Ηλιόλουστο πρωινό Δευτέρας, ανάμεσα στην ζεστή αύρα του Θησείου. Στα λίγα βήματα από τον σταθμό μέχρι το πεζοδρομημένο στενό της Επταχάλκου και το γοητευτικό νεοκλασικό της γκαλερί Bernier Eliades, δεν πρόλαβα να σκεφτώ και πολλά. Λίγο η γοητεία αυτής της γειτονιάς, λίγο η συνάντηση με τον Cameron Jamie που μετρούσε αντίστροφα, λίγο το προφίλ αυτού του ιδιαίτερου καταξιωμένου Αμερικανού εικαστικού που διάλεξε τον δρόμο της τέχνης κόντρα στην περιρρέουσα κουλτούρα των προαστίων που μεγάλωσε… Το μοναδικό ίσως πλάνο που κρατούσα ατόφιο στο κεφάλι μου ήταν ότι δεν γίνεται να υπάρξει κανένα πλάνο. Όπως ακριβώς και στα έργα του δηλαδή. Στιγμιαία, ενστικτώδη, αισθαντικά. Ο φορμαλισμός δεν χωράει σε αυτά. Ούτε το πρόγραμμα. Χρειαζόταν μία αλλιώτικη ιδέα.
-Τι θα λέγατε για μία ελεύθερη συζήτηση, όσο περπατάμε ανάμεσα στα εκθέματά σας;
«Στα προάστια του Λος Άντζελες δεν υπήρχε χώρος για καλλιτεχνική δημιουργία, για υπαρξιακά ζητήματα. Το να ήσουν καλλιτέχνης ήταν σαν να είσαι σκουπίδι»
Τον ικανοποίησε η πρόταση. Ήταν σχετικά ένα από τα άγχη μου, μιας και ήταν μία από τις μετρημένες συνεντεύξεις που έχει δεχτεί να δώσει στα μίντια. Ξεκινήσαμε έτσι τον περίπατο ανάμεσα στα αφαιρετικά, αχνά σκίτσα που σε καλούν να τα αναγνώσεις, τα έντονα πολύχρωμα σχέδια που σου ξυπνούν ερωτηματικά, τα ιδιόμορφα, εντυπωσιακά κεραμικά γλυπτά που αποκτούν νέα ερμηνεία με κάθε σου βλέμμα...

«Ξέρεις, μεγάλωσα απομονωμένος, προσπαθώντας να εξερευνήσω μόνος τον κόσμο, χωρίς κανένα ενθαρρυντικό στοιχείο. Στα προάστια του Λος Άντζελες δεν υπήρχε χώρος για καλλιτεχνική δημιουργία, για υπαρξιακά ζητήματα. Το να ήσουν καλλιτέχνης ήταν σαν να είσαι σκουπίδι». Ο ριζικός όμως ρομαντισμός που κρύβει δεν τον άφησε να συμμορφωθεί. Η ορμή για την δημιουργία επίσης. «Σε ηλικία πέντε χρονών, ήθελα να γίνω καλλιτέχνης, πριν καν μάθω τι σημαίνει αυτό. Πήρα την μεγάλη απόφαση, κλείστηκα σαν φυλακισμένος στο δωμάτιό μου και ξεκίνησα από τότε να δημιουργώ με τους πάντες να είναι εναντίον μου».
«Όταν φτιάχνω ένα έργο, οποιοδήποτε κι αν είναι αυτό, θέλω να το φορτίζω με ηλεκτρισμό. Ο στόχος μου λοιπόν είναι να δίνω ενέργεια σε κάτι.»
