Από τους εικαστικούς που έχουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το κείμενο και τη γλώσσα και κατ’ επέκταση για την τυπογραφία και το έντυπο, ο Γιάννης Παπαδόπουλος μας εξηγεί τι είναι ο Ομπλός, πέρα από ένα βουνό στην Πάτρα.

Γιατί κυκλοφορείς με μια δερμάτινη τσάντα τελευταία;
Η τσάντα περιέχει παραγγελίες για τις εκδόσεις του Ομπλού. Μου φέρνει και στον νου τον Βέλγο καλλιτέχνη Marcel Broodthaers, ο οποίος εργάστηκε ως πλασιέ βιβλίων τη δεκαετία του 1960. Μια δέσμη από απούλητες κόπιες του δικού του βιβλίου Pense Bête βουτήχτηκαν σε ένα κουβά με γύψο και έγιναν η αφετηρία του σαν εικαστικός καλλιτέχνης.

Τι είναι ο Ομπλός;
Ο Ομπλός είναι ένα βουνό που αναπτύσσεται ομαλά πάνω από την Πάτρα. Οι ομώνυμες εκδόσεις ξεκίνησαν το 2014 στην Αμβέρσα αναζητώντας νέο περιεχόμενο στην έντυπη καλλιτεχνική διατύπωση. Θέτουν υπό ερώτηση τους ρόλους του συγγραφέα, του εκδότη, του επιμελητή και της διάθεσης, που είναι ιδωμένοι από τα μάτια και τους σκοπούς ενός καλλιτέχνη. Οι εκδόσεις λειτουργούν με έναν αυτάρκη τρόπο, έχοντας κρατήσει την παραγωγή σε όλα τα στάδια, από τον σχεδιασμό ως το δέσιμο, μέσα στον ίδιο χώρο με απλά μέσα (οικιακός εκτυπωτής, τύπωμα και δέσιμο στο χέρι). Επίσης γίνονται μικρές παραγωγές με παραδοσιακή τυπογραφία(στοιχειοθεσία) σε διάφορα εργαστήρια.
Υπάρχει ιδιαίτερη φροντίδα για την τυπογραφία, η οποία κοιτά σε μια γενεαλογία φίνων εκδόσεων στην Ελλάδα, όπως των αδελφών Ταρουσόπουλων, των επιμελειών του Ε.Χ. Κάσδαγλη, εκδόσεων της Λέσχης, εκδόσεις Κείμενα, τον Κεφαλληνό και βέβαια από την Άγρα και τη Στιγμή και άλλους σύγχρονους. Υποδείγματα αυθορμητισμού βρήκα τον Καχτίτση και τον Εξαρχόπουλο. Η έδρα τώρα είναι η Πάτρα, πρώτα ως τόπος κατοικίας και μετά από μια εμμονή για μια ποιητική αποκέντρωση. Από εκεί οι εκδόσεις κοιτάνε προς τις καλλιτεχνικές εκδόσεις σύγχρονης τέχνης όπως Metronome, F.R David, More publishers, Roma, Paraguay, Fluxus/ something else press κ.α. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι λειτουργούμε σαν παρατηρητήριο στην παραγωγή σύγχρονου καλλιτεχνικού εντύπου, με μια εποπτεία όπως αυτή από την κορυφή ενός βουνού.

