Στο "Ελλάδα 3.0" τρεις μικρού μήκους ταινίες ενώνονται σε μια μεγάλου μήκους και έρχονται στις αίθουσες από τις 4 Ιουνίου. Ένας πορωμένος με το ΠΑΣΟΚ που απαγάγει τον γιο ενός ιδιοκτήτη σινεμά, ένας αδίστακτος εργαζόμενος νεκροταφείου που έχει κάνει τον θάνατο εμπόρευμα κι ένας τύπος που αράζει στο μπαλκόνι του μέχρι κάτι συνταρακτικό να συμβεί, είναι οι πρωταγωνιστές της κάθε ιστορίας.
Οι σκηνοθέτες των τριών ταινιών -"100 Χρόνια Μοναξιά" του Μιχάλη Γιγιντή, "Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει" του Δημήτρη Παπαθανάση και "Planet Balcony" της Ιωάννας Κρυωνά- απάντησαν στις ερωτήσεις μας.
Ποια είναι η άποψή σας για το "πείραμα" του Ελλάδα 3.0;
Μιχάλης Γιγιντής: Η καλύτερη! Πρόκειται για μια εξαιρετική σύμπραξη σε επίπεδο διανομής για το οποίο είμαστε ενθουσιασμένοι. Μέσα από το εγχείρημα ’’Ελλάδα 3.0’’ έχουμε τη χαρά να συνυπάρξουμε σε μια κοινή πορεία στις αίθουσες, με δυο εξαιρετικές ταινίες, και ταυτόχρονα αυτό μπορεί να είναι η αρχή για κάτι πολύ όμορφο για το ελληνικό σινεμά. Πέρα από τη χαρά μας για τις δικές μας ταινίες θεωρώ ότι αυτό το πείραμα των ανθρώπων της Tanweer μπορεί να σηματοδοτεί κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Θα μπορούσε ειδικά αν λειτουργήσει στις αίθουσες, να αποτελέσει μια διόδιο και μια νέα φόρμα ώστε στο μέλλον να μπορούμε να παρακολουθήσουμε κάποια υπέροχα μικρού μήκους κινηματογραφικά έργα, που απολαμβάνουμε κυρίως στα φεστιβάλ, σε μια ευρεία διανομή στις κινηματογραφικές αίθουσες. Έχει επικρατήσει η άποψη ότι μια μικρού μήκους ταινία είναι πολλές φορές προθάλαμος για τον δημιουργό ώστε να πάει σε μια μεγαλύτερη φόρμα αργότερα. Μια μικρού μήκους μπορεί να είναι ένα ολοκληρωμένο έργο σε νοηματικό και φιλοσοφικό επίπεδο και μια ωραία κινηματογραφική εμπειρία. Πιστεύω ότι αυτό το εγχείρημα μπορεί να αποτελέσει μια πολύ όμορφη προοπτική για τη μικρού μήκους και το ελληνικό σινεμά και τους δημιουργούς του.
Δημήτρης Παπαθανάσης: Το βρίσκω ιδιαίτερα ενδιαφέρον και ελπίζω να βρει ανταπόκριση από το κοινό. Οι μικρού μήκους ταινίες στην Ελλάδα έχουν συνήθως μια πολύ περιορισμένη ζωή έξω από το φεστιβαλικό κύκλωμα, οπότε η ιδέα να παρουσιαστούν τρεις αυτόνομες ιστορίες μαζί, ως μία ολοκληρωμένη κινηματογραφική εμπειρία, μου φαίνεται πολύ δημιουργική. Είναι μια ευκαιρία για τις ταινίες να συναντήσουν θεατές που πιθανότατα δεν θα τις αναζητούσαν σε κάποιο φεστιβάλ.

