έχει το βιολοντσέλο, ενώ εξίσου καθοριστική είναι η ποιότητα του διαλόγου του με το βιολί. Ο ρόλος του πιάνου είναι σχετικά μικρότερος, ίσως γιατί το έργο γράφτηκε για τον μαθητή και προστάτη του συνθέτη αρχιδούκα Ροδόλφο της Αυστρίας, ο οποίος δεν διέθετε την εμπειρία των άλλων δύο κορυφαίων μουσικών της αυλικής ορχήστρας (Ζάιντλερ και Κραφτ) με τους οποίους το πρωτοερμήνευσε.
Εν προκειμένω ο μεγάλος, θερμός ήχος του Φόγκλερ έδεσε εξαιρετικά με τον φωτεινό, πιο λεπτό αλλά ορθοτονικά άψογο ήχο του Ζου αλλά και το μουσικότατο πιάνο του Φέλνερ, οριοθετώντας μιαν από κάθε άποψη εκπληκτική συνομιλία με ποιότητες μουσικής δωματίου. Ιδιαίτερα ευχαρίστησε η καθαρότητα άρθρωσης των επιμέρους "φωνών", ενώ οι ωραίοι τονισμοί του Φέλνερ συνέβαλαν στην ανάδειξη της χορευτικής διάθεσης του καταληκτικό ροντό με ρυθμό Πολωνέζας, με το οποίο ολοκληρώθηκε εντυπωσιακά το έργο. Η υφολογικά ανεπίληπτη διεύθυνση του Ναγκάνο άντλησε από το μικρομεσαίο ορχηστρικό κλιμάκιο μια συνοδεία ακριβή, με αξιοζήλευτη ισορροπία στις δυναμικές, αλλά και ουκ ολίγες αποχρώσεις.
Στα θερμά χειροκροτήματα του κοινού, που γέμισε ασφυκτικά τη μεγάλη αίθουσα Μ1 του Μεγάρου, οι τρεις μουσικοί αντιχάρισαν το αργό μέρος από το περίφημο "Τσιγγάνικο Τρίο" (αρ. 39 Hob. XV:25) του Χάυντν.

Ακόμα πιο διάσημοι σολίστ συμμετείχαν στην εκτέλεση του ίδιου έργου, δύο βδομάδες αργότερα (5/12/2025), στο πλαίσιο τακτικής συναυλίας της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών υπό τον Φίνεγκαν Ντάουνι Ντήαρ στην "Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης" του αθηναϊκού Μεγάρου. Τον 51χρονο Ισραηλινό βιολιστή Μαξίμ Βενγκέροφ και τον 66χρονο Βρετανό τσελίστα Στήβεν Ίσσερλις (αμφότερους ρωσοεβραϊκής καταγωγής) πλαισίωσε η ικανότατη Ελληνίδα πιανίστα Θεοδοσία Ντόκου.
Παρότι και εδώ από την αρχή ο διάλογος βιολιού και βιολοντσέλου αναπτύχθηκε σε ατμόσφαιρα μουσικής δωματίου, με καλό συντονισμό και δεδομένη ευγένεια φραστικής, παρατηρήθηκε μια έλλειψη έντασης, ίσως λόγω του καλλιεργημένου μεν πλην κάπως "αδύναμου" ήχου του Ίσσερλις, που έπαιξε σε τσέλο με εντέρινες χορδές. Η σκηνική εγγύτητα του με τον Βενγκέροφ (που χειριζόταν με μεγάλη τέχνη και εκφραστικές εκλεπτύνσεις το λαμπερό ήχο του βιολιού του) και η μεγάλη εμπειρία αμφοτέρων επέτρεψε την αποκατάσταση των ισορροπιών στο ενδιάμεσο ποιητικό largo, αλλά το φινάλε ήχησε και πάλι κάπως εκ του ασφαλούς, παρά μιαν εν γένει μεγαλύτερη σβελτάδα. Τούτα δε παρά την ευπρόσδεκτη προσαρμογή του μεγάλου ήχου της Ντόκου σε αυτόν των συνοδοιπόρων της, χωρίς πάντως ρυθμικές εκπτώσεις και άμβλυνση της κρίσιμης κρουστής διάστασης του πιάνου. Εκμεταλλευόμενος το μαλακό, εστιασμένο ήχο του μεσαίου (50μελούς) κλιμακίου της ΚΟΑ και επιλογές εύροων ταχυτήτων και δυναμικών, ο Άγγλος αρχιμουσικός διέπλασε μια προσεγμένη συνοδεία, με παλμό και τις αναγκαίες κατά τόπους αιχμές.
