Για άλλη μία χρονιά η νοσταλγία χτυπάει κόκκινο στους τομείς του πολιτισμού και της διασκέδασης. Παλιός ελληνικός κινηματογράφος στις θεατρικές σκηνές, φαγητά βγαλμένα από τις αστικές σελίδες του Τσελεμεντέ, νεο-καφενεία που σε στέλνουν στον Μεσοπόλεμο, τηλεοπτικές σειρές που αναβιώνουν τα αθώα ’90s... Σε μια γοητευτική διαδρομή στο χρόνο μάς βάζουν φέτος μερικά από τα πιο πολυαναμενόμενα projects της πόλης, που έχουν όλες τις προδιαγραφές να γίνουν hip και να κερδίσουν το κοινό. Η παράδοση εμπνέει και καλά κάνει, το στοίχημα όμως βρίσκεται στο πώς θα αναμετρηθείς μαζί της και με τι όρους θα την ξαναφέρεις στο σήμερα, έτσι ώστε να μην αρκεστείς μόνο στο εύκολο συναίσθημα, αλλά να προτείνεις μια ουσιαστική επίσκεψη στο παρελθόν, που σου δίνει νέα εργαλεία να ξαναδείς τόσο το χθες όσο και –κυρίως– το σήμερα.
Διότι η επιστροφή στην παράδοση, πέρα από μια ανεξάντλητη δεξαμενή ιδεών που κινητοποιεί τη δημιουργικότητα, μπορεί να συνδέεται συχνά με μια ευρύτερη συντηρητική στροφή στην κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο ότι στην τελευταία έρευνα του Δικτύου Πολιτισμού του Δήμου Αθηναίων ένα σημαντικό ποσοστό Αθηναίων, κυρίως αυτών που καταναλώνουν πολιτισμό σποραδικά και όχι ενεργά, δήλωνε ότι πιστεύει πως στο μέλλον πρέπει να στραφούμε περισσότερο στην ελληνορθόδοξη παράδοση.
Θα μου πείτε τι σχέση μπορεί να έχει η νοσταλγική αναβίωση τάσεων του παρελθόντος με το νεο-συντηρητισμό της ελληνικής κοινωνίας; Πιθανότατα καμία, συχνά όμως οι μελετητές των κοινωνιολογικών πτυχών του πολιτισμού μπορούν να βγάλουν συμπεράσματα που ξαφνιάζουν.
Στο βιβλίο «The ministry of nostalgia» ο Βρετανός προβοκάτορας κριτικός αρχιτεκτονικής Owen Hatherley κάνει μια αυθαίρετη, αλλά πολύ εμπεριστατωμένη ανάλυση για το πώς η αισθητική της «νοσταλγίας της λιτότητας», που έχει κατακλύσει τα τελευταία χρόνια το lifestyle στη χώρα του, συνδέεται με τη ρητορική των πολιτικών λιτότητας και της ιδεολογίας που προετοίμασε το έδαφος για το Brexit. Από τη μετατροπή των εργατικών κατοικιών του Λονδίνου σε hip διαμερίσματα που εκφράζουν μια συγκρατημένη πολυτέλεια μέχρι τον καταιγισμό των εμαγιέ σουβενίρ και τις αλά Jamie Oliver παμπ με τις νεο-βικτοριανές τουαλέτες και τα τραπέζια από φορμάικα, όπου μπορείς να φας χοιρινά παϊδάκια με 4 λίρες, η νοσταλγία της λιτότητας βρίσκει, κατά τον Hatherley, την επιτομή της στο πανταχού παρόν ρετρό μότο «Keep calm and carry on» και ικανοποιεί μια συντηρητική επιθυμία για ασφάλεια και σταθερότητα σε δύσκολους καιρούς, εξαναγκάζοντας έτσι μια ομάδα ανθρώπων να υιοθετήσει μνήμες που δεν έχει πραγματικά.
Διαβάζοντας το πώς αντίστοιχα σύμβολα χρησιμοποιούνται από ακραίες πολιτικές δυνάμεις, που ποντάρουν στη νοσταλγία για να διαμορφώσουν τη συνείδηση της λευκής εργατικής τάξης ή για να κάνουν πιο εύπεπτα τα νέα μέτρα λιτότητας, ξανασκεφτόμαστε, αντίστοιχα, τι επιρροή μπορούν να έχουν στη σημερινή συνθήκη πολιτιστικά προϊόντα ριζωμένα στις κυρίαρχες αξίες της ελληνικής κοινωνίας του τέλους της δεκαετίας του ’60.