Κοσμικοί και navy look-ers, γιοτ, φεγγαροφώτιστα δείπνα, discos, mainstream beats και ζεϊμπέκικα παίζουν το ρόλο τους σε μια παράκτια αθηναϊκή ιστορία που κοντεύει πλέον το μισό αιώνα, δονούμενη σε καλοκαιρινούς ρυθμούς. Γιατί, ως γνωστόν, life was, is and will always be a beach.
παραλία στη χρονομηχανή

Εν αρχή ην η… εξοχή. Αν, ας πούμε, ξεκινούσαμε όπως ο Σταύρος Ξενίδης το –ελαφρώς δεικτικό– σπικάζ σε ένα παράκτιο σίκουελ του «η Αθήνα μετά τα μεσάνυχτα» (του Κλέαρχου Κονιτσιώτη) κάπου στα ’60s, απλώς θα έλειπε το υλικό: Τα πρώτα πλάνα θα μετέφεραν μια εικόνα της παραλίας ήσυχη, με ελάχιστα αυτοκίνητα, σχεδόν επαρχιακή. Την ώρα, όμως, που οι ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες παρουσιάζουν το Εδέμ ως εκδρομή μετά ψιλής μαριδούλας, παραπέρα μπαίνουν θεμέλια. Ανάμεσα στις θερινές κατοικίες όπου ριλαξάρουν οι εύποροι Αθηναίοι δημιουργούνται τα πρώτα ξενοδοχεία (με τις ευλογίες της Εκκλησίας, στην οποία ανήκαν οι περισσότεροι χώροι), στις πολυτελείς εγκαταστάσεις των οποίων αρχίζει σιγά σιγά να καταφθάνει το διεθνές jet set – σε άμεση επαφή με τους εγχώριους κοσμικούς. Ανάμεσα στους εξωτικούς «καλεσμένους», ο ζάμπλουτος Σαουδάραβας Ιμπν Σαούντ συζητιέται πολύ – και παρά τον ζεστό αέρα της ερήμου, η συνέχεια έρχεται διά της μεθόδου της χιονοστιβάδας…
Τα προϋπάρχοντα ταβερνάκια σε Λαγονήσι, Ανάβυσσο, Λεγραινά και Σούνιο δεν καλύπτουν τις νέες υψηλές προσδοκίες, και δη την αναδυόμενη ανάγκη για χώρους εξόδου με το σχετικό grandeur (πού θα φορούσαν οι κυρίες τα «νόστιμα» σινιέ συνολάκια τους;). όσο για το by night κέντρο, πέφτει κομμάτι μακριά, ακόμη και για τις κουρσάρες της εποχής. Εδώ κάπου εμφανίζεται η Παμέλα Καπετανάκη: Το δικό της «Pamela’s» (η μετέπειτα «Νεράιδα») μπορεί να υπερηφανεύεται ότι έκανε πόλο έλξης την παραλιακή, η οποία, προς το τέλος της δεκαετίας γίνεται high (class). Στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού έχουν Woodstock, εδώ όμως συντελούνται αναλόγως κοσμοϊστορικές αλλαγές, αντί για κιθάρα και γιουκαλίλι, με μπουζούκι: η παρουσία του Ωνάση και η καταφανής αγάπη του για τον Ζαμπέτα και τον Κόκοτα δίνει τον τόνο. Και συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην αποενοχοποίηση των μπουζουκιών. Μπουζούκια δεν τα λες ακριβώς, το τότε politically correct είναι μιούζικ χολ με τα μπαλέτα τους, τις πιρουέτες τους και όλα τα παραφερνάλια («πίστας ρεβί» ανέφεραν οι σχετικές ρουμπρίκες στις εφημερίδες). Το γλέντι ξεδιπλώνεται άφοβο, με τους μεγαλοπαράγοντες του Ιπποδρόμου (βλέπε Χαραλαμπόπουλος) να ψαλιδίζουν στην πίστα τις γραβάτες τους και ενίοτε και τις τουαλέτες των τραγουδιστριών (κάπως έτσι υποπτεύομαι ότι επικράτησε το μίνι), και οι σερβιτόροι τρίβουν τα χέρια τους: από τα πουρμπουάρ του Έλληνα Κροίσου κάποιοι κατάφεραν να ανελιχθούν στους επιχειρηματίες της επόμενης δεκαετίας.
Είναι κι άλλοι εδώ. Οι γλεντζέδες του ελληνικού σινεμά, Ανδρέας Μπάρκουλης, Κώστας Βουτσάς, Μάρω Κοντού, Λάμπρος Κωνσταντάρας, Ρίκα Διαλυνά, Ανδρέας Ντούζος και λοιποί, παρότι η Πλάκα –και ιδίως το «Μοστρού»– παραμένει στη μόδα, τιμούν μετά χαράς την παράκτια διασκέδαση. Και γύρω στο ’70, με τη «Νεράιδα» να παίζει δυνατά στο νυχτερινό καρτιέ της παραλίας, με τον Ζαμπέτα πάντα προεξάρχοντα, πλαισιωμένο από τους πρωταγωνιστές των ταινιών του, τουτέστιν τον Βοσκόπουλο (εν μέσω του λαοφιλούς ειδυλλίου του με τη Λάσκαρη), τη Δούκισσα, τον Διονυσίου να άδουν, η «Φαντασία», ακολουθώντας τις εξελίξεις, μετακομίζει από την οδό Κεφαλληνίας στη στροφή του Αγίου Κοσμά. Το μαγαζί του Κοσμά Καλογράνη είναι πιο καθαρόαιμα λαϊκό, με τον αδερφό του Μιχάλη Μενιδιάτη να προεξάρχει σταθερά του προγράμματος. Τρίτος πόλος, τα «Αστέρια» του Αργύρη Παπαργυρόπουλου στη Γλυφάδα, ενώ εμφανίζονται και τα «Δειλινά» – από την οικογένεια Μιχαηλίδη. Αυτοί είναι οι χώροι που θα αλλάξουν και θα (ξανά)αλλάξουν χέρια τα επόμενα χρόνια. Και ονόματα. Και ντεκόρ. Εκτός από τα Αστέρια, βεβαίως βεβαίως, που το 2008 είναι ακόμη Αστέρια.
