«Κατά το έτος 2017 παρατηρήθηκε η συνύπαρξη αντίρροπων τάσεων που συνέθεσαν και διαμόρφωσαν το πεδίο της ξενοφοβίας, του ρατσισμού και της ρατσιστικής βίας», προλογίζει το φετινό annual report από το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας. Αναλύοντας τις καταγραφές των συνεντεύξεων από σαράντα δύο διαφορετικές οργανώσεις που συμμετείχαν στο δίκτυο, παρατηρήθηκε πως η παρουσία ομάδων με ξενοφοβικές ιδεολογίες και εκδηλώσεις οργανωμένης βίας ενισχύθηκε σε πολλές περιοχές της Αττικής, σε σχέση με τα προηγούμενα έτη.

Σύμφωνα με τα στοιχεία για την περίοδο Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου 2017, σημειώθηκαν 102 περιστατικά ρατσιστικής βίας με περισσότερα από 120 θύματα. Από αυτά, σε 34 στοχοποιήθηκαν μετανάστες/-ριες ή πρόσφυγες λόγω εθνικής καταγωγής, θρησκείας, χρώματος ή/και ταυτότητας φύλου, σε 7 στοχοποιήθηκαν υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εργαζόμενοι οργανώσεων ή φορέων που παρέχουν υπηρεσίες σε πρόσφυγες, σε 47 στοχοποιήθηκαν ΛΟΑΤKI άτομα, σε 11 στοχοποιήθηκαν ιεροί ή συμβολικοί χώροι και η εβραϊκή κοινότητα, σε 2 περιστατικά στοχοποιήθηκαν ημεδαποί λόγω θρησκείας και σε 1 περιστατικό στοχοποιήθηκε άνδρας Ρομά λόγω εθνοτικής καταγωγής. Επίσης, σε 37 περιστατικά στοχοποιήθηκαν περισσότερα του ενός θύματος, ενώ σε 55 περιστατικά η επίθεση τελέστηκε από ομάδα (τουλάχιστον 2 ατόμων).

Αν και συνολικά διαπιστώθηκε πως τα αντανακλαστικά από τις αρμόδιες αρχές έγιναν πιο άμεσα, οι σύγχρονες ανάγκες τις ελληνικής κοινωνίας δείχνουν να απαιτούν περισσότερες κρατικές παρεμβάσεις. «Παρά τη βελτίωση της ανταπόκρισης της Πολιτείας, εμμένουν αποτρεπτικές συμπεριφορές ή πρακτικές ως προς την καταγγελία, οι οποίες χρήζουν περαιτέρω εξέτασης», όπως αναγράφεται στην έρευνα.
Πάγιο ζήτημα, δηλαδή, σε τέτοια reports παραμένει ο λεγόμενος «σκοτεινός αριθμός», το ποσοστό δηλαδή των εγκλημάτων που δεν φτάνουν ποτέ στην καταγραφή τους, είτε λόγω του φόβου από πλευράς του θύματος είτε λόγω ευρύτερων προσωπικών, ηθικών ή κοινωνικών αγκυλώσεων.