Το θρίλερ "The Influencer Project", σε σκηνοθεσία του Μάικ Νίμπρο, βουτά στα άδυτα της σύγχρονης ψηφιακής πραγματικότητας. Η ταινία κινείται ανάμεσα στην κοινωνική σάτιρα και την αξιοποίηση των σύγχρονων τάσεων, χρησιμοποιώντας τη δομή και το ύφος των social media reels. Με πρωταγωνίστρια τη Βρετανίδα influencer και τραγουδίστρια Κιάρα Κινγκ, η οποία υποδύεται μια παραλλαγή του εαυτού της, το έργο δημιουργεί μια έντονη αίσθηση δυσφορίας, εστιάζοντας στην επιφανειακή πλευρά και τα εργαλεία του διαδικτύου για να προσεγγίσει το κοινό της Γενιάς Z.

Ένα ταξίδι χορηγών που μετατρέπεται σε εφιάλτη
Η ιστορία ξεκινά όταν η Κιάρα δέχεται πρόσκληση από έναν τουριστικό οργανισμό για να επισκεφθεί την Κοπεγχάγη, μια συμφωνία που κλείνει η μάνατζέρ της, Άλις. Κάθε της κίνηση καταγράφεται σχολαστικά, είτε από το δικό της smartphone είτε από ένα τηλεοπτικό συνεργείο, που αποτελείται από τον ηχολήπτη Daniel Parmo και τον οπερατέρ Luca Storm. Οι πρώτες σκηνές παρουσιάζουν το τυπικό περιεχόμενο των influencers, όπως επισκέψεις σε trendy καταστήματα μόδας, γεύματα σε ακριβά εστιατόρια της πόλης και μια ζωντανή μετάδοση από ένα στοιχειωμένο σπίτι. Η ροή της διαφήμισης και της προώθησης προϊόντων διακόπτεται απότομα όταν η Κιάρα αρχίζει να δέχεται απειλητικά μηνύματα από έναν stalker με το ψευδώνυμο KingSlayer, ο οποίος απαιτεί με ακραίο τρόπο να σταματήσει τη δραστηριότητά της. Παρά τον τρόμο, η επιστροφή στην πατρίδα αποκλείεται, καθώς αν η Κιάρα αποχωρήσει θα χάσει εμπορικές συμφωνίες αξίας 100.000 δολαρίων. Αυτή η εξέλιξη θέτει το κυνικό ερώτημα αν η στάση της πηγάζει από την απληστία για το οικονομικό όφελος ή από ένα ιδιαίτερο σθένος απέναντι στον εκφοβισμό.
Ανάμεσα στο κέρδος και την τοξικότητα
Το The Influencer Project θυμίζει τη δομή κλασικών ψυχολογικών θρίλερ, προσαρμοσμένη όμως στα μέτρα της ψηφιακής εποχής, με το τελικό μήνυμα να παραμένει αμφίσημο. Από τη μία πλευρά, οι δημιουργοί ενσωματώνουν στην οθόνη μια ασταμάτητη ροή σχολίων από live chat, η οποία συνεχίζεται ακόμα και κατά τη διάρκεια των τίτλων τέλους, θέλοντας να αποτυπώσουν την τοξικότητα του διαδικτύου μέσα από μια πλοκή που αντλεί έμπνευση από πραγματικά περιστατικά stalking. Από την άλλη πλευρά, η ίδια η ταινία καταλήγει να ανακυκλώνει και να χρησιμοποιεί ως βασικά της εργαλεία τα ίδια online κλισέ που επιχειρεί να σχολιάσει. Με αυτόν τον τρόπο, το έργο αφήνει ανοιχτό το ερώτημα αν αποτελεί μια έξυπνη αποδόμηση του ψηφιακού κόσμου ή αν απλώς εκμεταλλεύεται εμπορικά τις γνωστές και ήδη υπερεκτεθειμένες τάσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