Καμία επιφύλαξη, αντιθέτως, για το εκτός προγράμματος αργό μέρος από το "Τρίο με πιάνο αρ. 1" του Μέντελσον, το οποίο αποδόθηκε με το δέοντα λυρισμό και ευγενές συναίσθημα.

Η βραδιά της Θεσσαλονίκης ολοκληρώθηκε με μιαν υποδειγματική ερμηνεία της 6ης Συμφωνίας του Μπετόβεν. Παρά το μάλλον μικρό ορχηστρικό κλιμάκιο "δωματίου" (25 έγχορδα και 12 πνευστά, περιλαμβανομένων δύο κόρνων "εποχής", με την αξιοσημείωτη έκτακτη σύμπραξη του κορυφαίου κορνίστα της ΚΟΑ Κώστα Σίσκου), ο "μεστός", σαξονικών ποιοτήτων, πλην απίστευτα καλλιεργημένος ήχος των σύγχρονων εγχόρδων, η αβίαστη αίσθηση διαλόγου μεταξύ των μουσικών και οι αφηγηματικές αρετές της διεύθυνσης του Ναγκάνο δικαίωσαν γλαφυρά και χωρίς ίχνος τραχύτητας (πλην μιας έξοχα αιχμηρής "καταιγίδας") τη δραματουργία του έργου, δηλ. τις αντιθέσεις των περιγραφικών της φύσης σκηνών και των συναισθημάτων που αυτές γεννούν.
Η ακρίβεια τήρησης των αγωγικών ενδείξεων, η αφηγηματικά ρευστή εκτύλιξη του θεματικού υλικού σε συνδυασμό με μιαν άκρως πλαστική φραστική (που επέτρεπε στην ορχήστρα να "τραγουδάει" τα μελωδικά θέματα ), οι ποιητικές συνεισφορές ξύλινων και χάλκινων πνευστών φώτισαν τον "απολλώνιο" λυρισμό και την ενορχηστρωτική πρωτοτυπία της αποκαλούμενης "ποιμενικής" συμφωνίας. Δεν έλειψαν, πάντως, στιγμές που η εμπειρία των μελών του φεστιβαλικού συνόλου στη μουσική του μπαρόκ διευκόλυνε την αφομοιωμένη προβολή και ιστορικά ενημερωμένων ερμηνευτικών επιλογών…
Η κλασική κομψότητα της εκτέλεσης με την αδιαμφισβήτητη αίσθηση της γραμμής και του ύφους της μουσικής, προκάλεσε -δίκαια!- τον ενθουσιασμό του κοινού.

Εξίσου ευχαρίστησε το δεύτερο σκέλος και της αθηναϊκής συναυλίας, που περιελάμβανε δύο μείζονα, πλην αρκετά διακριτού στίγματος, συμφωνικά έργα του 20ού αιώνα.
Πρώτη ακούσθηκε η συμφωνική ραψωδία "Ταράς Μπούλμπα", την οποία ο Γιάνατσεκ εμπνεύσθηκε από το ομώνυμο διήγημα του Γκόγκολ, που περιγράφει τις περιπέτειες του ομώνυμου Κοζάκου πολεμιστή και των 2 γιων του στη μεσαιωνική Ουκρανία, όταν αντιστέκονταν στους κατακτητές Πολωνούς. Παρά την προγραμματική διάσταση του έργου και μιαν εξαιρετικά ευφάνταστη ενορχήστρωση, που παραπέμπει σε κινηματογραφικό soundtrack, η μουσική δεν λειτουργεί τόσο περιγραφικά, όσο επιχειρεί να αποδώσει τις ατμόσφαιρες και τις έντονες εναλλαγές διαθέσεων του κάθε επεισοδίου.