Το λαϊκό καλά κρατεί, ενώ στην αλλαγή της δεκαετίας στην παραλία έρχονται (μαζί με το τρένο της… αλλαγής; – αναρωτιέμαι) καθιερωμένα, μεγάλα ονόματα, όπως η Μαρινέλλα και η Ρίτα Σακελλαρίου. Όταν στα μέσα της δεκαετίας του ’80 η Άντζελα βάζει φωτιά στα (παράκτια) σαββατόβραδα και ο Αντύπας αφιερώνει το «Μωρό μου καλησπέρα, σε σκεφτόμουν όλη μέρα», η σύσταση του κοινού που επιδίδεται σε παράκτια διασκέδαση έχει εμφανώς αλλάξει με το ταρακούνημα στις τάξεις που προκάλεσε το ΠΑΣΟΚ. Η άλλοτε προνομιούχα πρωταγωνίστρια του nightlife αστική τάξη παραδίδεται στη νέα κατάσταση του εκδημοκρατισμού της… πίστας (και ζήσαν αυτοί καλά και σπάσαν πολλά πολλά πιάτα). Όχι για πολύ: Αυτό το κομμάτι της διασκέδασης πέρασε μια κάμψη από το ’85 ως το ’95. Δημιουργήθηκε η ανάγκη για προγράμματα που δεν θα βασίζονταν στα ονόματα και ταυτόχρονα οι επώνυμοι, σινιέ «ξενύχτηδες», οι οποίοι χρειάζονταν χώρους «entre nous», επέστρεψαν στο Κολωνάκι (τόσο στο μουσικό στέκι της Λιλάντας Λυκιαρδοπούλου όσο, κυρίως, στο γνωστό «Deppy’s Mayar» της Ντέπης Πάνου – το οποίο βρέθηκε τελικά και σε καλοκαιρινό χώρο το ’91 δίπλα στην πλαζ Βουλιαγμένης). Ο Τάκης Γιγουρτάκης με μια κίνηση-ρίσκο έφερε αυτό το κλίμα στην παραλία με το «Romeo» το ’90, o Βασίλης Κοντόπουλος άνοιξε λίγο αργότερα το «Posidonio» στο Ελληνικό και τα πράγματα κύλησαν ήσυχα, μέχρι η παραλιακή να κάνει δυναμικό come back, πατινάροντας περίτεχνα σε… πίστα με την εμφάνιση του Γιάννη Πλούταρχου, του μοντέρνου λαϊκού. Coup de foudre ήταν.
η άλλη πλευρά χορεύει αλλιώς

Επιστρέφουμε στη χρονομηχανή. Υπάρχει λόγος σοβαρός. Δεν χόρευε μόνο ζεϊμπέκικο η παραλία. Το ’70, ο νεαρόκοσμος, fan των Charms και των Olympians, κατέκλυζε το «On the Rocks», για τα «μάτια» μιας ευρωπαϊκής ποπ με ελληνικό στίχο που υποστήριζε μια παρατεινόμενη εφηβεία. Οι ανέφελες εγχώριες μουσικές ήταν ήδη δυνατές την εποχή προ της χούντας, όταν το ελληνικό τραγούδι από τη μια ήταν στραμμένο σε μελοποιήσεις Θεοδωράκη και Χατζιδάκι και με το άλλο πόδι πατούσε γερά στα λαϊκά. Τα τρελοκόριτσα λικνίζονταν όλο σημασία για χρόνια, ακόμη κι όταν η mini jupe ήταν πλέον ντεμοντέ, και ο ίδιος ο Πασχάλης επιβίωσε αλώβητος (επέδειξε αντοχή για ρεκόρ Guinness) και σόλο στο «On the Rocks» (αρκεί να σας πω ότι το ’88 ήταν ακόμη εκεί, με Αλέξια, Τάκη Αντωνιάδη). Πλην όμως, ενδιαμέσως η παραλία είχε αρχίσει να κινείται σε ρυθμούς disco: Οι ντισκοτέκ πήραν τη δεκαετία του ’80 τα ηνία και η θρυλική «Make Up» έγινε σημείο αναφοράς στη Γλυφάδα. Παράλληλα, το δημοφιλέστατο music restaurant «Annabella» στον Άγιο Κοσμά γίνεται «Ακρωτήρι», αλλάζοντας μουσικό ύφος και προϊδεάζοντας για τις μετέπειτα εξελίξεις – ναι, είναι το ίδιο «Ακρωτήρι» που θα έρθει αργότερα στα χέρια του Βλάση Σταθοκωστόπουλου και θα παραμείνει, ανανεούμενο συνεχώς, μέχρι σήμερα.
Έρχεται λοιπόν το πλήρωμα του χρόνου και οι ντισκοτέκ χάνουν την αίγλη τους και δίνουν τη θέση τους στα clubs. Οι disc jockeys γίνονται DJs (για συντομία), ανεβάζουν ντεσιμπέλ και αρχίζουν σιγά σιγά να επισκιάζουν κάποιες ενδιάμεσες, μάλλον αξιοπερίεργες συνταγές – το ’90, ας πούμε, στο «Yes» το πρόγραμμα είχε Χαριτοδιπλωμένο και Μαντώ και μαζί τους τον Μιχάλη Τσαουσόπουλο να παίζει house (!). Tα «Δειλινά» της Γλυφάδας είναι πλέον «Αυτοκίνηση» (του Μάκη Σαλιάρη), ενώ στα χιτ της εποχής –και της παράκτιας περιοχής– συμπεριλαμβάνονται ο «Ειρηνικός» στη Βούλα, το «Βο» στη Γλυφάδα, το «Buzios» στο Καλαμάκι, ενώ το «Μercedes» κάνει στάση στα «Aστέρια». Στα μέσα της ίδιας δεκαετίας, με το «Αεροδρόμιο» να δίνει έναν πιο ροκ τόνο στην παραλία, ο Βασίλης Τσιλιχρήστος στο εντυπωσιακό «Amfiteatro» φέρνει Paul Oakenfold, John Digweed και Armand Van Helden και η dance culture φτάνει στο ζενίθ. Η παραλία έχει φρενήρη παλμό, ο κόσμος το απολαμβάνει, and the beat goes on. Το ’97, οι ουρές για το «Privilege» στον Άγιο Κοσμά ξεκινάνε από το αεροδρόμιο. Το dancing συνεχίζεται με το «Kingsize» στο «Show-center» και στο «Privilege», ενώ στα εγκαίνια του «Venue» στο «On the Rocks» (εκεί που ξεκινήσαμε την αναδρομή, να σας θυμίσω) έρχεται 4.000 κόσμος: Μέσα, το τέλεια ηλεκτρισμένο πάρτι σε σκηνικό εμπνευσμένο από τα κλαμπ του Μαϊάμι. έξω, η τροχαία μαζεύει πινακίδες. Οι μαμάδες ανησυχούν για το πώς θα επιστρέψουν τα βλαστάρια τους και τείνουν να ξεχάσουν ότι το ’83 το πάρτι του Λουκιανού Κηλαηδόνη στη Βουλιαγμένη είχε κλείσει την παραλιακή (και ήταν κι αυτές εκεί). Το ενδιάμεσο μεγάλο κυκλοφοριακό κομφούζιο έφεραν στη βαλίτσα τους οι REM, ερχόμενοι για συναυλία στον Άγιο Κοσμά (15.000 άτομα). Αλλά αυτό είναι μια άλλη, πιο αμερικάνικη κιθαριστική ιστορία. Το 1999 ήτανε, θαρρώ.
