Με τη φρεσκάδα του νέου club, το «Dekko» κατέλαβε το χώρο της «Αυτοκίνησης» και του έδωσε τον αέρα ανανέωσης που τόσο χρειαζόταν.

Η «Αυτοκίνηση» ήταν από τα πρώτα clubs που πήγα στη ζωή μου, όταν, μαθητές ακόμα, κάναμε parties για να μαζέψουμε κάνα φράγκο να πάμε πενταήμερη στη Ρόδο. Ήδη από τότε, αρχές ’90s μιλάμε, η «Αυτοκίνηση» ήταν ένα μυθικών διαστάσεων club. Όχι μόνο για μας που ήμαστε πιτσιρικάδες κι εντυπωσιαζόμασταν με το παραμικρό, αλλά και για τους μεγαλύτερους, οι οποίοι τη θεωρούσαν το κορυφαίο club της Αθήνας. Τη βάφτισε έτσι ο Μάκης Σαλιάρης, ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν πρωταθλητής ταχύτητας σε αγώνες αυτοκινήτου. Θέλεις λόγω του γιγάντιου για την εποχή μεγέθους της, θέλεις λόγω της mainstream λογικής της και της inclusive πολιτικής της, η «Αυτοκίνηση» ήταν το πρώτο μεγάλο «αταξικό club» της Αθήνας. Γι’ αυτό πέτυχε. Έκτοτε, όμως, ο μύθος της σταδιακά έσβηνε. Το τοπίο του clubbing έγινε πιο ανταγωνιστικό και τα σημάδια του χρόνου και της παραίτησης άρχισαν να είναι πλέον φανερά.
Φέτος το καλοκαίρι το –πάντοτε μοντέρνο– κτίριο είχε μεταβληθεί σε γιαπί. Κάτι μεγάλο έδειχνε να μαγειρεύεται, γεγονός που επιβεβαιώθηκε όταν ο Μάκης Παλιούρας μας αποκάλυψε ότι εκεί θα έφερνε πλέον το club του, το «Dekko». Το «Dekko», πάλι, μπορεί να το γνωρίζουμε ως κολωνακιώτικο στέκι, όμως η φήμη του υπερβαίνει τα όρια του downtown. Άλλωστε, ύστερα από μερικά καλοκαίρια στην παραλιακή, έχει φτιάξει τόσο μεγάλο πελατολόγιο, ώστε η μετακόμισή του σε μεγαλύτερο χώρο δεν αποτελούσε απλή επιθυμία, αλλά ανάγκη.
Το ρεκτιφιέ του χώρου επιμελήθηκε ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Τσίτσος, ο οποίος έχει στήσει μερικά από τα πολυτελέστερα μαγαζιά της Θεσσαλονίκης. Αλλά και στην Κηφισίας είχε αρκετή ελευθερία να μεγαλουργήσει: ήδη από το εντυπωσιακό χολ της εισόδου, με τη φωτεινή μαρμάρινη σκάλα που οδηγεί στους εξώστες και τις χυτές μαύρες κουρτίνες να δίνουν τον τόνο της επισημότητας, η αλλαγή είναι αισθητή. Δεξιά όπως μπαίνεις, βρίσκεις το εστιατόριο, το ένα από τα δύο prive stages του club, ενώ στην ευθεία έχεις το κυρίως club, ντυμένο στα μαύρα, να καλύπτεται ολόκληρο από τα κρύσταλλα ενός εντυπωσιακού και πανάκριβου πολυελαίου.

Στο εστιατόριο μας υποδέχεται ο μετρ Νικήτας Γιαννακός, γνωστός από τη θητεία του στο μόντελινγκ καθώς και σε πολλά γνωστά αθηναϊκά clubs. Ο χώρος του εστιατορίου μπορεί να έχει, βεβαίως, και μια prive εσάνς, μετά τη μία το βράδυ όμως θα αποκτήσουν τη θέση τους εκεί και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία πελάτες του ποτού. Το μενού του «Dekko» είναι φέτος αρκετά πιο πλήρες σε σχέση με τις δύο προηγούμενες εκδοχές του σε Κολωνάκι και Βούλα. Πάντοτε μεσογειακό, με έμφαση στα ζυμαρικά και στο κρέας. Θα θέλαμε όμως να υπάρχει μια μεγαλύτερη ποικιλία σε σχέση με τα όλα κι όλα πέντε βασικά cocktails του καταλόγου του. Αν ένας χώρος έχει κλάση, ντιζαϊνάτα έπιπλα και λαμπερά χρυσά φωτιστικά, τότε οφείλει να την υποστηρίζει και με τις προσφερόμενες υπηρεσίες.
Στο μεγάλο club, πάλι, συνυπάρχουν όλες οι ηλικίες: από τους παλιούς θαμώνες που «έφαγαν εδώ μέσα τα νιάτα τους» μέχρι τη μελλοντική γενιά των clubbers που ξεδίνουν από το βάρος της σχολικής ρουτίνας. Το χάσμα των γενεών γεφυρώνεται όταν το πρόγραμμα ξεκινά με Pink Floyd και «The Wall». Από κει και ύστερα, βέβαια, o resident DJ Μάνος (που έχει πλέον πίσω του έναν ολόκληρο prive χώρο για ποτό), θα παίξει ένα κεφάτο mainstream πρόγραμμα, το οποίο περιλαμβάνει σημερινές house επιτυχίες, παλιά και νέα hip hop τραγούδια, και κατά τις τρεις το βράδυ το καθιερωμένο πλέον γύρισμα στα ελληνικά (ύστερα από μια μικρή latin παρένθεση). Με popular διαθέσεις κυλούν και οι υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας, αν και εστιάζουν σαφώς σε πιο συγκεκριμένα μουσικά είδη: τις Τετάρτες θα ακούσεις πολλή r&b στα Precious Nights, τις Πέμπτες συνεχίζονται τα Show Me Love parties του Γιάννη Γεροντάκη (ο οποίος συνδυάζει τη house και την r&b), ενώ οι Κυριακές, όπως επιβάλλει η παράδοση, βαφτίζονται Greek nights!
DATA