©️Mike_Rafail
Δεν είναι ηλικιωμένοι Πέρσες, όπως στο πρωτότυπο, αυτοί που γεμίζουν την ορχήστρα, αναμένοντας με αγωνία ένα νέο για την έκβαση της ναυμαχίας στη Σαλαμίνα και την τύχη του βασιλιά τους, Ξέρξη. Στην εκδοχή του Χρήστου Θεοδωρίδη, τον Χορό συνιστά ένα πλήθος ανδρών και γυναικών, κυρίως νέοι, μάχιμοι ακόμη πολίτες. Από την πρώτη σκηνή, ο σκηνοθέτης δηλώνει την πρόθεση για μία ανοιχτή ανάγνωση της αισχυλικής τραγωδίας, η οποία εδώ μετατρέπεται σε επιτακτική και δυναμική κραυγή αγωνίας.

Ο Χορός της παράστασης, συνεχώς παρών επί σκηνής, δεν είναι μόνο άνθρωποι που συντρίβονται στο άκουσμα του ολέθριου χαμού των συμπατριωτών τους -φίλων και συγγενών τους- αλλά και άνθρωποι που οργίζονται, όπως και άνθρωποι που ζητούν εξηγήσεις. Είναι μία ομάδα, μέλη μιας κοινωνίας, που πότε σαστίζουν, πέφτουν σε ακινησία και σιωπή υπό το βάρος του αδιανόητου και πότε εκρήγνυνται. η χαρακτηριστική κινησιολογία είναι της Ξένιας Θεμελή, ενώ τον δεκαεπταμελή Χορό απαρτίζουν οι Γιώργος Κισσανδράκης, Ντένης Μακρής, Τατιάνα-΄Άννα Πίττα, Σαββίνα Σωτηροπούλου, Βασίλης Τρυφουλτσάνης, Σαμψών Φύτρος κ.ά.

Απέναντι σε αυτό το πλήθος, όπου σιγοβράζει μία υπόνοια εξέγερσης, στάθηκαν ξέχωρα τα δραματικά πρόσωπα, οι φορείς της περσικής εξουσίας, και μόνο υπό αυτό το πρίσμα μπορεί να δικαιολογηθεί η αισθητική ανομοιογένεια της ερμηνείας (και συνολικότερης παρουσίας) μεταξύ του Χορού και των δραματικών προσώπων: η Μαρία Ναυπλιώτου ερμήνευσε την ΄Άττοσσα με στιβαρότητα αλλά και κάποια απόσταση από τα δρώμενα, ο Δημήτρης Καταλειφός (φάντασμα του Δαρείου) είχε πάθος, πυγμή αλλά και περιττή κινητικότητα, ο Αναστάσης Ροϊλός έδειξε με εξωτερικά σχήματα την αμετανόητη αλαζονεία του Ξέρξη.

Ο Θεοδωρίδης κατέβηκε στην Επίδαυρο με μία εξαιρετική ιδέα και διασκευή (τη δραματουργική επεξεργασία υπογράφουν οι Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης & ο ίδιος), εμπλουτίζοντας το πρωτότυπο με νεότερα κείμενα (λογοτεχνικά και ντοκουμέντα), που μεταφέρουν τη βαρβαρότητα του πολέμου από το αρχαίο Ιράν ως τη Χιροσίμα, το Σεράγεβο και τη σημερινή Παλαιστίνη.
Διευρύνει έτσι την πρόσληψη της αισχυλικής τραγωδίας, ενώ η απόφαση να "μετατρέψει" τον Χορό από υπάκουους υπήκοους σε πολίτες που αντιδρούν είναι ερεθιστική και γόνιμη και τον τοποθετεί ανάμεσα στους σκηνοθέτες που διαβάζουν την αρχαία τραγωδία με σύγχρονους αλλά κυρίως ουσιαστικούς όρους - με τον τρόπο της, η παράσταση "συνομιλεί" με αυτή του Δημήτρη Καραντζά στο ίδιο έργο, λίγα καλοκαίρια νωρίτερα, ειδικά όσον αφορά τον αναβαθμισμένο και διευρυμένο ρόλο του Χορού. Μια παρατήρηση που έχει τη σημασία της, όσον αφορά τη "στροφή" στην ανάγνωση του αρχαίου δράματος από τους σκηνοθέτες της νεότερης γενιάς.

