Μια κριτική αποτίμηση της ομαδικής έκθεσης «Εναντίωση» στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης iset, σε επιμέλεια του Γιάννη Μπόλη και της Δόμνας Γούναρη, που αναβιώνει την αίσθηση της εικαστικής δημιουργίας κατά τη διάρκεια των επτά χρόνων της δικτατορίας.

«Ασθενήν έχομε, εις τον γύψον τον βάλαμε, τον δοκιμάζομε εάν μπορεί να περπατάει με τον γύψον […]», η γνωστή δήλωση του δικτάτορα Γιώργου Παπαδόπουλου την οποία ακούμε συχνά ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του πολιτικού λόγου της εποχής εκείνης, δεν θα μπορούσε να μην αποτυπωθεί και στο έργο των καλλιτεχνών της εποχής. Πράγματι, ο θεατής μόλις μπει στην αίθουσα του Ινστιτούτου Σύγχρονης Τέχνης (Ισετ) συναντά τα εμβληματικά γαρύφαλλα του Βλάση Κανιάρη, ένα έργο ορόσημο με έντονα πολιτικό χαρακτήρα από την έκθεσή του στη Νέα Γκαλερί το 1969, μια έκθεση που έσπασε τη σιωπή των καλλιτεχνών που είχε επέλθει τα δύο πρώτα χρόνια του δικτατορικού καθεστώτος. Πρόκειται για γαρύφαλλα μέσα σε γύψινο κύβο, τα οποία ο καλλιτέχνης πρόσφερε στους επισκέπτες της έκθεσης έναντι καταλόγου, περνώντας έτσι το μήνυμα ότι παρότι η χώρα είναι στον γύψο, η επανάσταση δύναται να φυτρώσει.

Ακολουθεί μια ενότητα έργων ρεαλιστικής και αναπαραστατικής απεικόνισης που σχολιάζουν με άμεσο τρόπο την πολιτική πραγματικότητα της εποχής, όπως είναι το «Συλλαλητήριο» του Δημητρέα, «Οι φυλακές Κερκύρας» του Μπαχαριάν, ή το διάσημο πορτραίτο του Νίκου Μπελογιάννη «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο» από τον Σκουλάκη, με το γαρύφαλλο να θυμίζει κηλίδα αίματος. Επιπλέον, στην έκθεση θα συναντήσει κανείς ένα από τα χαρακτηριστικά έργα του Γαΐτη, όπως «Η Κηδεία του Τσε Γκεβάρα» –αποδίδοντας από τη μια φόρο τιμής στον αργεντίνο επαναστάτη που δολοφονήθηκε το 1967 στη Βολιβία, και κατακρίνοντας τα απολυταρχικά καθεστώτα από την άλλη.
Τη δική τους θέση στην έκθεση έχουν οι Νέοι Έλληνες Ρεαλιστές (Βαλαβανίδης, Δίγκα, Κατζουράκης, Μπότσογλου, Ψυχοπαίδης), οι οποίοι εμφανίστηκαν ως ομάδα στο Ινστιτούτο Γκαίτε το 1972 – μια ακόμη σημαντική έκθεση που έσπασε τότε τη σιωπή των καλλιτεχνών. Πρόκειται για μια ομάδα με βραχύβια μεν διάρκεια (1971-73), η οποία μέσα στο πνεύμα του κριτικού ρεαλισμού στόχευε στον κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό με σκοπό να αφυπνίσει τη σκέψη του κοινού απέναντι στην κοινωνική ανισότητα, την κοινωνία της κατανάλωσης και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, όπως ισχυρίζονταν τα μέλη της μέσα από το μανιφέστο τους.