Τα αδέρφια Κουτσιρίμπα –καλλιτεχνικά, Riba’s– ήταν οι πρώτοι φημισμένοι Έλληνες που έκαναν το γύρο του θανάτου καταργώντας το δίχτυ (και καμιά αμερικάνικη ασφαλιστική δεν δεχόταν να τους ασφαλίσει). Ο ένας εκ των δύο επέστρεψε στην Ελλάδα, έφτιαξε το πάρκο «Rodeo» γύρω στο ’74-’75 και άφησε εποχή. Για μια δεκαπενταετία περίπου, οι Αθηναίοι χάρηκαν εντυπωσιακά παιχνίδια που δεν είχαν ματαδεί. Ήταν και η ατμόσφαιρα κάπου μεταξύ Ντίσνεϊλαντ και fun με ολίγον πρεστίζ εναλλακτικής ντεκαντάνς αλά Νικολαΐδης (τα κουρέλια διασκεδάζουν ακόμη). Μπορεί το πεζοδρόμιο να χώριζε δύο κόσμους, τη διασκέδαση αλά ελληνικά, δηλαδή, με τα μπαρ της αμερικάνικης βάσης απέναντι, όπου ανθούσαν τα πρώτα τζιν και το ροκ εν ρολ, αλλά το τρενάκι που γύριζε ιλιγγιωδώς στο «Rodeo» ένωνε τα πάντα. O Κουτσιρίμπας έφτιαξε και το «Riba’s» (στις δόξες του μεταξύ ’90 και ’96), όπου αίσθηση έκαναν οι εμφανίσεις Βοσκόπουλου-Άντζελας Δημητρίου και Σοφίας Βόσσου, αλλά και το κλασικό ντουέτο Βίσση-Καρβέλα. Εκεί τώρα βρίσκεται το «Vinilio», αναβιώνοντας το concept καλοκαίρι κάτω από την ντισκομπάλα, κι έχει νακ.
πάμε σαν σήμερα

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια τα εξ ανθρώπων –και Ολυμπιακών Αγώνων– ορμώμενα… κύματα έφεραν αλλαγές. Και ζόρικες μπουλντόζες. Κάποιοι χώροι διασκέδασης γκρεμίστηκαν. Κάποια ξενοδοχεία έκαναν ευπρόσωπα ρεκτιφιέ, αναμένοντας τις ορδές (που δεν ήρθαν). Και κάποια άλλα σίγουρα χαρτιά (με χρυσή μπορντούρα) απλώς τελειοποιήθηκαν –βλέπε το βετεράνο «Astir Palace» (πλέον με management Starwood), τη σοφιστικέ πολυτέλεια «Grand Resort Lagonissi» του Ομίλου Μαντωνανάκη, το «Vouliagmeni Suites», το «The Margi». Η παραλία πλέον έχει το κατά το ήμισυ μοντέρνο, κατά το ήμισυ νοσταλγικό τραμ της. Και τη δική της… promenade des Anglais (τρόπον τινά, μην τα παραλέμε) στο Φάληρο, για σουλάτσο. Έχει και κότερο – πάμε μια βόλτα; Εκτός από τη μαρίνα του Αλίμου και της Γλυφάδας (και στην άλλη άκρη, τη Μαρίνα Ζέας), η Μαρίνα Φλοίσβου, καινούρια και απαστράπτουσα, φτιάχνει τη δική της happy yachting ουτοπία. Χαζεύεις τα σκάφη και οραματίζεσαι ταξίδια. Μόνη παράπλευρη απώλεια ο «Φλοίσβος», ο οποίος τα τελευταία χρόνια βρισκόταν, ανεβασμένος, στα χέρια του Ομίλου «Καστελόριζο». Το κυκλικό κτίριο-σήμα κατατεθέν αυτήν τη στιγμή είναι σε μεταβατική φάση (ημι-λειτουργεί) και ομολογώ ότι δεν ξέρω την ακριβή τύχη του.
Πλην, όμως, στην Ποσειδώνος οι εξελίξεις τρέχουν μαζί με τους παράκτιους joggers, φορώντας σνίκερς τελευταίας τεχνολογίας. Στον Αστέρα Γλυφάδας, το σχετικά πρόσφατο «Balux» (The habitat project) σου δίνει την αίσθηση ότι βρέθηκες σε setting του home improvement. Ένα τεράστιο εξοχικό με ντιζαϊνάτες γωνιές, δική του πλαζ και την trendy πιτσιρικαρία στο στοιχείο της, να παίζει «φωτεινό» μπιλιάρδο και x-box, την ώρα που οι φέροντες παραπάνω χρονάκια στην πλάτη τους πίνουν τον καφέ τους με φόντο φορτωμένες βιβλιοθήκες. Μιλάμε για μια νέα συνθήκη παράκτιου καφέ, χωρίς να χάνουν και τα κλασικά της ακτογραμμής την αίγλη τους («Νotos Cafe», «Σμαράγδι», «Εν Πλω», «Αγνάντι» κ.ά.), γεμάτα μέχρι το βράδυ.
sea u to night

Μπορεί πλέον το κέντρο της πόλης να παίζει δυνατά το καλοκαίρι με πυρήνα το Γκάζι, το οποίο ήδη έχει αναπτύξει τους δικούς του κανόνες και λανσάρει τάσεις, όμως η παραλία κρατάει γερά τις αντιστάσεις. αντιρρόπηση κανονική παρά τον πόλεμο των παραβάσεων, τις καταγγελίες και τα πολεοδομικά διατάγματα, τα οποία είναι κοινό μυστικό στην τεθλασμένη της –κι όχι μόνο… χωροταξικά– διαδρομής. Η παραμυθένια σκηνοθεσία «πουλάει» και εγχώρια: καμάρι μας η θάλασσα, θα πουλάει εσαεί.
