Αν είσαι κάτοικος Αθήνας, περνάς συχνά από εκεί, αλλά ίσως να μην την παρατηρείς. Ο λόγος για την Ιερά Οδό, που εκτείνεται από τον Κεραμεικό έως την Ελευσίνα και που, για τους αρχαίους Μύστες αποτελούσε πορεία τελετουργίας και μύησης που κορυφωνόταν στην αποκαλυπτική εμπειρία των Ελευσινίων Μυστηρίων. Η Νικολέτα Παράσχη είδε πέρα από τον φαινομενικά αδιάφορο αυτοκινητόδρομο και δημιούργησε ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ που έκανε το ντεμπούτο του στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, τον περασμένο Νοέμβριο. Με αφορμή την κυκλοφορία του στις αίθουσες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αλλά και τις ενδιαφέρουσες παράλληλες δράσεις που "τρέχουν" στο πλαίσιο αυτής, της θέσαμε τις απορίες μας.
>Η Ιερά Οδός είναι ένας δρόμος που όλοι γνωρίζουμε και σχεδόν κανείς δεν "βλέπει". Τι ήταν αυτό που σας έκανε να τον παρατηρήσετε και να αποφασίσετε να του αφιερώσετε ένα ολόκληρο ντοκιμαντέρ;
Το εγχείρημα ξεκίνησε από μια απλή περιέργεια: πώς γίνεται αυτός ο δρόμος, σύμβολο ομορφιάς, πνεύματος και πολιτισμού για δεκάδες αιώνες, σήμερα να τον προσπερνάμε αποστρέφοντας το βλέμμα; Με αυτό το ερώτημα ξεκίνησε η αναζήτηση.

>Πότε και γιατί συνειδητοποιήσατε ότι η ταινία θα άλλαζε ρότα από το αρχικό πλάνο που είχατε στο μυαλό σας;
Αυτό που άλλαξε από το αρχικό πλάνο της ταινίας ήταν η προσωπική μου εμπλοκή σε αυτήν. Καθ’ όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων έβλεπα την Ιερά Οδό περισσότερο ως έναν εξωτερικό άξονα, ως έναν δρόμο προς παρατήρηση. Αυτό άρχισε να αλλάζει κατά τη διάρκεια του μοντάζ. Καθώς πλησίαζα στο τέλος της ταινίας, ένιωθα ότι η διαδρομή μετατοπιζόταν από τον χώρο προς τα μέσα – αυτομάτως με έβαζε σε μια πιο εσωτερική κατάσταση. Και όσο έβλεπα τη σύνθεση των πλάνων, ασυνείδητα με οδηγούσαν σε μια πιο προσωπική εμπειρία, εντοπίζοντας μάλιστα ψήγματα του μύθου να λειτουργούν εντός μου με τον ίδιο τρόπο που τα εντόπιζα και στους χαρακτήρες που είχα συναντήσει. Αυτή η διεργασία ήταν και για μένα μία ανατροπή που δεν περίμενα να συμβεί.
>Τι αποκομίσατε από τη διεθνή πρεμιέρα της ταινίας στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης;
Η "Ιερά Οδός, 21 χλμ." είναι η πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία, σε μια προσέγγιση που συνδυάζει διαφορετικά εκφραστικά μέσα και με έντονο το προσωπικό στοιχείο μέσω της αφήγησης. Γι’ αυτό και η πρώτη παρουσίασή της στο κοινό ήταν μια ιδιαίτερα φορτισμένη εμπειρία, καθώς δεν γνώριζα πώς θα την υποδεχόταν ο κόσμος. Η ανταπόκριση ήταν συγκινητική, τα σχόλια πολύ θετικά, ενώ οι εύστοχες ερωτήσεις που ακολούθησαν στο Q&A μετά την προβολή μού έδωσαν την αίσθηση ότι η ταινία αφορά το κοινό και ότι οι θεατές ακολούθησαν ουσιαστικά αυτή τη διαδρομή μαζί μου. Αυτό ήταν ίσως το σημαντικότερο αποτέλεσμα που θα μπορούσα να προσδοκώ από την πρώτη επαφή της ταινίας με το κοινό.

