Κινηματογραφικό ταμπού μέχρι πρόσφατα, το θέμα της γεροντικής άνοιας και της νόσου του Αλτσχάιμερ απασχολεί πλέον όλο και περισσότερες mainstream ταινίες, με τους Τζούλιαν Μουρ ("Still Alice") και Άντονι Χόπκινς ("Ο Πατέρας") να κερδίζουν μέσα στην τελευταία δεκαετία το Όσκαρ ερμηνεύοντας ανθρώπους οι οποίοι αρχίζουν σταδιακά να χάνουν την αίσθηση της γύρω τους πραγματικότητας. Όπως η Λέσλι, καλλιτέχνης η οποία πάσχει από προχωρημένη άνοια, κάτι που έχει αναγκάσει την κόρη της Αμάντα, διακεκριμένη ακαδημαϊκό, να επιστρέψει στο Λονδίνο για να είναι κοντά της. Η Λέσλι συζεί με το δεύτερο σύζυγό της Μάρτιν, ο οποίος την φροντίζει προσωπικά και αρνείται να συμφωνήσει στη μεταφορά της σε οίκο ευγηρίας, ζήτημα μόνιμης αντιπαράθεσής του με την Αμάντα.
Η μεταξύ τους σύγκρουση θα κορυφωθεί όταν ένα πρωί η τελευταία επισκεφτεί το σπίτι τους και γίνει μάρτυρας μιας ερωτικής σκηνής ανάμεσα στο υπερήλικο ζευγάρι. Θεωρώντας ότι η μητέρα της είναι ανίκανη να συναινέσει σε κάτι τέτοιο, καλεί την αστυνομία, η επέμβαση της οποίας βάζει μπροστά μια σειρά διαδικασιών εξακρίβωσης του βαθμού ικανότητας της Λέσλι να συγκατατεθεί σε οτιδήποτε. Κάτι το οποίο θα ξεκαθαρίσει και το αν είναι ασφαλές να δέχεται οικιακή φροντίδα ή πρέπει να μεταφερθεί σε κάποιο κατάλληλο ίδρυμα περίθαλψης.

Ο 60χρονος Καλιφορνέζος Λανς Χάμερ υπέγραψε την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία το 2008, αλλά παρά την εξαιρετική φεστιβαλική πορεία του κοινωνικού δράματός του "Ballast" (βραβεία σκηνοθεσίας και φωτογραφίας στο φεστιβάλ του Σάντανς), εκείνος αφοσιώθηκε στην κινηματογραφική εκπαίδευση. Επέστρεψε τώρα στη σκηνοθετική καρέκλα αφοσιωμένος σε ένα θέμα για το οποίο έκανε εκτενή έρευνα, με κάποιους από τους "συμβούλους" του, αστυνομικούς και κοινωνικούς λειτουργούς, να υποδύονται τον εαυτό τους στην οθόνη.
> Διαβάστε την αναλυτική κριτική του 'α' για το "Βασίλισσα στη Θάλασσα" εδώ.