Όμως το να έχεις τα πόδια σου στην άμμο δεν είναι από μόνο του αρκετό (τότε θα είχες και το κεφάλι, τεχνική γνωστή ως στρουθοκαμηλισμός). Εξού και είναι εξαιρετικά καλοδεχούμενο και ελπιδοφόρο το γεγονός ότι στην παραλιακή, το γευστικό πεδίο είναι ευρύ. Εν έτει 2008, οι επιδόσεις των εκεί εστιατορίων είναι πολύ καλές (αν και δεν έχουν εκλείψει οι περιπτώσεις που, όπως παλιότερα, το φαγητό, λειτουργώντας ως side project της διασκέδασης, δεν έχει και ιδιαίτερα standards). Η γευστική σκηνή της πόλης αποσπά όλο και καλύτερες κριτικές κι εδώ λειτουργεί μια καλοκαιρινή γαστρονομική «παραλληλία» με απτές αποδείξεις τα εξαιρετικά πολυασιατικά «Kohylia» στο Grand Resort Lagonissi, την πρεστιζάτη, δημιουργικά ελληνική «Γαλάζια Hytra», η οποία βρίσκεται για δεύτερη συνεχή χρονιά στο «Astir Palace», το κομψό ντουέτο «La Peche» (ψάρι) – «La Tienda» (αργεντίνικο κρέας) στον Αστέρα Γλυφάδας, την all time classic ιχθυοειδική «Ιθάκη». Και την πολυαναμενόμενη έλευση του Matsuhisa στον Αστέρα, το οποίο θα θέλαμε να έχει ήδη ανοίξει, αλλά θα επιδείξουμε υπομονή (αναμένεται προς το τέλος του καλοκαιριού). Συμπληρώστε με τον αέρα ανανέωσης στο κλασικό «Καστελόριζο» της Βάρκιζας, το all day χιτ «Vive Mar» και το όμορφο «Figueira» κι έχετε, εκτός από γευστικά ξέφωτα με άρωμα αλμύρας, ποικιλία, πολυπλοκότητα και κυρίως, σταθερότητα.
Κι αν με αυτό το τονισμένο «σταθερότητα» υπονοώ ότι η γεύση έχει ξεπεράσει (χωρίς να ξεχνάει την αισθητική) το σκόπελο της μόδας και του «παρέρχομαι» –λογικό, γιατί το κοινό της είναι άλλο–, το ζήτημα είναι τι γίνεται πιο αργά. Όταν η θαλασσινή σαγήνη έχει…
beat. Τα soundtracks αλλάζουν, η κινητικότητα έχει εδραιωθεί στη συνείδηση ορισμένων ως αναγκαία, αλλά δεν είναι πάντα αξίωμα.
Παράδειγμα το «Island», το οποίο σε πείσμα των πηγαινέλα στους χώρους της παραλίας, μετράει ήδη δεκατέσσερα χρόνια παρουσίας στα λιμανάκια της Βουλιαγμένης. Έχει πάρει ντοκτορά. To λες summer classic. Και είναι. Όπως και μια άλλη σταθερή αξία, το «Ακρωτήρι» (το οποίο ενώνει δυνάμεις με το «Boutique», εξού και αυτό το καλοκαίρι το λέμε «Ακρωτήρι Boutique»). Από εκεί και πέρα, το «Dekko Summer» και το «Guzel» ξεκαλοκαιριάζουν στη Βούλα, στο χώρο του Palmier, το «Mao Summer» προτιμάει τη Γλυφάδα και το χώρο του Catarala, και το κοινό ετοιμάζεται για σέξι ρυθμούς, glamorous εμφανίσεις κοσμικών που δεν έφυγαν ακόμη για τα νησιά, και τα σχετικά φωτορυθμικά. Αν δεν χορέψεις με αυτό το «δίσκο», είσαι σε λάθος μέρος. Θα σημειώσω εδώ την απόφαση του «El Pecado» να προτιμήσει την παραλία και το «Βο», αντί για τη Μύκονο (και εγένετο «El Pecado Isla»), το οποίο, παρά τις δυσκολίες και την αλλαγή πλεύσης σε εκτός live πεδίο, έχω βάσιμες υποψίες ότι θα είναι hot spot της παραλίας (με την ακομπλεξάριστη μουσική και τις καλοκαιρινές kinky τοιχογραφίες του Διονύση να έχουν κάνει το περιβάλλον αγνώριστο, πολλά μπορούν να συμβούν). Όσο για την επανεμφάνιση της ιστορικής «Aυτοκίνησης» –είκοσι δύο χρόνια μετά–, το σίγουρο είναι ότι ήδη έχει κάνει πολλούς να αναφωνήσουν «τι μου θύμισες τώρα…!»
Προφανώς στην εξίσωση θα πρέπει να μπουν και οι ελληνικές πίστες, μεταξύ λαϊκού και ποπ, από τον Μαρτάκη και τον Καραφώτη μέχρι τον εδραιωμένο Βέρτη, γιατί έχουν κι αυτές το μερίδιό τους στην πίτα. Ο άμεσος συνειρμός όμως, όταν μιλάμε για την παραλιακή, είναι διασκέδαση με φόντο θάλασσα και φεγγαράδα, κι από εκεί αναπτύσσονται οι επιμέρους προτάσεις. Πρόκειται στην ουσία για επιχειρήσεις και προσωπικές στρατηγικές (κι αυτό είναι το αυτονόητο κομμάτι), πλην όμως την κατάσταση διαμορφώνει και το κοινό.
Η μάχη των εντυπώσεων κερδίζεται ή χάνεται –κάθε χρονιά καινούριοι μπαλαντέρ πέφτουν στο τραπέζι– και εύλογα, το φετινό βαρόμετρο δεν έχει σταθεροποιηθεί τη στιγμή που μιλάμε. Αν όμως σταθούμε στις γνωστές (και πολλές φορές εποικοδομητικές) γκρίνιες περί ομογενοποίησης και κλωνοποίησης των μαγαζιών, θα δούμε ότι υπήρχαν σε όλη τη διαδρομή της παραλίας. Οι κήρυκες της διαφορετικότητας είναι καλοδεχούμενοι – έτσι έγιναν όλες οι αλλαγές. Πλην όμως, έχω την αίσθηση ότι ωραίο είναι αυτό που έρχεται στην ώρα του. Ακόμη και οι πιο κυνικοί οφείλουν να παραδεχτούν ότι η θάλασσα σε μια γκρίζα πόλη σαν την Αθήνα έχει τη δική της δύναμη. Πάνω (και) σ’ αυτόν τον μπλε καμβά, το στιλ πού και πού συναντά τη ζωή (η πενία του στιλ είναι αυτή που συνεπάγεται ανία). Η παραλία είναι μεγάλη. Είθε να χορεύουμε στο soundtrack των ονείρων μας.