΄Όμως αυτή η εξαιρετική πρώτη ύλη εκπληρώθηκε σε μία ανισοβαρή παράσταση, όπου επικρατούν διαφορετικές θερμοκρασίες. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η σκηνή του Αγγελιαφόρου, που μεταδίδει τα νέα της ήττας των Περσών: η ρήση διευρύνεται με νεότερες μαρτυρίες, που περιγράφουν γλαφυρά την ωμότητα της πολεμικής πραγματικότητας, ενώ ο ήχος της σειρήνας του πολέμου σκίζει την αφήγηση. Μία σκηνή που θα μπορούσε να γίνει σημείο αναφοράς, αποδόθηκε (από τον Σταύρο Σβήγκο) με ένα ενοχλητικό κρεσέντο φωνής και ερμηνείας.
Από την άλλη, υπέροχη ήταν η σκηνή της επίκλησης του Δαρείου (όπου έγινε και εξαιρετική χρήση του χώρου πίσω από την ορχήστρα), όπως και το φινάλε: η μεταφορά μέρους του πρώτου στασίμου, όπου ο Χορός αναφωνεί συντετριμμένος (εδώ και οργισμένος) τα ονόματα των Περσών που χάθηκαν, κορύφωσε την ανανεωμένη ανάγνωση του ρόλου του.

Η επιλογή (;) να παραμείνει χωρίς σκηνικό, εντελώς άδειος, ο χώρος της ορχήστρας, θα μπορούσε να διαβαστεί ως αποτύπωση της ψυχικής ερημίας, ενώ το χώμα που σκέπαζε την ορχήστρα είχε τη δική του συμβολική δυναμική. πάντως, οι εξαιρετικοί φωτισμοί (Ιωάννα Αθανασίου, Τάσος Παλαιορούτας) αναπλήρωσαν την έλλειψη σκηνικού, δημιουργώντας δραματικά και συναισθηματικά περιβάλλοντα, όπως έκανε και η -πότε σπαρακτική πότε βίαιη- μουσική (η πρωτότυπη είναι του Jeph Vanger, ενώ ακούστηκαν και συμφωνικά κομμάτια και παραδοσιακά τραγούδια). Τα κοστούμια της Τίνας Τζόκα υποστήριξαν τη διάκριση μεταξύ Χορού (τον οποίο έντυσε με απολύτως λιτά και σημερινά ρούχα) και δραματικών προσώπων, που έφεραν στοιχεία δηλωτικά του περσικού πλούτου και της βασιλικής εξουσίας (αν και το κοστούμι του Ξέρξη υπήρξε μια αισθητική παραφωνία).
Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου στις 3 και 4 Ιουλίου. Θα ακολουθήσει περιοδεία στα ανοιχτά θέατρα της Αττικής: Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού (2/9), Θέατρο Πέτρας (3/9), Κηποθέατρο Παπάγου (5-6/9), Βεάκειο Πειραιά (8/9), Δημοτικό Θέατρο "Αλέξης Μινωτής", Αιγάλεω (9/9), Θέατρο Βράχων (28/9).
Περισσότερες πληροφορίες
Πέρσες
Στην πρώτη κάθοδό του στην Επίδαυρο ο Χρ. Θεοδωρίδης χτίζει μια σύγχρονη, πολιτικά αιχμηρή ανάγνωση της «τραγωδίας των ηττημένων» μετά τη Ναυμαχία της Σαλαμίνα, του παλαιότερου σωζόμενου στο σύνολό του έργου της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας, με τον άνθρωπο και το συλλογικό τραύμα στο επίκεντρο. Μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή που ανοίγει έναν διαχρονικό διάλογο: οι ηττημένοι δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά σε κάθε εποχή, σε κάθε πλευρά. Ένας πολυμελής θίασος συγκροτεί έναν Χορό-πρωταγωνιστή σε μια σκηνή σχεδόν γυμνή. Οι «Πέρσες» αποτελούν το αρχαιότερο και ταυτόχρονα την πρώτη θεατρική καταγραφή ιστορικών γεγονότων. Ο Αισχύλος, αυτόπτης μάρτυρας της ναυμαχίας, δημιουργεί ένα «σκηνικό ρεπορτάζ» πολέμου, μόλις οκτώ χρόνια μετά την καταστροφή.