Οι καταπιεστικές νευρώσεις που βίωσε μικρός στo Σαν Φερνάντο Βάλεϊ, τον οδήγησαν τελικά στην μετέπειτα εγκατάστασή του στην πόλη του φωτός, το Παρίσι. «Είχα αηδιάσει με την Αμερική. Δεν αισθανόμουν καμία σύνδεση με τον πολιτισμό της, παρ’ ότι η δουλειά μου έχει να κάνει αρκετά με αυτόν». Οι φαντασιώσεις και τα κατασκευασμένα ιδανικά του αμερικανικού φολκλόρ επανέρχονται –άλλοτε αχνά άλλοτε πιο έντονα- στα έργα του σύγχρονου εικαστικού, με τα ντοκιμαντερίστικα φιλμ που σκηνοθέτησε (και τον έκαναν γνωστό στο ευρύτερο κοινό) να έχουν την πιο κυριολεκτικά εθνογραφική σφραγίδα (βλ. το τελευταίο του «Message the history», 2007-9). «Στις ταινίες, αφήνω τα υποκείμενά μου να σχολιάσουν από μόνα τους την ζωή στα προάστια. Είναι άτομα που έχουν φθαρεί από αυτό το περιβάλλον, παίρνουν κάτι από την ποπ κουλτούρα και καταλήγουν στην διαστρέβλωση».

Με τα τρομακτικά προ-χριστιανικά τελετουργικά της Αυστρίας («Kranky Klaus», 2002-3) τον είχα πρωτοσυναντήσει και εγώ. «Μπορεί ο περισσότερος κόσμος να με γνώρισε μέσα από τα οπτικοακουστικά έργα, όμως δεν είμαι αποκλειστικά αυτό. Είμαι ένας καλλιτέχνης που δημιουργεί. Όλα τα έργα μου (σκίτσα, μονοτυπίες, κεραμικά, video) έχουν κοινά σημεία αναφοράς. Συνδέονται μεταξύ τους όπως και οι πλανήτες σε ένα ηλιακό σύστημα». Και ποιο είναι το δικό του εικαστικό σύμπαν; «Το κοινό ανάμεσα σε όλα είναι ότι δεν υπάρχει ποτέ πλάνο για να φτιαχτούν. Προκύπτουν ελεύθερα, ενστικτωδώς, αυθόρμητα. Μπορεί για τεράστιο χρονικό διάστημα να τα επεξεργάζομαι στο κεφάλι μου μέχρι να πάρω την απόφαση να τα δημιουργήσω αλλά η αποτύπωση είναι μέσω ενόρμησης.»
Ο Cameron Jamie φτιάχνει τα έργα του αποσπασματικά, σε διαφορετικά μέρη του πλανήτη και τα φέρνει πρώτη φορά σε επαφή στις εκθέσεις. Την ίδια αποσπασματικότητα κρατάει πολλές φορές και στην τεχνική του. Στρώσεις επί στρώσεων, προσθήκες και αφαιρέσεις που καταλήγουν στο τελικό δημιούργημα. Συναίσθημα και αποτύπωση. «Όταν φτιάχνω ένα έργο, οποιοδήποτε κι αν είναι αυτό, θέλω να το φορτίζω με ηλεκτρισμό. Ο στόχος μου λοιπόν είναι να δίνω ενέργεια σε κάτι. Στον σύγχρονο κόσμο που όλα κινούνται ταχύτατα και δεν προλαβαίνει κανείς να επεξεργαστεί το οτιδήποτε, είναι επίτευγμα αν κάποιος φύγει από την έκθεση και σκεφτεί –έστω και για μία στιγμή– κάτι από αυτήν. Γι’ αυτό προτιμώ και τις αφαιρετικές μορφές, το μυστήριο και την μαγεία που κρύβει η τέχνη. Αν καταφέρω να δημιουργήσω ένα συναίσθημα στον θεατή, είτε εκστασιαστεί είτε με μισήσει, είμαι ικανοποιημένος. Εξάλλου αυτός δεν είναι και ο στόχος της τέχνης; Να δημιουργεί ένα συναίσθημα;»
Σίγουρα, σκέφτηκα. Και ο Cameron Jamie το καταφέρνει περίφημα.
Εγκαίνια (παρουσία εικαστικού): 23/11 (8 μ.μ.),
Διάρκεια: 23/11-4/1,
Bernier-Eliades Galery (Επταχάλκου 11, Θησείο, 2103413935),
Τρ-Παρ 10.30 π.μ. -6.30 μ.μ. Σάβ. 12-4 μ.μ.,
Είσοδος ελεύθερη.