φιλοξενία πολλών αστέρων
Στον φημισμένο Αστέρα επήλθαν αλλαγές. Η πευκόφυτη έκταση 300 περίπου στρεμμάτων στο Λαιμό της Βουλιαγμένης παραμένει ένα υπερ-ατού αναλλοίωτο στο χρόνο, φέτος όμως η ίδια η παραλία του ετοιμάζεται να παρουσιάσει ένα νέο πρόσωπο. Τα τρία υπερπολυτελή ξενοδοχεία του Astir Palace («Αρίων», «Ναυσικά» και «Αφροδίτη»), όμως, τα οποία φιλοξένησαν διεθνείς και εγχώριους VIPs όλα αυτά τα χρόνια, με την ανάθεση της διαχείρισης στη Starwood –το 2006– έθεσαν ακόμη πιο υψηλά standards: κοινώς, φύσηξε ο άνεμος της ανακαίνισης. Το Αρίων μετονομάστηκε σε «Arion Resort & Spa», το Ναυσικά σε «Westin Athens» – εντυπωσιακή, να παρατηρήσω, η προεδρική σουίτα του, με private wine cellar–, ενώ τo Αφροδίτη θα ξανανοίξει ως «W Hotel» το 2009. Aναμένουμε πολλά.
μαρίνα, μαρίνα, μαρίνα

Διακόσιες πενήντα θέσεις ελλιμενισμού –πάνω από τις μισές μπορούν να φιλοξενήσουν θαλαμηγούς μήκους άνω των 30 μέτρων, mega-yachts δηλαδή– ανοίγουν το (θαλάσσιο) δρόμο για υψηλό τουρισμό. Η Μαρίνα Φλοίσβου προσφέρει ένα ολοκληρωμένο «πακέτο» υπηρεσιών, όπως εξοπλισμός σκαφών, ενοικίαση οχημάτων και λιμουζίνας μετά του απαραίτητου σοφέρ. Ενώ τα γραφεία και οι αντιπροσωπίες yachting (Kappa Marine, Triton Yachting, Albatros, Dreaming Yachts, Aicon Yachts Blue Line και άλλες) μοιράζονται το προνομιούχο setting με μια σειρά από χώρους εστίασης.
Οι μη κατέχοντες όχι γιοτ αλλά ούτε κολυμπηθρόξυλο κάνουν detox από την πόλη με έναν εξαιρετικό παράλιο περίπατο, μια στάση για φαγητό στον πολυχώρο Pier One του Ομίλου Πεντελικόν (ο οποίος περιλαμβάνει το all day «Brasserie Sud», το θαλασσινής κουζίνας «Coquillage» και το… high bar-restaurant «Zinc», αλλά και το κομψό «Μare Mare»). Η εικόνα συμπληρώνεται με καφεδάκι σεταρισμένο με εφημερίδα στο «Breeze», μια βόλτα στα καταστήματα ένδυσης και αξεσουάρ, ακόμη και ψώνια για το σπίτι στο «ΑΒ Shop» – πάντα υπάρχει η πιθανότητα το χάζι στα κατάρτια να σε παρασύρει και να ξεχαστείς.
Χρύσανθος Πανάς / «Island»

Τα περισσότερα μαγαζιά της παραλίας αλλάζουν location, το «Island» όχι. Πόσο σημαντική είναι η αυτή η σταθερότητα;
Κατ’ αρχάς, το «Ιsland» δεν είναι ένα «μαγαζί της παραλίας». Είναι ένας πολυμορφικός χώρος που επιμερίζεται σε πέντε διαφορετικούς τομείς, ένας εκ των οποίων είναι το Club-Restaurant. Το Island Club-Restaurant είναι το μακροβιότερο απ’ όλα τα αντίστοιχα σε όλη την ιστορία της παραλιακής, έχοντας μια συνεχή ανοδική πορεία τα τελευταία 14 χρόνια. Δημιουργήθηκε με έμφαση στην ποιότητα, τόσο από πλευράς κατασκευής όσο και λειτουργίας. Το αρχιτεκτονικό του ύφος, αλλά και η αισθητική του πρόταση, η οποία εξελίσσεται με το πέρασμα του χρόνου, το καθιστούν σημείο αναφοράς για Έλληνες ξένους που επιζητούν την ποιότητα και το στιλ.
Ένας χώρος που κινείται σε δύο κατευθύνσεις (εστιατόριο και club), πότε βρίσκει τη «χρυσή» τομή» μεταξύ των δύο;Η χρυσή τομή είναι απλώς το κοινό ποιοτικό επίπεδο. Έτσι κι αλλιώς το κοινό είναι το ίδιο, διαφέρει λίγο μόνο ηλικιακά. Το «Island» ήταν το πρώτο club-restaurant που δημιούργησε κελάρια για τη σωστή φύλαξη και παλαίωση των κρασιών, καθώς και το πρώτο που απασχόλησε εξειδικευμένους sommeliers και κορυφαίους chefs. Έτσι, κέρδισε την εμπιστοσύνη του απαιτητικού κοινού. Ωστόσο, στο κομμάτι του club ακολουθήθηκε η ίδια λογική. Εξειδικευμένοι mixologists από το εξωτερικό επιμελήθηκαν τα cocktails, ενώ όλο
το στήσιμο του club, από το ύφος της μουσικής και την ποιότητα του ήχου έως το πέντε αστέρων service, ήταν κάτι που εφαρμόστηκε από την αρχή.