Ιωάννα Κρυωνά: Είναι μια πρόταση, ένα νέο μοντέλο διανομής, και πιστεύω αναζωογονητικό για την κινηματογραφική αίθουσα. Τρεις ταινίες συνυπάρχουν σε μια ενότητα που διατηρεί σύμπνοια, παρά τις διαφορετικές ιστορίες μας και την προσωπική γραφή της κάθε μιας. Στην πραγματικότητα, πέρα από την πολύ σημαντική κίνηση να αποκτά η μικρού μήκους θέση στο σινεμά, αυτό που φέρνει το "Ελλάδα 3.0" είναι μια αναθεώρηση της αφήγησης, ένας επαναπροσδιορισμός του μέσου έξω από την γνώριμη φόρμα της μιας ταινίας του ενός δημιουργού. Είναι πολύ ενθαρρυντικό να τολμά να εξελίσσεται ο τρόπος προσέγγισης της διανομής, που είναι και προϋπόθεση για να συναντήσει η ταινία σου τον θεατή. Έχουμε δει αρκετά και πετυχημένα παραδείγματα σπονδυλωτών ταινιών, μιας ενιαίας δηλαδή ταινίας που δομείται επεισοδιακά σε μικρότερες ιστορίες, σκηνοθετημένες είτε από έναν είτε από περισσότερους δημιουργούς, που ωστόσο πραγματοποιήθηκαν κάτω από την ομπρέλα της ίδιας παραγωγής, γυρίστηκαν δηλαδή με αυτόν το σκοπό. Το διαφορετικό στην δική μας περίπτωση είναι ότι συναντηθήκαμε με τις ταινίες μας ολοκληρωμένες και ότι τελικά, το σύμπαν της τριλογίας φέρνει στη ζωή έναν νέο, αυτάρκη αφηγηματικό κόσμο που ανυπομονούμε να μοιραστούμε με το κοινό.
Πώς προέκυψε η ιδέα της ταινίας σας και τι θέλατε να πείτε μέσα από την συγκεκριμένη ιστορία;
Μιχάλης Γιγιντής: Μου είχε στείλει πριν κάποια χρόνια ο Αντώνης (Τσιοτσιόπουλος) κάποια κείμενα του να διαβάσω. Ανάμεσα τους ένα απόσπασμα από τη παράσταση ‘’Δε variete’’. Το συγκεκριμένο μονόπρακτο αποτέλεσε και τη βάση για το σενάριο της ταινίας. Μου φάνηκε εξαιρετικά ενδιαφέρον να αποδοθεί αυτό κινηματογραφικά. Αποφασίσαμε με τον Αντώνη να ξεκινήσουμε ένα πρώτο draft και να δούμε πως μπορεί να αναποτυχθεί σε μια άλλη φόρμα. Ενθουσιάστηκα με το αρχικό κείμενο και γέλασα πολύ κατά τη διαδικασία της συγγραφής του σεναρίου. Αυτή η τραγελαφική ιστορία που εμπεριέχει στοιχεία γνώριμα σε όλους μας, από τη μεταπολιτευτική Ελλάδα, ήταν το αρχικό έναυσμα.
Δημήτρης Παπαθανάσης: Η αφορμή ήταν ένα δημοσίευμα σχετικά με τον συνωστισμό που παρατηρείται σε ορισμένα νεκροταφεία και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι συγγενείς των νεκρών. Αυτό που αρχικά μου φάνηκε παράδοξο ήταν πως ακόμη και ο θάνατος υπόκειται σε λογικές real estate. Μέσα από αυτή την ιστορία δεν ήθελα τόσο να μιλήσω για τον θάνατο όσο για τους ζωντανούς. Για ανθρώπους που προσπαθούν να αποκτήσουν αξία μέσα από τη μικρή εξουσία που διαθέτουν και για μια κοινωνία που συχνά μετατρέπει τα πάντα, σε πεδίο συναλλαγής.
Ιωάννα Κρυωνά: Η ιδέα ήρθε αρκετά αβίαστα, σαν αποτέλεσμα της επιστροφής μου από το εξωτερικό στην Ελλάδα. Η μετάβαση από μια κοινωνία με κλειστά παράθυρα στη βόρεια Ευρώπη, στα ελληνικά μπαλκόνια που δεν αφήνουν τίποτα κρυφό. Έχουν μια ιδιαίτερη υπόσταση αυτοί οι υπερυψωμένοι μικρόκοσμοι που είναι τόσο χαρακτηριστικοί στην ελληνική αστική εικόνα. Αν δεν το έχεις στην καθημερινότητά σου είναι δύσκολο να το συνηθίσεις ξανά, ποιος μπορεί να "εισβάλλει" με το βλέμμα του στον προσωπικό σου χώρο, ποιον μπορεί να κοιτάζεις ή να ακούς εσύ κι αν είναι πρέπον. Και στην τελική έχεις ή δεν έχεις το δικαίωμα να αντιδράσεις, να παρέμβεις στην ιδιωτικότητα του άλλου όταν το σκηνικό παύει να κινείται για τη δική σου αντίληψη στα πλαίσια του φυσιολογικού; Το να υπάρχεις σε ένα χώρο με διπλό ρόλο, ως παρατηρητής και ως αντικείμενο του βλέμματος, που ταυτόχρονα είναι ο δικός σου και μπορείς να κάνεις θεωρητικά ό,τι θες είναι η αντίφαση που βιωματικά με έφερε στην ιστορία του "Planet Balcony".

