ΑΚΗΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ
"Η Κύπρος; Σαν ένα πολύ όμορφο κτίριο, με αποκαΐδια όμως ακόμη μέσα του"
Στα 21 του έδωσε εξετάσεις στο Actor's Studio. Απέτυχε, αλλά του βγήκε σε καλό, γιατί απομυθοποίησε τη "μέθοδο". Ακολουθεί τη φιλοσοφία της δασκάλας του Στέλα Άντλερ: "just do it, ο θεατής την ψευδαίσθηση θέλει". Και όσο ξεκάθαρος είναι στην υποκριτική του τόσο εύστοχος και άνετος είναι στις συνομιλίες του. Αφορμή το "Κάτω από τ' άστρα" του Χρήστου Γεωργίου. Πώς ήταν η εμπειρία με τον Χρήστο Γεωργίου, έναν νέο σκηνοθέτη;
Αν και νέος, είναι έμπειρος -έχει δουλέψει πολύ στην Αγγλία, σε ντοκιμαντέρ και σε φιξιόν μικρού μήκους- και ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Το "Κάτω από τ' άστρα" ήταν μια ταινία που γυρίστηκε με συγκεκριμένο budget, κι έτσι έγιναν πολλές πρόβες πολύ πριν από τα γυρίσματα. Βοήθησε και το ότι γνωρίζω την κατάσταση στην Κύπρο πολύ καλά -πήγα με το θέατρο γύρω στις τέσσερις-πέντε φορές. Την θεωρώ μέσα μου σαν μια δεύτερη πατρίδα. Επί ένα χρόνο περίπου αλληλογραφούσαμε με τον Χρήστο με e-mail και κάναμε ενδιαφέρουσες συζητήσεις με το Βritish Screen Finance, το οποίο χρηματοδότησε την ταινία. Το British Screen δεν δίνει χρήματα αν δεν έχει την τελική εικόνα της ταινίας. Και εφόσον κάνεις το storyboard σωστά, έρχεται κάποιος στα γυρίσματα να δει αν το ακολουθείς. Ακούγεται στεγνό και αυστηρό, αλλά σου δίνει τρομερή ελευθερία τελικά. Ο χρόνος της προεργασίας είχε μεγάλη σημασία. Ήξεραν ότι την τάδε ημέρα, την τάδε ώρα πρέπει να γυρίζουμε αυτήν εδώ την λήψη διότι ο ήλιος εκείνη τη στιγμή είναι εκεί!
Το απρόβλεπτο υπάρχει πάντα από την αρχή μέχρι το τέλος. Είναι όμως διαφορετική περίπτωση να το έχεις ως σημαία. Πάντα πιστεύω, και στο θέατρο και σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης, ότι οργανώνεις πολύ σωστά και καλά το τυχαίο.
Οι πιο πολλοί υποσχόμενοι νέοι σκηνοθέτες έχουν σπουδάσει στο εξωτερικό. Σε απασχολεί το ότι δεν υπάρχει εδώ Ακαδημία Κινηματογράφου;Είναι αδιανόητο το ότι δεν υπάρχει. Ας πάρουν χρήματα από την Ενωμένη Ευρώπη να την κάνουν επιτέλους. Τα πιο πολλά τα μαθαίνουν πάνω στην δουλειά, και μάλιστα στην τηλεόραση. Άσχετα αν την κατηγορούν, είναι πολύ σημαντικό, ιδίως για τους τεχνικούς. Δεν υπάρχει όμως μια κοινή γλώσσα στα διάφορα κομμάτια αυτού που λέμε κινηματογραφία. Ο script, ο ενδυματολόγος, ο μουσικός, πρέπει να έχουν όλοι μια κοινή γλώσσα. Έξω -χωρίς να έχω το σύμπλεγμα του "εξωτερικού" -ο καθένας έχει απόλυτη συναίσθηση του πόστου του, υπάρχει μια ιεραρχία και ο καθένας ξέρει τα όρια τα δικά του, αλλά και του άλλου. Αυτό το έζησα και στην Αμερική, στο Λος Άντζελες, όπου έπαιξα σε μια ταινία της Έρσης Δάνου.