Ποιες υπήρξαν οι πιο χαρακτηριστικές στιγμές του «Island»;Eυτυχώς, όλα αυτά τα χρόνια μόνο με ωραίες αναμνήσεις μάς έχει γεμίσει. Χαρακτηριστικές θα θεωρούσα τις στιγμές που διεθνείς άνθρωποι, όπως ο Bruce Willis, ο Αλβέρτος του Μονακό, ο Οliver Stone, η Lisa Minelli και πολλοί άλλοι, εξέφρασαν το θαυμασμό τους για το Ιsland. Eπίσης, χαρακτηριστικά θεωρώ όλα τα Οpenings, αλλά και τα Closing nights κάθε καλοκαίρι εξελίσσονται σε τρελά parties.
Πόσο αντιγράφεται μια ομολογουμένως επιτυχημένη συνταγή;Kαι μόνο η λέξη αντιγραφή με ανατριχιάζει. Είναι αυτό που συμβαίνει κατά κόρον στην Ελλάδα, λες και είμαστε ανέμπνευστος λαός. Στη διασκέδαση, αντιγράφουν από ονόματα μέχρι σκαμπό. Έλεος! Τίποτα πετυχημένο δεν αντιγράφεται, γιατί γίνεται γελοίο.
Ποια θα είναι τα highlights της σεζόν (performances κ.λπ.);Θέλοντας να δώσουμε μια φρέσκια νότα στον όρο διασκέδαση και ύστερα από πολύ σκέψη και έρευνα, διαλέξαμε δύο συγκροτήματα από performers του εξωτερικού, ώστε να δημιουργήσουμε τις Spectacular Nights κάθε Πέμπτη. Οι Τararam, εκπληκτικοί performers από το Ισραήλ, θα παρουσιάζουν από ακροβατικές μέχρι μουσικές συνθέσεις, ενώ οι Τenors Incognito από το Λονδίνο θα δημιουργούν αναπάντεχες καταστάσεις στη διάρκεια της βραδιάς. .
Ο αδερφός σου Σπύρος είναι και αντιδήμαρχος Βουλιαγμένης. Ως επιχειρηματίες, πώς οραματίζεστε την παραλία;Σας μεταφέρω την άποψή του, η οποία βρίσκει απόλυτα σύμφωνο κι εμένα. Ιδανικά θα έπρεπε οι χώροι εστίασης στην παραλία να πληρούν όλες τις προδιαγραφές για τη νόμιμη λειτουργία τους, ώστε να μην είναι χώροι διασκέδασης για κάποιους και χώροι ταλαιπωρίας γι’ αυτούς που έχουν τα σπίτια τους κοντά. Επίσης, σημαντικός είναι ο σχεδιασμός των χώρων της παραλιακής, η οποία δυστυχώς παρουσιάζει μια εικόνα προχειρότητας και ευτέλειας. Θα ήταν ευτύχημα οι άνθρωποι που ασχολούνται με τη δημιουργία των χώρων εστίασης να είναι άνθρωποι με παιδεία και εξειδικευμένες γνώσεις.
Αλεξάνδρα Σταθοκωστοπούλου / VS Hospitality Group

Το VS Hospitality Group εκτείνει τις δραστηριότητές του σε πολυάριθμους χώρους, κυριολεκτικά σε όλη την παραλία. Πότε και πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία;
Πράγματι, σήμερα το VS Hospitality Group περιλαμβάνει περισσότερους από 20 χώρους στην Αθήνα, αποτελώντας έναν από τους μεγαλύτερους και πλέον αναπτυσσόμενους Ομίλους του κλάδου στην Ελλάδα. Η πορεία μας ξεκινά εδώ και τρεις δεκαετίες περίπου, όταν ο πατέρας μου, Βλάσης Σταθοκωστόπουλος, συνδύασε την αγάπη του για το επάγγελμα με την επιχειρηματική καινοτομία.
Από την Πλάκα και τις πρώτες παραδοσιακές ταβέρνες, όπως είναι η «Ταβέρνα του Ψαρά», επεκταθήκαμε στην παραλιακή με χώρους όπως το «Vivemar», προχωρήσαμε με «Ιθάκη» και «Ακρωτήρι», συνεχίσαμε με «Baraonda». Κι αυτά είναι μόνο ενδεικτικά. Οι προτάσεις μας εξελίσσονται μαζί μας, τροφοδοτούνται από τη γνώση και την εμπειρία, έχοντας πάντα ως βασική αξία την πελατοκεντρική φιλοσοφία και την υψηλή ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Σε ό,τι αφορά όλο αυτό το κομμάτι της ακτογραμμής, το κοινό της παραλιακής είναι ενιαίο ή υπάρχουν διαφοροποιήσεις;Το κοινό της παραλιακής είναι διαφοροποιημένο, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο υπάρχουν τόσες εναλλακτικές προτάσεις: από all day cafe-restaurants, business meeting points έως gourmet εστιατόρια και clubs. Για όλες αυτές τις ομάδες, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους και παράλληλα τόσο απαιτητικές, ο Όμιλός μας έχει να προτείνει επιλογές που καλύπτουν κάθε ανάγκη.
Προσανατολιστήκατε σαφώς προς το ποιοτικό φαγητό. Αυτό άλλαξε τελικά τα δεδομένα της παραλιακής;Η ποιότητα, όχι μόνο του φαγητού, αλλά συνολικά της ατμόσφαιρας, της διακόσμησης και της εξυπηρέτησης, αποτελεί σήμα κατατεθέν του Ομίλου μας, το οποίο χαρακτηρίζει όλους τους χώρους μας, από το καθημερινό cafe έως το gourmet εστιατόριο. Φυσικά, αυτή η αρχή δεν είναι τυχαία, αλλά στρατηγική επιλογή που αποπνέει τη δέσμευσή μας απέναντι στον πελάτη που μας τιμά με την παρουσία του. Μετά από 30 χρόνια παρουσίας, το γεγονός ότι μας έχουν συνδέσει όλοι με την ποιότητα μάς χαροποιεί ιδιαίτερα, καθώς θεωρούμε ότι συμβάλαμε καταλυτικά σε αυτή τη στροφή που σήμερα γίνεται σε όλη την παραλιακή. Στον Όμιλό μας δουλεύουμε πάντα με μακροπρόθεσμη προοπτική. Προς αυτήν την κατεύθυνση, επιδιώκουμε –και έως σήμερα το έχουμε επιτύχει– να είμαστε από αυτούς που δημιουργούν τα νέα δεδομένα και παρουσιάζουν πρώτοι τις νέες τάσεις. Και όλος αυτός ο «μηχανισμός» ανατροφοδοτείται μέσα από την επανεπένδυση σημαντικού μέρους των εσόδων μας στην περαιτέρω ανάπτυξη ή και ενίσχυση των χώρων μας.