>Η διανομή του ντοκιμαντέρ ενισχύεται από το ΕΚΚΟΜΕΔ. Πώς λειτούργησε αυτή η συνεργασία και πόσο σημαντική ήταν η στήριξή του για να φτάσει η ταινία στις αίθουσες;
Σίγουρα, η στήριξη του ΕΚΚΟΜΕΔ μάς επέτρεψε να εξασφαλίσουμε περισσότερο χώρο στις αίθουσες και να οργανώσουμε μια καλύτερη επικοινωνιακή στρατηγική γύρω από την κυκλοφορία του ντοκιμαντέρ, ώστε να προσεγγίσουμε το ευρύτερο κοινό. Αυτό από μόνο του δεν είναι λίγο για μια ανεξάρτητη παραγωγή. Εξίσου σημαντικό όμως θεωρώ ότι στήριξε το εγχείρημά μας να οργανώσουμε μια σειρά παράλληλων δράσεων, ξεναγήσεων και συζητήσεων σε συνεργασία με δήμους και φορείς, προκειμένου να επανασυστήσουμε στους Αθηναίους την Ιερά Οδό και να τους δώσουμε το έναυσμα για μια δική τους αναζήτηση πάνω στον δρόμο. Είναι ένας τρόπος να αποδείξουμε την επίδραση του σινεμά στην καθημερινότητα.
>Όταν λέτε παράλληλες δράσεις, αναφέρεστε σε ξεναγήσεις στον αρχαιολογικό χώρο του Ιερού της Αφροδίτης και τα ευρήματα του Μετρό Αιγάλεω, καθώς και συζητήσεις με ιστορικούς και αρχαιολόγους. Τι προσφέρουν πρακτικά στο υπάρχον αποτέλεσμα;
Η επιλογή των εκφραστικών μέσων και η αισθητική της ταινίας στόχευε πρωτίστως στο να συγκινήσει και να ενεργοποιήσει το ενδιαφέρον του θεατή. Σε δεύτερη φάση, ο θεατής να μπορέσει να επανασυνδεθεί, να ξαναθυμηθεί ή να έρθει σε μια βιωματική επαφή με την ιστορία και την πολιτιστική του κληρονομιά. Αυτό ακριβώς το πεδίο εμπειρίας θελήσαμε να δημιουργήσουμε μέσα από τις παράλληλες δράσεις: μια ουσιαστική αλληλεπίδραση με το θέμα της ταινίας, όχι μόνο μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα αλλά και έξω από αυτήν, στον ίδιο τον χώρο και στα ίχνη της διαδρομής. Ο διαδραστικός χάρτης, οι ξεναγήσεις και οι συζητήσεις με ιστορικούς και αρχαιολόγους λειτουργούν ενημερωτικά και συμπληρωματικά με το ντοκιμαντέρ, δίνοντας τη δυνατότητα στο κοινό να γνωρίσει πιο άμεσα και προσωπικά τη διαδρομή που πραγματεύεται η ταινία. Και μέχρι στιγμής, η ανταπόκριση του κόσμου για τις δράσεις υπήρξε πραγματικά πολύ θερμή.

>Υπήρξαν αντιδράσεις των ανθρώπων που συναντήσατε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων που σας αιφνιδίασαν;
Αυτό που με αιφνιδίαζε ήταν κυρίως ο τρόπος με τον οποίο η πραγματικότητα και ο συμβολισμός του μύθου συναντιόντουσαν για μια στιγμή στο ίδιο σημείο, σχεδόν στις περισσότερες συναντήσεις. Ακόμη κουβαλάω την ενέργεια των κοριτσιών στον Κήπο του Διομήδους που έκαναν χαιρετισμό στον ήλιο, μία ημέρα πριν από την εαρινή ισημερία. Το μεγάλο ξάφνιασμα βέβαια ήρθε όταν μία από αυτές, η Αιμιλία, άρχισε να διαβάζει ένα αρχαίο κείμενο του Θωτ — ο οποίος στην Πτολεμαϊκή Αίγυπτο είχε ταυτιστεί με τον Ερμή τον Τρισμέγιστο — συμπυκνώνοντας με αυτόν τον τρόπο το πνεύμα των Μυστηρίων του αρχαίου κόσμου. Εξίσου έντονη ήταν και μια άλλη στιγμή, στα χωράφια του Ασπροπύργου, όταν αντίκρισα από μακριά μια ηλικιωμένη αγρότισσα· μια μορφή που έμοιαζε να αναδύεται μέσα από τον ίδιο τον μύθο, σαν μια περιπλανώμενη γηραιά Δήμητρα.
>Πόσο καιρό χρειαστήκατε για να εντοπίσετε ανθρώπους να μιλήσουν για την Ιερά Οδό και πόσο για να σας εμπιστευθούν;
Είχα επιλέξει εξαρχής τη verité προσέγγιση και, συνδυαστικά με την παρατήρηση στο πεδίο, επιδιώκαμε το τυχαίο και το απρόβλεπτο που θα μας έδινε η διαδρομή. Ήταν μία ανάγκη και των τριών — του Θωμά Γκίνη στη διεύθυνση φωτογραφίας και του Αντώνη Βασιλάκου στην ηχοληψία — να βιώσουμε δηλαδή τη διαδρομή χωρίς την πίεση της λήψης. Σε κάθε σημείο γινόμασταν το κέντρο ενδιαφέροντος του δρόμου, οι άνθρωποι μάς πλησίαζαν, προσπαθούσαν να μας κατευθύνουν κι εμείς από την πλευρά μας τους δίναμε τον χώρο για να συγχρωτιστούμε και να γνωριστούμε. Η κάμερα λειτουργούσε ως καταλύτης και οι λήψεις προέκυπταν φυσικά κι αβίαστα. Θα έλεγα πως με κάποιο μαγικό τρόπο τα βλέμματά μας συναντιόντουσαν κι αυτή ήταν η απρόσμενη χαρά που βιώναμε κάθε φορά στα γυρίσματα.