Στο βάθος του εκθεσιακού χώρου κυριαρχεί το εντυπωσιακό περιβάλλον της Λήδας Παπακωνσταντίνου σε ανακατασκευή, με καθημερινά αντικείμενα μουμιοποιημένα στον γύψο, καθώς και το βίντεο «Γεια σου, τι κάνεις; καλά» που η ίδια είχε παρουσιαστεί στο Καλλιτεχνικό Κέντρο Ώρα το 1974, με σαφείς αναφορές στον καταναλωτισμό και τη γυναικεία ταυτότητα.
Η πορεία του επισκέπτη στον χώρο διακόπτεται από δύο προθήκες όπου, εκτίθεται πλούσιο αρχειακό υλικό που αφορά στις καλλιτεχνικές δράσεις της εποχής, με κύρια πηγή το ίδιο το Ισετ το οποίο διαθέτει ένα μεγάλο αρχείο, καθώς και το προσωπικό αρχείο καλλιτεχνών. Οι αναφορές ξεκινούν με το πολιτικά φορτισμένο επιτελεστικό περιβάλλον της Μαρίας Καραβέλα στην γκαλερί Άστορ το 1970 στην Αθήνα. Οι τοίχοι, το ταβάνι και το δάπεδο της γκαλερί καλύφθηκαν με μαύρα χαρτιά μιας και δεν της επέτρεψαν να βάψει τον χώρο. Λευκά και κόκκινα σακιά βρίσκονταν διάσπαρτα στον χώρο, ενώ είχε τοποθετηθεί και μια σκάλα που δεν οδηγούσε πουθενά.
Μέσα σε ένα μεγάλο κλουβί, βρισκόταν φυλακισμένο ένα γύψινο σώμα σε φυσικό μέγεθος που παρέπεμπε αφενός στους πολιτικούς κρατούμενους που είχαν φυλακιστεί από το καθεστώς των συνταγματαρχών, και αφετέρου στην αλληγορία της χώρας ως ασθενής στον γύψο. Ταυτόχρονα, ακουγόταν ο ήχος μιας σταγόνας που έσταζε, παραπέμποντας σε βασανιστήριο. Πρόκειται για ένα εφήμερο έργο με σαφή αναφορά σε ζητήματα ελευθερίας, καταπίεσης, εγκλωβισμού και θανάτου, από το οποίο παρουσιάζεται ενδεικτικά μονάχα το φυλλάδιο της έκθεσης.

Δίπλα ακριβώς από την Καραβέλα, συναντά κανείς ντοκουμέντα από την έκθεση «Ένα συμβάν» του Δημήτρη Αληθεινού το 1973 στο Καλλιτεχνικό Κέντρο Ώρα, όπου ο καλλιτέχνης τοποθετεί αυτούσια μια αστική τραπεζαρία, η οποία συνοδεύεται από επιτελεστικές δράσεις ανδρικών και γυναικείων σωμάτων που βρίσκονται εγκλωβισμένα και κινούν τα μέλη τους μέσα από ανοίγματα λευκών κελιών, σαν να προειδοποιεί πως «ό,τι συνέβη στους άλλους μπορεί να συμβεί και σε εσένα… Δεν υπάρχουν άλλοι, υπάρχουν όλοι».
Στην προθήκη συμπεριλαμβάνεται επίσης το φυλλάδιο της λογοκριμένης έκθεσης του Ηλία Δεκουλάκου, («Ζωγραφική 1969-1973», που θα λάμβανε χώρα το 1973 στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών-Χίλτον), η οποία απαγορεύτηκε για λόγους προσβολής της δημοσίας αιδούς, χωρίς να προλάβει καν να εγκαινιαστεί, με αποτέλεσμα να πραγματοποιηθεί έναν μήνα αργότερα στην γκαλερί Νέες Μορφές συνιστώντας μια πράξη ειρωνείας απέναντι στο καθεστώς. Έντονο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα βότσαλα που ζωγράφιζε η Βάσω Κατράκη, κατά την εξορία της στη Γιούρα, ελλείψει άλλων μέσων έκφρασης.