Ποια η γνώμη σας για την παρούσα φάση της παραλίας; Τι τη χαρακτηρίζει; Ποιες είναι οι τελευταίες εξελίξεις;Παρά την ανάπτυξη και εναλλακτικών περιοχών, όπως στο κέντρο, θεωρούμε ότι η μοναδική αίσθηση που προσδίδει η θάλασσα και η μαγευτική θέα καθιστούν την παραλιακή κλασικό προορισμό. Ειδικότερα για φέτος, τη μεγαλύτερη έκπληξη αποτέλεσε το «Ακρωτήρι» και η συνεργασία μας με την ομάδα του Boutique, πρώην Galea.
Η παραλία πλέον, εκτός από καλοκαιρινός, είναι και χειμερινός προορισμός; Ποια είναι τα σχετικά σχέδιά σας;Με αυτή τη λογική λειτουργεί και η συντριπτική πλειοψηφία των χώρων μας, όπως είναι τα all day cafes, restaurants και bars, αλλά και το «Ιθάκη».
Άρης Χατζόπουλος και Διονύσης Ραλλάτος «Πρώιος», «El Pecado Isla»

Γιατί φέτος, αντί για τη Μύκονο, προτιμήσατε το χώρο του «Βο», για την καλοκαιρινή εκδοχή του «El Pecado»;
Η Μύκονος δεν μας αντιπροσώπευε. To «Εl Pecado» είναι ένα bar-restaurant – ο ίδιος ο κόσμος το μετέτρεψε σε club. Δεν θέλαμε, όμως, να γίνει after (όπως λειτουργεί το «Remezzo»). Θέλαμε έναν χώρο στο πλαίσιο της φιλοσοφίας του γνήσιου «Εl Pecado» της Αθήνας, ο οποίος να δίνει εξίσου έμφαση στη διασκέδαση και στο φαγητό. Εστιάζουμε στο γευστικό κομμάτι: Το άλμα στη γιαπωνέζικη κουζίνα, η οποία είναι το νέο στοιχείο, προέκυψε από τις τάσεις της Αργεντινής –τον τελευταίο καιρό στο Μπουένος Άιρες έχουν ιδιαίτερη αδυναμία στο sushi– και πάει πολύ καλά.
Πόσο διαφορετικό είναι το κοινό εδώ;Δεν διαφέρει πολύ. Μας ακολούθησε το κοινό του χειμώνα, στο οποίο προστέθηκε και εκείνο του «Βο». Είναι όμως και πολλοί που, απ’ ό,τι μας λένε, είχαν χρόνια να κατέβουν στην παραλία. Είναι κοινό 25 plus, το οποίο εκτιμάει το συνδυασμό καλού φαγητού και μουσικής. Η τελευταία είναι στην πραγματικότητα ένα δύσκολο κομμάτι –
κι οι ίδιοι συχνά αμφιταλαντευόμαστε. Οι επιλογές κινούνται μεταξύ latin, latin house, rock, disco, ’70s, μουσικές που χαρακτηρίζουν το «Εl Pecado».
Ο φετινός χειμώνας είχε μια show (βλ. αδερφές Μαγγίρα) διάσταση που έκλεψε την παράσταση. Τι καινούριο μας επιφυλάσσει το «El Pecado Isla»;Το καλοκαίρι είναι περίεργο να βάλεις τον κόσμο στη διάσταση ενός show. Περιοριστικό κατά κάποιον τρόπο, εφόσον η ανάγκη για πιο χαλαρά πράγματα είναι ουσιαστικό κομμάτι της παραλίας. Παρ’ όλ’ αυτά, έχουμε πολλά σχέδια, τα οποία θα ξετυλιχθούν σε βάθος χρόνου.
Πώς βλέπετε την εξέλιξη της παραλιακής;Η παραλιακή δεν πεθαίνει ποτέ. Είναι… το καλύτερο νησί της Ελλάδας. Και αυτή τη στιγμή, η παραλία επιστρέφει δυναμικά, συνδυάζοντας τόσο ποικιλία όσο και μεγαλύτερη πολυτέλεια. Σε καλύπτει. Μπορείς, ας πούμε, να ξεκινήσεις με φαγητό στις δώδεκα, να πας στις δύο σε κάποιο club και στις τέσσερις να βρεθείς στα μπουζούκια…
Σταύρος Κατσικάδης Γεν. Διευθ. Μαρίνας Φλοίσβου

Τα επίσημα εγκαίνια της μαρίνας έγιναν πριν από ένα χρόνο περίπου. Ένας πρώτος απολογισμός;
Σήμερα, η μαρίνα διαθέτει 250 θέσεις ελλιμενισμού, από τις οποίες οι μισές είναι θέσεις για mega-yachts (μήκος άνω των 30 μ.). Η πληρότητα στις θέσεις ελλιμενισμού ανέρχεται στο 100%, ενώ τα έσοδα από ελλιμενισμό και μισθώσεις ακινήτων ανέρχονται σε € 8,9 εκατ. Η πληρότητα των εμπορικών χρήσεων της Μαρίνας Φλοίσβου ανέρχεται στο 100% και η επισκεψιμότητα στους εμπορικούς της χώρους είναι ιδιαίτερα υψηλή. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κατά την περίοδο του χειμώνα, οι επισκέπτες κάθε Κυριακή ξεπερνούσαν τις 12.000.
Τι σημαίνει για την Αθήνα μια τέτοια επένδυση; Τι άλλαξε; Ο όρος «αθηναϊκή Ριβιέρα» περιγράφει το νέο παράκτιο lifestyle;Υπάρχουν πολύ όμορφες μαρίνες στο εξωτερικό. Η ομορφιά τους έγκειται στον περιβάλλοντα χώρο και συνήθως εκτός του χώρου της μαρίνας. Οι μαρίνες της γαλλικής Ριβιέρα βρίσκονται παραδοσιακά στην πρώτη θέση, όχι επειδή μπορούν να προσφέρουν στους πελάτες περισσότερα από ό,τι εμείς, αλλά επειδή το Monte Carlo, οι Cannes, το Saint Tropez ήταν ήδη εκεί. Νομίζω ότι η Μαρίνα Φλοίσβου δεν έχει να ζηλέψει τίποτα. Με την ολοκλήρωση του επενδυτικού προγράμματος ύψους € 45 εκατ., διαθέτει τις πλέον σύγχρονες υποδομές και εγκαταστάσεις στη ΝΑ Μεσόγειο και όχι μόνο. Μια μοντέρνα μαρίνα, με το χερσαίο εμπορικό κομμάτι πλέον σε πλήρη λειτουργία, απολαμβάνουμε όλοι έναν όμορφο, καθαρό και κομψό χώρο που αδιαμφισβήτητα κοσμεί την παράκτια ζώνη της Αττικής.
