Σε πολλούς, το Τροντχάιμ της Νορβηγίας μάλλον είναι ένας άγνωστος προορισμός, εκτός αν, σαν και του λόγου μου, έτυχε κανείς να παρακολουθεί φανατικά Champions League τις προηγούμενες δεκαετίες. Σε αυτή την περίπτωση, θα γνώριζες πιθανότατα πως πρόκειται για την έδρα της Ρόζενμποργκ, που επί σειρά ετών είχε τύχει να αντιμετωπίσει Παναθηναϊκό και Ολυμπιακό αντίστοιχα, για την κορυφαία διασυλλογική ποδοσφαιρική διοργάνωση. Πέρα από αυτό όμως, το Τροντχάιμ, στον ευρωπαϊκό βορρά και την κεντρική Νορβηγία, αποτελεί έναν out of the box προορισμό που, όσο να πεις, έχει το ενδιαφέρον του, ανάμεσα στα φιορδ και κάπου κοντά στον Αρκτικό Κύκλο.
Και δεν είμαι καθόλου βέβαιος πως θα φανταζόσουν ότι εδώ θα μπορούσε να υπάρξει ένα πραγματικά σπουδαίο μπαρ, όπως είναι το Britannia Bar. Φωλιασμένο στο ομώνυμο, πανέμορφο και υπεραιωνόβιο ξενοδοχείο, στην καρδιά της 4ης μεγαλύτερης νορβηγικής πόλης, το εν λόγω σποτ αποτελεί ένα top tier cocktail spot με χαρακτήρα, νόστιμα ποτά και σεβασμό στο παρελθόν της ίδιας της περιοχής. Το συγκεκριμένο blending είναι τόσο γοητευτικό, που αξίζει κανείς ακόμη και να βρεθεί εδώ μόνο και μόνο για να βιώσει τη συνολική εμπειρία.


Η αίσθηση είναι ξεκάθαρη ήδη από την είσοδο, καθώς αντιλαμβάνεσαι πως αυτός είναι ένας χώρος που ξέρει ακριβώς τι θέλει να είναι και στο "σερβίρει" με ακρίβεια. Ο σχεδιασμός αντλεί έμπνευση από τα κλασικά hotel bars του Λονδίνου, αλλά χωρίς να επιθυμεί επιτηδευμένα να γίνει νοσταλγικός. Αντίθετα, λειτουργεί σαν ένα refined σκηνικό όπου οι ντόπιοι βρίσκουν καταφύγιο και οι επισκέπτες έναν λόγο να μείνουν λίγο παραπάνω — μεριμνούν για αυτό η μακριά μπάρα, ο ατμοσφαιρικός φωτισμός, το διακριτικό σέρβις και η συνολική αίσθηση. Δεν προκαλεί λοιπόν καμία έκπληξη πως έχει αποσπάσει διακρίσεις όπως εκείνες των Best Cocktail Bar και Best Cocktail Menu στα 2025 Bartenders’ Choice Awards, με την ποιότητα να δηλώνει παρούσα σε κάθε πτυχή του.
Έχω ένα soft spot στην καρδιά μου για τα εικαστικά αψεγάδιαστα μενού και στο Britannia Bar έχουν πετύχει, τόσο αισθητικά όσο και σε επίπεδο storytelling, να αποτυπώσουν ακριβώς αυτά που είχαν κατά νου, με το "Portraits of Britannia", την τρέχουσα κάρτα ποτών, την οποία έχουν επιμεληθεί οι εξαιρετικά ταλαντούχοι Οyvind Lindgjerdet (Executive Bar Manager) και Daniel Kovács (Head Bartender).


