Μετά την υπερβίαια «τριλογία της εκδίκησης» και τη… ρομαντική κωμωδία «I’m a Cyborg, but that’s OK», ο Κορεάτης δημιουργός του «Old Boy» δοκιμάζει τη δεξιοτεχνία του σ’ ένα βαμπιρικό θρίλερ και φεύγει από το Φεστιβάλ Κανών με το Βραβείο της Επιτροπής.

Ένας παπάς, ο οποίος εξαιτίας ενός πειράματος μετατρέπεται σε βρικόλακα, μια παράξενη ερωτική ιστορία και στο κέντρο ένα ηθικό δίλημμα, όπως σε κάθε ταινία του Παρκ Τσαν-Γουκ, μετατρέπουν τη «Δίψα» από επιπλέον ένα horror movie σε μια sui generis, οπτικά συναρπαστική υπαρξιακή αλληγορία. Συναντήσαμε τον σκηνοθέτη στο μεγαλύτερο φεστιβάλ του κόσμου (όπου έχει ξαναβραβευτεί για το «Old Boy»). «Αν και το Βερολίνο είναι αυτό που μ’ έκανε γνωστό με το “Joint Security Area”, οι Κάνες παραμένουν το αγαπημένο μου διεθνές κινηματογραφικό ραντεβού». Ύστερα από μια κομεντί, μια ταινία τρόμου; Τουλάχιστον εσείς θα περιγράφατε τη «Δίψα» ως ταινία τρόμου;
Το πρόβλημα με τις κατηγοριοποιήσεις των ταινιών είναι ότι προδιαθέτουν τον θεατή για πράγματα που πολλές φορές δεν συναντά και απογοητεύεται. Θα έλεγα πως η «Δίψα» είναι μια «βαμπιρική ερωτική ιστορία», αλλά όσο κι αν μοιάζουν στο ρομαντικό τόνο, δεν είναι ούτε ο «Δράκουλας» του Κόπολα ούτε μια κλασική ταινία τρόμου.
Χειρίζεστε, πάντως, πολλά από τα στερεότυπα του βαμπιρικού μύθου και των ανάλογων ταινιών.Η ταινία αντιμετωπίζει το βαμπιρισμό σαν «αρρώστια». Προσπαθεί να περιγράψει την καθημερινότητα του ήρωα σαν να είναι ασθενής, με ρεαλιστικό τρόπο. Χρησιμοποιούμε, βέβαια, κάποια από τα γνωστά μοτίβα για τους βρικόλακες, αλλά προσπαθώ να μη γίνω γραφικός. Το φως παίζει καθοριστικό ρόλο, αλλά όχι οι σταυροί – ούτε, φυσικά, το σκόρδο. Στην Κορέα, έτσι κι αλλιώς, αν ίσχυε το τελευταίο, ένας βρικόλακας δεν θα έβρισκε άνθρωπο να δαγκώσει…
Στην ταινία υπάρχει έντονο το θρησκευτικό στοιχείο, όχι μόνο λόγω της ιδιότητας του πρωταγωνιστή αλλά και ως προβληματισμός πάνω στην πίστη, τη θυσία…Δεν είμαι θρήσκος, αλλά η θρησκεία έχει παίξει ρόλο στην ανατροφή μου, καθώς φοίτησα σε καθολικό σχολείο. Είναι κάτι που μ’ επηρέασε, γιατί συνειδητά ή ασυνείδητα υπάρχουν θεολογικές και θρησκευτικές αναφορές σε όλες μου τις ταινίες. Τρέφω μεγάλο σεβασμό για καλλιτέχνες που ήταν πιστοί και αυτή τους η πίστη τους έδωσε έμπνευση και καλλιτεχνική δύναμη. Ο Μπαχ και η μουσική του είναι ένα σημείο αναφοράς για εμένα και μακάρι να μπορούσα να πω τα λόγια της Βίβλου «Γνώρισα τον Θεό, μπορώ να πεθάνω ευτυχισμένος». Αλλά μάλλον ακόμα δεν μπορώ…
Οπότε πώς αντιμετωπίζετε το κεντρικό ηθικό ερώτημα του φιλμ, το οποίο έχει να κάνει με το δίλημμα του παπά; Αν μπορεί δηλαδή να αντισταθεί ή αν θα σκοτώσει για να επιβιώσει;Ο Σανγκ-Χιον, ο ήρωάς μας, θέλει να θυσιαστεί για την ανθρωπότητα, για το καλό. Το τίμημα είναι η νέα του τρομακτική ταυτότητα και για να συνεχίσει να ζει, πρέπει να «αμαρτήσει», πρέπει να σκοτώσει. Όλα γυρίζουν γύρω από τις παραχωρήσεις που πρέπει να κάνουμε στη ζωή για να εκπληρώσουμε τις επιθυμίες μας. Τίποτα δεν είναι χωρίς κόστος και καμιά ζωή δεν είναι τέλεια. Ο Σανγκ-Χιον, όμως, δεν το βάζει κάτω και πολεμά μέχρι τέλους. Αυτόν τον αγώνα περιγράφει η «Δίψα», τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο παλεύουμε καθημερινά, συχνά απέναντι στο ακατόρθωτο.
Είχατε αρχίσει να δουλεύετε το σενάριο πριν από χρόνια. Πόσο άλλαξε αυτό μέχρι να φτάσει τελικά στην οθόνη;Κοντεύουν δέκα χρόνια από την αρχική γραφή του και, όπως είναι φυσικό, έχουν γίνει πολλές αλλαγές. Το ουσιαστικό είναι
ότι παλιά σκεφτόμουν κάτι πιο σοβαρό, κάτι πιο πιστό σε μια ταινία είδους. Σταδιακά προστέθηκε χιούμορ, ένα υπόγειο, μαύρο χιούμορ, το οποίο έτσι κι αλλιώς υπάρχει σε όλες μου τις ταινίες.
Η αίσθηση του χιούμορ, όχι μόνο στις δικές σας αλλά και στις περισσότερες κορεάτικες ταινίες, αν όχι σε ολόκληρο το ασιατικό σινεμά, είναι διαφορετική απ’ ό,τι την εισπράττουν οι Ευρωπαίοι. Εδώ είμαστε πιο σοβαροφανείς…Θα έλεγα πως αυτό ισχύει σε γενικό πλαίσιο, αλλά η ταινία προκαλεί πολύ διαφορετικές αντιδράσεις στα διαφορετικά είδη θεατών. Άλλη η ατμόσφαιρα στη δημοσιογραφική προβολή και άλλη στην επίσημη, ενώ διαφορετική ήταν η υποδοχή σε μια μεγάλη προβολή που κάναμε για τους διανομείς και τους πιθανούς αγοραστές. Αλλά ακόμα και στην Κορέα, το χιούμορ το εισπράττουν διαφορετικά στη Σεούλ απ’ ό,τι στην επαρχία – εκεί μοιάζουν να το απολαμβάνουν περισσότερο.