>Η Ιερά Οδός έχει περάσει από τρία στάδια ταυτότητας ως ιερός δρόμος τελετουργίας, εθνική οδός και τώρα αστική λεωφόρος. Τι είναι αυτό που δε βλέπουμε ως περαστικοί και το συνειδητοποιήσατε κατά τη δημιουργία του ντοκιμαντέρ;
Αυτό που σήμερα δεν αντιλαμβανόμαστε μέσα στον θόρυβο, την κυκλοφορία και την έντονη αλλοίωση του δρόμου, είναι όλες οι προηγούμενες ταυτότητές του: της μυσταγωγικής πομπικής διαδρομής, της εθνικής οδού απ’ όπου πέρασαν οι πάντες και η οποία συμπυκνώνει την πολύπαθη ιστορία αυτού του τόπου, και γενικότερα τα πολλαπλά πρόσωπα ενός χώρου με προσωπικές και συλλογικές αφηγήσεις στις διαφορετικές εποχές. Και αυτό που εν τέλει συνειδητοποίησα είναι το πόσο γρήγορα η ανάγκη και η έλλειψη σεβασμού μπόρεσαν να καταστρέψουν την ομορφιά και τη μνήμη αυτού του τόπου.

Δεδομένου ότι πρόκειται για τον δρόμο "που ενώνει το αστικό με το ιερό, το παρόν με το παρελθόν", υπάρχει κάποια αλληγορία πίσω από το τελικό αποτέλεσμα; Μήπως δηλαδή αφορά τη σχέση μας με τη συλλογική μνήμη και το πώς έχουμε μάθει να ζούμε χωρίς αυτήν; Σίγουρα, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η καταγραφή μιας χαμένης διαδρομής, αλλά και η ανάγκη να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με τη μνήμη, την ιστορία και όσα διαμορφώνουν την ταυτότητά μας.
>Μετά από αυτή τη διαδρομή —κυριολεκτικά και μεταφορικά— πώς βλέπετε τώρα εσείς η ίδια την Ιερά Οδό όταν περνάτε από αυτήν;
Η Ιερά Οδός θα έχει για μένα μια πολύ ιδιαίτερη σημασία, όχι μόνο γιατί συνδέεται άμεσα με την ταινία, αλλά και με μια προσωπική διαδρομή ζωής. Η ενασχόλησή μου με τον κινηματογράφο προέκυψε απρόσμενα και σε μεγαλύτερη ηλικία. Μετά από αρκετό χρονικό διάστημα θεωρητικής μελέτης και πρακτικής σε γυρίσματα ταινιών που ονόμαζα "ασκήσεις", η Ιερά Οδός ήταν το θέμα που με προκάλεσε ώστε να τολμήσω να κάνω την πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία. Οπότε πάνω σε αυτή τη διαδρομή δοκιμάστηκα και θα νιώθω πάντα ευγνώμων για όσα μου έδωσε. Κι επιστρέφω συχνά για να συναντώ τους πολύτιμους φίλους που έκανα, αρκετοί από τους οποίους δεν χώρεσαν στην ταινία. Όσο για την πραγματικότητα του δρόμου, ελπίζω να ξαναβρεθεί ένα μέτρο και μια ισορροπία, ώστε να μπορέσουμε ως κοινωνία να συνεχίσουμε αυτή τη διαδρομή με περισσότερο σεβασμό προς τον τόπο, τη μνήμη και τον πολιτισμό μας.
Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, Tik Tok και το Instagram.