Η λίστα των cocktails, πριν από οτιδήποτε άλλο, είναι ένας φόρος τιμής στην ιστορία του χώρου, με κάθε ποτό να λειτουργεί σαν αφηγηματικό κεφάλαιο, εμπνευσμένο από πραγματικές προσωπικότητες που συνδέονται με την ιστορία του ξενοδοχείου. Και, πίστεψέ με, η ιδέα θα μπορούσε εύκολα να γίνει υπερβολικά concept-driven, αλλά στην πράξη παραμένει ουσιαστική και απολαυστική.
Εκ των πρωταγωνιστών στο "Portraits of Britannia" είναι το aquavit, το εθνικό απόσταγμα της Νορβηγίας, που λάμπει σε κάποια εκ των 10 signature cocktails. Όπως το Norum, το λαμπερά αρωματικό και με καθαρή "δασική" φρεσκάδα ποτό, στο οποίο το aquavit δένει απροσδόκητα καλά με το μήλο και τις νότες πεύκου, δημιουργώντας ένα cocktail που μοιάζει να αποτυπώνει το τοπίο της Νορβηγίας σε υγρή μορφή. Το Cecilie, από την πλευρά του, κινείται σε πιο βοτανικά μονοπάτια, όντας πικάντικο αλλά ισορροπημένο, με μια οξύτητα που κρατά το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Αντίστοιχα, το James είναι πιο comfort-driven, βελούδινο, με νότες σοκολάτας και μια ήπια φρουτώδη ένταση που το κάνει εξαιρετικά προσβάσιμο και κατανοητό για τον οποιονδήποτε.

Το Wedel, ένα clarified milk cocktail με σχεδόν μεταξένια υφή, δίνει την ευκαιρία στο κονιάκ και στο βερμούτ να αποκτήσουν νέα διάσταση μέσα από λεπτές φρουτώδεις και ανθικές αποχρώσεις, με την προαναφερθείσα τεχνική να λειτουργεί σαν πυλώνας ισορροπίας.
Στα πιο easygoing cocktails, το Stensrud ξεχωρίζει για τη ζωντάνια του, με όξινα και ανθικά στοιχεία (που το κάνουν ιδανικό για αρχή), ενώ το Viktor είναι ίσως το πιο δροσιστικό της λίστας, καθαρό και αρωματικό, με ισορροπία που δύσκολα πετυχαίνεται σε gin-based drinks.


Το Ingeborg (με rye ουίσκι και στοιχεία από δαμάσκηνο και κάστανο) έχει μια πιο ζεστή, σχεδόν νοσταλγική διάσταση, με βάθος και γλυκύτητα, ενώ το Benito φέρνει μια παιχνιδιάρικη οξύτητα (grappa, βερμούτ, Campari, φράουλες) που ανανεώνει τον ουρανίσκο.
Προσωπικό αγαπημένο το Nansen, εμπνευσμένο από τον διάσημο εξερευνητή Fridtjof Nansen. Είναι πιο βαθύ και σύνθετο, γήινο, umami, με στρώματα που ξεδιπλώνονται σταδιακά και έναν φίνο συνδυασμό aquavit με oloroso sherry.

Το Bleken, τέλος, κλείνει τη σειρά με έναν πιο "στοχαστικό" χαρακτήρα (aquavit, clarified βούτυρο, άνθος κερασιάς), διακριτικά βουτυράτο και σχεδόν αρτιστίκ στην εκτέλεσή του (εμπνευσμένο άλλωστε από τον ζωγράφο Håkon Bleken).
Αυτό που δίνει έξτρα πόντους στο Britannia Bar — πέρα από τα προαναφερθέντα — είναι η συνοχή. Τίποτα δεν φαίνεται τυχαίο. Από τις πρώτες ύλες, πολλές εκ των οποίων προέρχονται από την ευρύτερη περιοχή του Τρέντελαγκ, μέχρι τη βαθιά εστίαση στο aquavit, κάθε στοιχείο υπηρετεί μια ξεκάθαρη ταυτότητα. Και αυτή ακριβώς προσδίδει φυσικότητα, βάθος και μια σπάνια προσήλωση στη λεπτομέρεια — τόσο, που καταφέρνει να σταθεί όχι μόνο ως ένα από τα κορυφαία μπαρ της Σκανδιναβίας, αλλά και ως (όπως προείπαμε) ένας προορισμός που αξίζει το ταξίδι από μόνος του.
Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, Tik Tok και το Instagram.
