Γιάννης Κουσκούτης©
Το έργο του ΄Άντον Τσέχοφ γράφτηκε το 1903 και, μέσα από την ιστορία της ξεπεσμένης οικογένειας γαιοκτημόνων, αιχμαλωτίζει έναν κόσμο σε μετάβαση, κατά την οποία η αριστοκρατία φθίνει και μια νέα τάξη –η αστική– αναδύεται, ενώ στο βάθος διαφαίνεται και η επερχόμενη Οκτωβριανή Επανάσταση.
Στο σπίτι του κτήματος συγκεντρώνονται παλιοί και νέοι ιδιοκτήτες, ενώ δίπλα τους πρωταγωνιστεί ο ίδιος ο βυσσινόκηπος, λίγο πριν πουληθεί λόγω χρεών. Αυτός αποτελεί σημείο αναφοράς για όλα τα πρόσωπα: για την οικογένεια και τους οικείους –που εμφανίζονται απρόθυμοι απέναντι στις αλλαγές–, μνημείο ενός εξωραϊσμένου παρελθόντος· για τον Λοπάχιν, από την άλλη, τον γιο του δουλοπάροικου που επιστρέφει ως νέος ιδιοκτήτης, είναι η ενσάρκωση μιας ριζοσπαστικής αλλαγής.

Ο Τσέχοφ δεν στέκεται απέναντι στους ήρωες για να τους κρίνει, ούτε δημιουργεί "καλούς" και "κακούς", μόνο ανθρώπους ατελείς, αμήχανους μπροστά στην αλλαγή, και γι’ αυτό συγκινητικά αληθινούς. Αυτή την αμηχανία και τη συγκινητική "μικρότητα" συνέλαβε ο ΄Eκτορας Λυγίζος με μια παράσταση που ισορρόπησε στην κόψη του ξυραφιού, μεταξύ τραγωδίας και κωμωδίας.
Διαβάστε περισσότερα στην κριτική του "α":
Περισσότερες πληροφορίες
Ο βυσσινόκηπος
Μετά από 41 χρόνια παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο το τσεχοφικό κύκνειο άσμα – η σπαρακτική αυτή τραγικωμωδία που μιλά για την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να εξορκίσει τον τρόμο της Αβύσσου και του Άπειρου, τη σιωπή και το κενό, που ανά πάσα στιγμή απειλούν να τον αφανίσουν. Το αριστούργημα της παγκόσμιας δραματουργίας αναφέρεται με οδυνηρή ελαφρότητα σ’ ένα ανέμελο παρόν, που συμπιέζεται ασφυκτικά ανάμεσα σε ένα νοσταλγικά εξωραϊσμένο παρελθόν και σε ένα τραγικά αβέβαιο μέλλον. Τα μέλη μιας «ευρύτερης οικογένειας» ξαναβρίσκονται μετά από χρόνια στο γερασμένο πια – και υποθηκευμένο – σπίτι τους. Όλες και όλοι γνωρίζουν μέσα τους πως είναι η τελευταία ευκαιρία να ξαναζήσουν παρέα την ανακούφιση της οικειότητας που τους ενώνει, αλλά και να αποχαιρετίσουν όλα αυτά που, ακόμα και την ώρα που τα βιώνουν, αισθάνονται πως είναι ήδη παρελθόν. Οι ιδιοκτήτες του βυσσινόκηπου, πνιγμένοι στα χρέη και στις αυταπάτες τους, αρνούνται να δεχτούν πως το κτήμα χάνεται και πως ο κόσμος γύρω, αλλάζοντας δραματικά, τους ξεπερνά. Όπως, λίγο πολύ, και όλα τα πρόσωπα του έργου, επιλέγουν να γαντζωθούν από την ξεγνοιασιά μιας αιώνιας παιδικότητας, αναβάλλοντας πεισματικά την ενηλικίωσή τους.