Η ιστορία του "Λουκά" είναι η βιογραφική ιστορία του Χρήστου;
Είναι η βιογραφική ιστορία της μισής Κύπρου. Οι γονείς του Χρήστου βέβαια ζουν, αλλά υπάρχουν και δικά του βιώματα στον χαρακτήρα που υποδύομαι. Ο Λουκάς είναι αρκετά μαζεμένος, γιατί ο Χρήστος ήθελε να είναι ένας ρόλος "κρατημένος" -κάτι αρκετά δύσκολο για τον ηθοποιό. Όταν προβλήθηκε η ταινία στην Κύπρο, πολλά παιδιά της ηλικίας μου που είχαν συνείδηση του τι γινόταν το '74 μου είπαν ότι ταυτίστηκαν, ακριβώς έτσι ένιωθαν: "θέλω να πάω στο χωριό μου, να δω πού γεννήθηκα, να βρω ποια είναι η βαθύτερή μου ρίζα και από την άλλη βλέπω την όλη κατάσταση να γιγαντώνεται μπροστά μου". Γίνεται μια απίστευτη ανοικοδόμηση της Κύπρου σε όλους τους τομείς. Είναι μια υπερμοντέρνα χώρα, μια μικρή Σιγκαπούρη.
Αν υποθέσουμε ότι ήσουν Κύπριος με αυτά τα βιώματα, θα αντιδρούσες όπως ο Λουκάς ή όπως η Φοίβη;Λόγω ιδιοσυγκρασίας έχω πάντα επαφή με τα πράγματα πίσω μου. Είμαι συντηρητικός, κρατάω αντικείμενα, μνήμες. Μου αρέσει να γυρίζω στη Θεσσαλονίκη, να βλέπω πού μεγάλωσα. Μάλλον λοιπόν, θα ήμουν με τη μεριά του Λουκά. Βέβαια, έχω ταξιδέψει πολύ, έφυγα νωρίς από το πατρικό σπίτι κι αυτό είναι το στοιχείο της Φοίβης -αυτή είναι η καινούργια Κύπρος. Σαν ένα πολύ όμορφο κτίριο, με αποκαΐδια όμως ακόμα μέσα του. Έχει καεί και δεν έχει ανακαινιστεί. Έτσι βλέπω και την μείξη των δυο χαρακτήρων.
Στην ταινία, όλες οι επαφές σας με Τούρκους ήταν μέσα από παιχνίδια…Είναι ένα στοιχείο που με ξάφνιασε και μένα στο σενάριο, απορούσα αν συμβαίνει στ' αλήθεια. Είδα ότι ακριβώς έτσι είναι τα πράγματα. Εκεί που είναι έτοιμοι να καθαρίσουν ο ένας τον άλλο, 17χρονα και 20χρονα παιδιά, μπορεί να τους δεις να παίζουν μεταξύ τους. Αυτό το στοιχείο βοήθησε και την ταινία να αποφύγει το μελοδραματισμό.
Υπήρχαν αντιδράσεις για το τέλος της ταινίας;Εκεί ήταν η διαφωνία πολλών. Κάποιοι είπαν ότι είναι τραβηγμένο, με το μοντέλο των "κακών" Τούρκων και των "καλών" Ελλήνων. Παρ' όλα αυτά, έχουν συμβεί πάρα πολλά επεισόδια μόνο από την τουρκική πλευρά. Εκεί υπάρχει νόμος που επιβάλλει την εκτέλεση όποιου μπει στην νεκρή ζώνη -κάτι που δεν ισχύει στην ελληνοκυπριακή μεριά. Όταν το συζητούσαμε με τον Χρήστο, εγώ το έβρισκα απαραίτητο. Γιατί περνάς από το φαντασιακό κομμάτι της ταινίας -όπου έρχονται οι μνήμες και μαλακώνει η καρδιά σου -στην πραγματικότητα.
Βένια Βέργουvvergou@athinorama.gr