Μετά το σαρωτικό πέρασμα του τυφώνα Ταραντίνο, στην Κρουαζέτ επικρατεί μια... ανησυχητική ηρεμία, μιας και για πολλούς το φεστιβάλ τελείωσε ήδη από την Τετάρτη. Λιγότερος κόσμος μπροστά στο Παλέ, πιο εύκολη η πρόσβαση στις αίθουσες, αλλά στην πραγματικότητα οι εκπλήξεις δεν τελειώνουν ποτέ. Έτσι, παρά την υποτονική αίσθηση που άφησαν οι γαλλόφωνες ταινίες του διαγωνιστικού προγράμματος οι οποίες συνωστίστηκαν στο τελευταίο διήμερο (το απογοητευτικότατο «Matthias et Maxime» του Ξαβιέ Ντολάν, το κατά στιγμές ενδιαφέρον, αλλά παγιδευμένο σε σεναριακά αδιέξοδα αστυνομικό δράμα «Roubaix, Une Lumiere» του Αρνό Ντεπλεσάν και ο «Νεαρός Αχμέντ», μια μέτρια στιγμή στη φιλμογραφία των αδελφών Νταρντέν), είδαμε και φιλμ που προκάλεσαν αντιπαραθέσεις. Όπως το «Mektoub, Αγάπη μου: Ιντερμέδιο» του Αμπντελατίφ Κεσίς και τον «Προδότη» του Μάρκο Μπελόκιο.

Η συνέχεια του αμφιλεγόμενου, αλλά προσωπικά αγαπημένου «Canto Uno» είναι μια τρισημισάωρη, ντοκιμαντερίστικη και φετιχιστικά εμμονική καταγραφή της επίσκεψης μιας ομάδας νεαρών (οι ήρωες της προηγούμενης ταινίας) σε ένα χορευτικό κλαμπ, με το ρεαλισμό να φτάνει στα όριά του σε μια δεκάλεπτη σκηνή στοματικού σεξ. Θαρραλέος, αλλά αυτοκαταστροφικός, ο Κεσίς περνά εδώ τη γραμμή που χώριζε την αριστουργηματική «Ζωή της Αντέλ» από την εστέτ πορνογραφία και επαναλαμβάνει υστερικά, όσο και με ενοχλητική σοβαροφάνεια, όλα όσα είχε – επίσης επίμονα – διαπραγματετεί και στο «Canto Uno». Πολύ λογικά, οι κριτικές ήταν επιθετικότατες έως απαξιωτικές, σε αντίθεση με εκείνες του «Προδότη», υποδειγματικού biopic ενός Σισιλιάνου μέλους της Κόζα Νόστρα που κατά τη δεκαετία του '80 οι καταγγελίες του οδήγησαν στην σχεδόν οριστική εξάρθρωση της περιβόητης μαφιόζικης οργάνωσης.

Καλογραμμένο, περίτεχνα σκηνοθετημένο και με έναν Πιερφραντσέσκο Φαβίνο πρώτο φαβορί για το βραβείο αντρικής ερμηνείας, η ταινία του Μάρκο Μπελόκιο είναι από τις τέσσερις – πέντε που έκαναν τη διαφορά σ' αυτό το φεστιβάλ και λογικά δεν θα απουσιάζουν από τα αυριανά βραβεία. Τα στοιχήματα και τα «αστεράκια» των κριτικών δείχνουν «Dolor y Gloria» του Πέδρο Αλμοδόβαρ κι από κοντά τα «Portrait de la Jeune Fille en Feu» της Σελίν Σιαμά και «Parasite» του Μπονγκ Τζουν – Χο. Το «Κάποτε... στο Χόλιγουντ» άρεσε επίσης πολύ, αλλά σε μια παραγωγή τέτοιου μεγάθους και σ' ένα σκηνοθέτη – σταρ όπως ο Κουέντιν Ταραντίνο είτε δίνεις (ξανά) τον Φοίνικα είτε απλά «προσπερνάς».
Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε εντελώς την έκπληξη που μπορεί να κάνει το «A Hidden Life» του auteur – φετίχ Τέρενς Μάλικ, με τους «Άθλιους» του Λαντζ Λι να διεκδικούν δυναμικά το βραβείο σκηνοθεσίας και το «Atlantique» της Σενεγαλέζας Ματί Ντιόπ να είναι το μικρό, ευαίσθητο φιλμ του φεστιβάλ που αξίζει επισήμανσης, πόσω μάλλον που υπογράφεται από μια νεαρή, πρωτοεμφανιζόμενη Αφρικάνα, την πρώτη που καταφέρνει να φέρει ταινία της ως το διαγωνιστικό τμήμα του κορυφαίου σινε-event παγκοσμίως.
Ο λόγος πλέον στον Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου, τον Γιώργο Λάνθιμο και μια κριτική επιτροπή με έντονη σκηνοθετική παρουσία (Πάβελ Παβλικόφσκι, Αλίτσε Ρορβάκερ, Κέλι Ράιχαρντ, Ρομπέν Καμπιγιό).
Ευχαριστούμε την Air France για τη βοήθειά της στην πραγματοποίηση του ταξιδιού.