Γιατί επιλέξατε μια κωμική προσέγγιση για να αποτυπώσετε την νεοελληνική πραγματικότητα;
Μιχάλης Γιγιντής: Γιατί νομίζω αυτή είναι η ίδια η πραγματικότητα. Η νεοελληνική ιστορία αποτελείται από πολύ δραματικά γεγονότα αλλά και από τραγελαφικά. Προσωπικά με αφορούν οι κωμικοτραγικές ιστορίες και ειδικά εκείνες που αφορούν στον άνθρωπο όπως διαμορφώνεται μέσα από τις κοινωνικοπολιτικές ζυμώσεις. Γι’αυτο ταυτίστηκα και με το αρχικό κείμενο.
Δημήτρης Παπαθανάσης: Η ελληνική πραγματικότητα έχει συχνά κάτι βαθιά τραγικό και ταυτόχρονα βαθιά αστείο. Στην προκειμένη περίπτωση, μου βγήκε κάπως αβίαστα, ίσως και για να ισορροπήσει το βάρος του χώρου όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Ένα νεκροταφείο είναι από μόνο του ένας φορτισμένος τόπος, όμως αυτό που με ενδιέφερε ήταν οι ζωντανοί και οι συμπεριφορές τους. Η μαύρη κωμωδία μού έδωσε την ελευθερία να μιλήσω για μικρές εξουσίες, ματαιοδοξίες και ανθρώπινες αντιφάσεις.
Ιωάννα Κρυωνά: Η κωμωδία είναι το είδος και το ύφος που μου αρέσει να εκφράζομαι έτσι κι αλλιώς, οπότε υπάρχει σε όλες μου τις ιστορίες. Το χιούμορ έχει την ιδιότητα να σε φέρνει πιο κοντά στον χαρακτήρα που δημιουργείς γιατί εκεί είναι που ξεδιπλώνεται ο ψυχικός του κόσμος, σε μια παράταιρη χειρονομία, σε ένα σαρδάμ ή ένα αντανακλαστικό που προκαλεί γέλιο. Αλλά φυσικά και μέσα από τον ίδιο τον διάλογο, ιδιαίτερα στο πώς αρθρώνουν οι ήρωες τις ανησυχίες και τις σκοτούρες τους, εκεί που μοιράζονται μαζί μας το πρόβλημά τους, εκεί που συγκρούονται μεταξύ τους, όταν ζουν το προσωπικό τους δράμα αλλά χωρίς σοβαροφάνεια, μέσα από κωμικές ανάσες που χαλαρώνουν την οργή, το φόβο ή τη μελαγχολία, αποτυπώνοντας ταυτόχρονα αυτά τα συναισθήματα ουσιαστικά, με ανεπιτήδευτο και αληθινό τρόπο. Ξέρουμε πως στον πυρήνα μιας καλής κωμωδίας βρίσκεται πάντα η τραγικότητα του ήρωα. Ο Τάσος του "Planet Balcony" είναι ένας πολύ μοναχικός τύπος που έχει επιλέξει μια μορφή αυτοεγκλωβισμού στο μπαλκόνι του. Είναι εμφανές ότι έχει δυσκολία στην κοινωνικοποίηση και η μοναδική σύνδεσή του με τον έξω κόσμο είναι ο συγκάτοικός του. Ωστόσο δεν μένουμε στην παρατήρηση ενός κάπως παρατημένου από τη ζωή χαρακτήρα και στη θλίψη του τι μπορεί αυτό να συνεπάγεται. Αντίθετα μας βάζει στον κόσμο του μέσα από την ξαφνική του αναλαμπή, από μια αφύπνιση που του σκάει σε σχέση με την γειτόνισσά του. Μέσα από αυτή την κωμική αντίφαση αποκτά μια νέα ενέργεια, ο ίδιος ο νωθρός τύπος που έχει βγάλει ρίζες στο μπαλκόνι του υψώνει το ανάστημά του για να βάλει κανόνες, να πρωτοστατήσει στην κοινωνία των μπαλκονιών.