Ωστόσο, έκπληξη μας προκαλεί το γεγονός ότι σε ολόκληρη την έκθεση δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά στην εμβληματική προσωπικότητα του γλύπτη Θόδωρου, ενός καλλιτέχνη του οποίου το έργο χαρακτηριζόταν για το έντονο κριτικό του περιεχόμενο.
Καθώς η έκθεση είναι μικρής κλίμακας για να συμπεριλάβει ένα μεγάλο μέρος της εποχής εκείνης, οι προθήκες λειτουργούν συμπληρωματικά και δίνουν εναύσματα στον θεατή, ώστε φεύγοντας από την έκθεση, να μπορέσει να ψάξει περαιτέρω πληροφορίες για την τέχνη κατά τη διάρκεια της Επταετίας. Ένα επιπλέον εργαλείο από την πλευρά των επιμελητών για τη διεύρυνση της έκθεσης θα μπορούσε να είναι ο συνοδευτικός κατάλογος που δόθηκε την ημέρα των εγκαινίων –δυστυχώς έκτοτε εξαντλήθηκε–, ο οποίος παρέχει έναν σεβαστό όγκο πληροφοριών σχετικά με την εκθεσιακή δραστηριότητα της εν λόγω περιόδου.
Πέρα από την έμφαση που δίνεται στον κατάλογο –τα δύο πρώτα κείμενα του οποίου αντλούν αρκετές πληροφορίες από το βιβλίο της Πέγκυς Κουνενάκη «Νέοι Έλληνες Ρεαλιστές 1971-1973»– το τοιχοκολλημένο θεωρητικό κείμενο της έκθεσης δεν ξεπερνά σε έκταση και κυρίως σε περιεχόμενο το δελτίο Τύπου, παρότι ο Γιάννης Μπόλης έχει αποδείξει σε παλαιότερες εκθέσεις, όπως «Η μνήμη της Επανάστασης» στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης το 2017, πως είναι πολυγραφότατος. Αυτό, σε συνδυασμό με το ότι ο κατάλογος, έχει όπως είπαμε εξαντληθεί, έχει ως αποτέλεσμα ο επισκέπτης να στερείται αρκετών πληροφοριών. Στο σημείο αυτό, θα ήταν χρήσιμο να αναφερθεί πως η συνολική απουσία βιβλιογραφικής αναφοράς στο εσωτερικό του καταλόγου αποτελεί βασική παράλειψη σε κείμενα με εμφανείς ιστορικές αναφορές σε πρωτογενείς ή δευτερογενείς πηγές σχετικά με την καλλιτεχνική δραστηριότητα της συγκεκριμένης περιόδου.

Πέρα από το ιδεολογικό περιεχόμενο της έκθεσης είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι προβάλλεται και μια ποικιλία των μέσων έκφρασης των καλλιτεχνών της εποχής. Πέρα από τη ρεαλιστική ζωγραφική απεικόνιση, αποτυπώνεται και η στροφή στη χρήση άλλων εκφραστικών μέσων, όπως είναι τα περιβάλλοντα, οι εγκαταστάσεις, η τέχνη των νέων μέσων (βίντεο εν προκειμένω) και η τέχνη της επιτέλεσης (performance).
Η χρήση άλλων μέσων, πέραν της ρεαλιστικής αναπαράστασης, είναι ιδιαιτέρα σημαντική για δύο τουλάχιστον λόγους. Καταρχάς, παρατηρείται μια μεγαλύτερη εξωστρέφεια των Ελλήνων εικαστικών προς τα δυτικά πρότυπα και στην –έστω και με άλλους όρους– επιρροή των καλλιτεχνικών ρευμάτων της εποχής. Δεύτερον και κύρια, ένας τέτοιος τρόπος έκφρασης δεν γινόταν εύκολα αντιληπτός από το καθεστώς και άρα δεν μπορούσε να λογοκριθεί με την ίδια ευκολία όπως ένα πλήρως αναπαραστατικό ζωγραφικό έργο. Είναι εμφανές πως ο πολιτικός λόγος του καθεστώτος επηρέασε ιδιαίτερα την καλλιτεχνική πράξη, με αποτέλεσμα οι καλλιτέχνες να στρέφονται σε εικαστικά μέσα ικανά να διαταράξουν τα όρια μεταξύ τέχνης και καθημερινής ζωής, παρότι η ζωγραφική εξακολουθούσε να αποτελεί την κυρίαρχη μορφή τέχνης στην Ελλάδα.