Απέναντι σ’ένα έργο με το οποίο είναι ελάχιστα εξοικειωμένοι, οι μουσικοί της ΚΟΑ ανταποκρίθηκαν με μεγάλη εγρήγορση στη σαφέστατη διεύθυνση του Ντάουνι Ντήαρ. Στο οιονεί ιμπρεσιονιστικό πρώτο επεισόδιο ευχαρίστησε και η διαύγεια των εγχόρδων και οι εξαιρετικά καλλιεπείς παρεμβάσεις των ξύλινων, όπως του όμποε του Γιάννη Οικονόμου, του αγγλικού κόρνου της Χριστίνας Παντελίδου, αλλά και του εκκλησιαστικού οργάνου του Τίτου Γουβέλη. Το ακρόαμα έγινε έντονα δραματικό στα άλλα δύο επεισόδια, αξιοποιώντας μεγάλες διαβαθμίσεις στη δυναμική αλλά και μιαν έντονη ρυθμική σβελτάδα. Οι αξιόπιστες συνεισφορές των χάλκινων πνευστών στο φινάλε συνέβαλαν καθοριστικά στο να μεταδοθεί ικανοποιητικά το επικό στοιχείο της μουσικής στις εντυπωσιακά τεταμένες κορυφώσεις. Όπως ήταν αυτονόητο, η υψηλού επιπέδου απόδοση της ορχήστρας επέτρεψε να γίνουν αντιληπτές με ακόμα μεγαλύτερη καθαρότητα οι αφηγηματικές αρετές της διεύθυνσης του 35χρονου Άγγλου αρχιμουσικού…
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με μιαν επιτυχημένη απόδοση του χορογραφικού ποιήματος "Το Βαλς" του Ραβέλ. Από τα αισθησιακής νωχελικότητας πρώτα βήματα μέχρι την καταληκτική αποθέωση ο εξόχως λικνιστικός στροβιλισμός εκτυλίχθηκε από το ευπρόσδεκτης πτητικότητας παίξιμο των -απρόσμενα βελούδινων ηχητικά- εγχόρδων, που χρωμάτιζαν οι "φωβιστικών" ηχοχρωμάτων παρεμβάσεις των πνευστών, ξύλινων (με κορυφαία τα υπό τον Αλέξανδρο Οικονόμου φαγκότα) και χάλκινων (θαυμάσια κόρνα υπό τον Σίσκο). Αποκωδικοποιώντας άρτια τη σφιχτή δομή της εμβληματικής αυτής παρτιτούρας του μουσικού ιμπρεσιονισμού, ο Βρετανός αρχιμουσικός διασφάλιζε διαρκώς τη γλαφυρή προβολή και του ενορχηστρωτικού της πλούτου. Η ερμηνεία διέθετε την τόσο αναγκαία χάρη και ρυθμική ζωντάνια σε συνδυασμό με μια εικαστική υπαινικτικότητα της συμφωνικής αφήγησης, ενώ το εξαιρετικά αγωγικό κτίσιμο των κορυφώσεων (μέσω αιθέριων διακυμάνσεων δυναμικής) διατηρήθηκε μέχρι την θριαμβευτική -έστω και ενίοτε πομπώδη- κορύφωση.
Βασιζόμενες στην καλή μεταξύ τους χημεία, οι συμπράξεις ΚΟΑ και Ντάουνι Ντήαρ -και μάλιστα σε ευρείες ζώνες ρεπερτορίου- είναι από αυτές που θα άξιζε να συνεχισθούν!