Είχατε κάποιες ταινίες, ελληνικές ή ξένες, που να αποτέλεσαν έμπνευση;
Μιχάλης Γιγιντής: Σίγουρα μέσα μας εμπεριέχουμε όλες τις αναφορές μας με πολλούς τρόπους και πολλές φορές πράττουμε είτε το θέλουμε είτε όχι σύμφωνα και με τις προσλαμβάνουσες που έχουμε μέσα στα χρόνια, δεν μου έρχεται όμως κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό. Μου αρέσει πάντα αυτή η λεπτή γραμμή ανάμεσα στο παράλογο και το ρεαλιστικό. Αυτό το εντοπίζω στις ταινίες και στους δημιουργούς που θαυμάζω είτε από τον ελληνικό κινηματογράφο είτε από τον παγκόσμιο.
Δημήτρης Παπαθανάσης: Περισσότερο από κάποια συγκεκριμένη ταινία, θα έλεγα ότι με επηρέασε το μυθιστόρημα Catch-22 του Joseph Heller. Μου αρέσει ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει το παράλογο όχι ως εξαίρεση αλλά ως τον βασικό μηχανισμό λειτουργίας ενός ολόκληρου συστήματος. Οι χαρακτήρες προσπαθούν διαρκώς να βρουν λογική μέσα σε έναν κόσμο που αρνείται να λειτουργήσει λογικά. Αυτή η συνύπαρξη του τραγικού με το κωμικό είναι κάτι που με γοητεύει.
Ιωάννα Κρυωνά: Επειδή η συγκεκριμένη ιστορία ασχολείται πέρα από το ζήτημα του βλέμματος σε μεγάλο βαθμό με την ανδρική φιλία, η ταινία που λειτούργησε στο μυαλό μου σαν φάρος είναι το "Στην Παγίδα του Νόμου" ("Down by Law") του Τζάρμους. Σε μια επίσης περιορισμένη συνθήκη, αυτή του κελιού μιας φυλακής, και με τον διάλογο να αναλαμβάνει τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων, τρεις άνδρες δομούν τη γνωριμία και τελικά τη σχέση τους γύρω από ισορροπίες και κώδικες που εξελίσσονται επιδέξια από την επιδίωξη μιας ιεραρχίας, την επιβολή του μάγκα, την πρόκληση, την καφρίλα και την υποτίμηση του καλοπροαίρετου, του μαλακού, προς την αποδοχή καταλήγοντας σταδιακά σε μια πολύ ιδιαίτερη και στοργική μορφή συντροφικότητας. Ένα τέτοιο σχήμα, φερμένο σε μια ελληνική πραγματικότητα, με οδήγησε να φωτίσω δύο μοτίβα που εντόπισα μέσα από τη δική μου πάντα σκοπιά και παρατήρηση. Η φροντίδα και η εγγύτητα δεν λείπει από τις ανδρικές σχέσεις, έρχεται όμως πολλές φορές με το κόστος μιας οριοθέτησης που βάζει ο φόβος μπροστά στο παρεξηγήσιμο. Και αυτή η οριοθέτηση έρχεται συχνά με τη μορφή μιας ιεραρχίας, αναγνωρίζεις σχήματα του μέντορα και του μαθητευόμενου, του περπατημένου και του άμαθου που διδάσκεται. Μια τέτοια δυναμική επιδιώκω και στην ιστορία, που όμως μέσα της κρύβεται μια έγνοια και ένα ειλικρινές ενδιαφέρον για τον φίλο.

Ποια είναι τα επόμενα κινηματογραφικά σας σχέδια;
Μιχάλης Γιγιντής: Θα ήθελα μέσα στους επόμενους μήνες να κάνω μια ακόμα μικρού μήκους που σχεδιάζουμε αυτό το διάστημα. Μετά υπάρχουν κάποιες σκέψεις για ένα μεγάλου μήκους σενάριο αλλά είναι σε πρώιμο στάδιο.
Δημήτρης Παπαθανάσης: Αυτή την περίοδο ολοκληρώνουμε το post-production της πρώτης μου μεγάλου μήκους ταινίας, "Η Βαλίτσα", σε σενάριο της Κατερίνας Μπέη και παραγωγή της Tanweer.
Ιωάννα Κρυωνά: Ετοιμάζω μια ακόμα μικρού μήκους, με δύο φίλους πάλι για πρωταγωνιστές, μάλλον δεν το εξάντλησα ακόμη το θέμα, θα είναι αγγλόφωνη αυτή. Παράλληλα δουλεύω σενάριο μεγάλου μήκους, μια ιστορία με πολλούς και ετερόκλιτους πρωταγωνιστές γύρω από την έννοια της απειλής και του φόβου μπροστά στο απρόβλεπτο ας πούμε της φύσης, εννοείται κωμωδία και αυτό.