Ποια είναι τα highlights αυτού του μεγάλου project;Η Μαρίνα Φλοίσβου διαθέτει όλα εκείνα τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τις υποδομές που χρειάζεται να έχει μια mega yacht μαρίνα: βαθιά και καθαρά νερά, μεγάλες θέσεις ελλιμενισμού, κατάλληλα αγκυροβόλια, ανεξάρτητες παροχές ηλεκτροδότησης, υδροδότησης και τηλεφωνίας, σύγχρονα συστήματα πυρόσβεσης και διαχείρισης αποβλήτων. Επιπλέον, όμως, συνδυάζει την εμπορική ανάπτυξη (καφέ, μπαρ, εστιατόρια, σουπερμάρκετ, κομμωτήριο, καταστήματα) με τις λιμενικές υπηρεσίες για σκάφη από 15 έως 90 μ. Σήμερα, οι επισκέπτες της μπορούν να απολαύσουν μια σειρά από εμπορικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες σε ένα πραγματικά όμορφο και καθαρό περιβάλλον, πάντα με θέα τις επιβλητικές θαλαμηγούς.
Πόσο σημαντική είναι η τεχνική υποδομή στην ευρύτερη προσπάθεια για έναν «υψηλό» τουρισμό;Πολύ σημαντική. Η ανάγκη αναβάθμισης των υποδομών δεν είναι σημερινή απαίτηση. Ο λόγος, όμως, που έχει έρθει έντονα στο προσκήνιο και απασχολεί όλους τους φορείς του θαλάσσιου τουρισμού είναι κυρίως η ανεπάρκεια θέσεων ελλιμενισμού σε σχέση με την αντίστοιχη ζήτηση, γεγονός που δυστυχώς οδηγεί σε «διαρροή» προς ανταγωνιστικές μαρίνες στην Ιταλία, την Τουρκία και την Κροατία. Άμεσα μπορούν και πρέπει να αναβαθμιστούν οι μαρίνες που ήδη λειτουργούν. Όλοι οι αρμόδιοι έχουν πλέον αντιληφθεί ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με ιδιωτικοποίηση των κρατικών μαρίνων. Η αναβάθμιση των υποδομών και η ποιότητα υπηρεσιών δεν θα λύσει βέβαια το πρόβλημα της ανεπάρκειας θέσεων στην Αττική, αλλά θα ανεβάσει το επίπεδο και τις προδιαγραφές του θαλάσσιου τουρισμού στη χώρα μας, καθώς οι υπάρχουσες θέσεις θα αποτελούν μόνιμο προορισμό, 12 μήνες το χρόνο, για υψηλού επιπέδου ιδιωτικά και επαγγελματικά σκάφη. Έμμεσα επωφελείται ολόκληρος ο χώρος του yachting, τα ελληνικά πληρώματα, οι ναυλομεσίτες, τα ναυπηγεία, οι πράκτορες και οι εταιρείες διαχείρισης σκαφών.
highlights
01 To ντιζαϊνάτο σύμπαν του «Balux Cafe - the habitat project»: ένα τεράστιο «σπίτι» πάνω στη θάλασσα σαν υπερ-προνομιούχο εξοχικό.
02 Τα R & B Parties στο «Guzel» κάθε Τρίτη από τους Knockout και τον Mc Gifted, με stylish κοινό και τα λικνιστικά beats της N.Y. Soul. 03 Το «Vinilio», το οποίο ξεκαλοκαιριάζει για τρίτη χρονιά στο Riba’s – για αμετανόητους disco lovers. 04 Το sushi στο «διονυσιακό» ντεκόρ του «Εl Pecado Isla», αλλά και η διάσημη κονσόλα του, την οποία ενίοτε καταλαμβάνουν και διεθνείς της dance σκηνής. 05 Οι φοβεροί performers που φέτος δίνουν τον τόνο στο «Island» στις Spectacular Nights κάθε Πέμπτη. Σημειώστε: Tararam από το Ισραήλ και Tenors Incognito από το Λονδίνο. 06 Τα ελληνικά γκρουπάκια σε παράκτια lives: oι Όναρ κάθε Τετάρτη στο «Babae» και οι Emigre κάθε Τρίτη στο «Ακρωτήρι Boutique». 07 Οι βόλτες στον πλανήτη: Latin βραδιές με Capoeira shows στο «Dekko Summer» κάθε Τρίτη, Brazilian βραδιές κάθε Τετάρτη στο «Ammos Beach» και κάθε Δευτέρα αργεντίνικες βραδιές στο Envy Cafe. Ή είσαι international ή δεν είσαι. 08 Υψηλή ιχθυολατρεία. Το φαγκρί με γκοφρέ από πατάτα και λάιμ, πάνω στο οποίο περιχύνεις σάλτσα από βανίλια Μαδαγασκάρης, πλάι στην πισίνα, στο «La Peche». 09 Ένα αρωματικό ποτήρι κρασί στο «Coquillage», την ώρα που δοκιμάζεις τον τόνο ταρτάρ με χοντρό αλάτι και κρέμα μελιού-μουστάρδας-άνηθου και αρωματικό λάδι μυρωδικών. Με τα σκάφη απέναντι. 10 Το «Sailing Bar», μπροστά από το «Kitchen Bar», που αρμενίζει μετά των συνοδευτικών κοκτέιλ σε όμορφο by the sea σκηνικό. 11 Το deck του «Vive Mar» – πραγματικά νομίζεις ότι βρίσκεσαι πάνω σε πλοίο. 12 Η καλοκαιρινή εκδοχή του Hytra: η «Γαλάζια Hytra», στον Αστέρα, πάντα με την ελληνική κουζίνα υπ’ ατμό σε δημιουργικό… βρασμό. 13 Η κλασική –και εξαιρετική– παράκτια συνταγή του «Iθάκη», υπό τον σεφ Κριστόφ Κλεσιέν, είναι στα καλύτερά της. 14 Στο ανανεωμένο «Καστελόριζο», με τη λιτή και μοντέρνα αισθητική, απολαμβάνουμε οικεία ψαροφαγία επιπέδου.