Το στήσιμό της έκθεσης διατηρεί έναν έντονα συμβατικό αφηγηματικό και διδακτικό χαρακτήρα. Τα επιλεγμένα έργα είναι κατά κύριο λόγο επιτοίχια και χωρίζονται αρκετά αυστηρά σε ενότητες, συγκλίνοντας σε ένα ομογενοποιημένο αισθητικό αποτέλεσμα. Κύρια εξαίρεση το περιβάλλον της Παπακωνσταντίνου που κατορθώνει να εμπλέξει πιο σωματικά τον θεατή ο οποίος πλησιάζει διστακτικά ώστε να επεξεργαστεί τα αντικείμενα που απλώνονται στο τραπέζι, νιώθοντας σαν να εισβάλει ηδονοβλεπτικά σε έναν χώρο που δεν του ανήκει. Το ηχητικό υλικό που προέρχεται από το βίντεο σε συντροφεύει καθ’ όλη την περιήγησή σου στον χώρο, επιδρώντας ως έναν βαθμό στη σκέψη σου και δημιουργώντας σου ίσως ένα αίσθημα ανησυχίας.
Συμπερασματικά, πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση που αποτυπώνει σε έναν βαθμό τον κοινωνικό και πολιτικό αναβρασμό της εποχής, όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο (Πόλεμος του Βιετνάμ, Μάης ’68), καθώς και το πνεύμα της εναντίωσης στις παραδοσιακές μορφές της τέχνης, είτε με πιο αναπαραστατικά είτε με λιγότερο παραδοσιακά καλλιτεχνικά μέσα. Μια μικρή μεν αλλά αξιοσημείωτη προσθήκη στο διάλογο που έχουν ανοίξει στο παρελθόν εκτενείς εκθέσεις για την εικαστική σκηνή της εποχής εκείνης, όπως οι «Μεγάλη Αναταραχή, Θαυμάσια Κατάσταση: πέντε ουτοπίες μέσα στο ‘70» σε επιμέλεια του Θανάση Μουτσόπουλου στα πλαίσια του οργανισμού Πάτρα-Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης και της διοργάνωσης Εικαστικό Πανόραμα στο Κρατικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης, «Τα Χρόνια της Αμφισβήτησης» σε επιμέλεια της Μπίας Παπαδοπουλου στο ΕΜΣΤ, και «Εικαστικές Τέχνες & Αντίσταση 1950-1974» σε οργάνωση του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων.

Η Σοφία Χρυσαφοπούλου είναι Μεταπτυχιακή φοιτήτρια Θεωρίας και Ιστορίας της τέχνης στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών
Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης Βαλαωρίτου 9α, 10671 Αθήνα, www.iset.gr
Διάρκεια Έκθεσης: 20.04.2018-23.06.2018 Τρίτη-Παρασκευή: 10:00-17:00 / Σάββατο: 10:00-15:00
Πηγές
Γερογιάννη Ειρήνη, «Αναπαραστάσεις του πολιτικού σώματος κατά τη δικτατορία στο έργο της Μαρίας Καραβέλα και του Θόδωρου», (1/5/2018)
Κουνενάκη Πέγκυ, Νέοι Έλληνες Ρεαλιστές. 1971-1973 εικαστική και κοινωνική παρέμβαση της ομάδας, Εξάντας, Αθήνα 1988
Μπόλης Γιάννης και Γούναρη Δόμνα (Επιμ.) Εναντίωση- Η Τέχνη σε σκοτεινά χρόνια 1967-1974, (Κατάλογος έκθεσης), Iset, Αθήνα 2018
Παπαδοπούλου Μπία, «Απέναντι στο πραγματικό», Τα Χρόνια της Αμφισβήτησης- Η τέχνη του ’70 στην Ελλάδα, (Συλλογικός τόμος), ΕΜΣΤ, Αθήνα, 2006