Με ποιο βιβλίο ξεκίνησες και γιατί; Ποια αλλά έχεις εκδώσει;
Οι εκδόσεις, οι οποίες περιέχουν κι άλλες μορφές εντύπων όπως κάρτες, αφίσες, και μονοσέλιδα, ξεκίνησαν από την ανάγκη να στεγάσουν την έκδοση ενός βιβλίου που δεν έχει τυπωθεί για 440 χρόνια κι ακόμα εκκρεμεί· είναι ένα απαιτητικό εγχείρημα που ουσιαστικά ενεργοποιεί μια Ελληνική γραμματοσειρά του 16ου αι. η οποία χαράχτηκε στην Φλάνδρα και δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ. Στεγάστηκαν όμως άλλες εκδοτικές χειρονομίες, όπως η τυπογραφική ανασυγκρότηση ενός κειμένου του Walter Benjamin, ένα τυπογραφικό γύμνασμα επάνω στο κείμενο του Κυκλισμού του Τετραγώνου του Δημήτρη Δημητριάδη, η ιδιαίτερη μεταχείριση του ποιήματος Der Ister του Hölderlin, μια κάρτα τυπωμένη στα πλαίσια μια τυπογραφικής επιτέλεσης για την ΠΑΤ και το Goethe Institute, τα πρακτικά διημέρων για τον Χαιλντερλιν στο Extra City Kunsthal και στο Circuits and Currents, το φυλλάδιο από ένα διήμερο για τον ΟΙΚΤΟ στην Royal Academy of Arts Antwerp, ένα εξώφυλλο για μια συλλογή ποιημάτων του Μαγιακοφσκι. Ετοιμάζονται ένα βιβλίο Άλγεβρας, κάποιες προσκλήσεις έργου σε καλλιτέχνες και συγγραφείς καθώς και η ανάβαση του βουνού Ομπλός/ έκδοση το φθινόπωρο του 2017.

Πως μπορεί να τα προμηθευτεί κανείς;
Από το διαδίκτυο http://ombloseditions.blogspot.gr/ κάποια έντυπα παραγγέλνονται print on demand, για άλλα υπάρχει περιορισμένο απόθεμα. Η παραγωγή και η διάθεση κρατιέται σε προσωπικό επίπεδο και δεν ακολουθεί τους κανόνες αγοράς του βιβλίου.
Από πότε/που ξεκινάει το ενδιαφέρον σου για την τυπογραφία και το βιβλίο και σε τι έγκειται αυτό;
Το κείμενο και η γλώσσα είναι υλικά της πρακτικής μου, έτσι η τυπογραφία και το έντυπο έρχονται φυσικά σαν την τεχνική συνθήκη υλοποίησης. Αν και υπήρχε μια άτακτη σχέση με το έντυπο από παλιά-βγήκε στην Πάτρα ένα fanzine τέλη του 90, Το βάρος και η τύχη χωρίς ελατήρια, αφίσες κλπ- η οργανωμένη σχέση ήρθε στο εξωστρεφές εργαστήριο Τυπογραφίας και Τέχνης του Βιβλίου της ΑΣΚΤ με την Λεώνη Βιδάλη, όπου καταρτίστηκα τεχνικά και συνειδητοποίησα την ευρύτητα του φάσματος που καλύπτει το καλλιτεχνικό έντυπο.
Επίσης και οι δύο καθηγητές που συνεργάστηκα στην σχολή, ο Γιάννης Βαλαβανίδης και ο Πάνος Χαραλάμπους είχαν μια ιδιαίτερη σχέση με το αντικείμενο. Φεύγοντας στις Κάτω Χώρες μελέτησα πολλά έντυπα και συμπεριφορές καλλιτεχνών ή ιδιαίτερων εκδοτικών αλλά και βιβλία του 15ου-16ου αιώνα που με βοήθησαν να καταλάβω τον χώρο της σελίδας- και δεν εννοώ τον γραφιστικό/σχεδιαστικό αλλά έναν άλλο που θα τον έλεγα στοχαστικό.

Πρόσφατα είδαμε τη δουλειά σου στην έκθεση των υποψηφίων για το εργαστήρι ο χαρακτικής στην ΑΣΚΤ. Τι είναι για σένα η χαρακτική και πως εντάσσεται στο έργο σου;
Μέσω της τυπογραφίας, η οποία είναι κι αυτή ένα ανάγλυφο προς μελάνωμα και εκτύπωση, ασχολήθηκα και με την χαρακτική, την χάραξη δηλαδή επιφανειών προς εκτύπωση. Στην χαρακτική με ενδιέφεραν οι βασικές συνθήκες· η πολλαπλότητα, η απόσυρση του χεριού του δημιουργού και η υπό πίεση απόθεση μελανιού στο χαρτί. Η πολλαπλότητα έρχεται να αποδυναμώσει την ηρωική μοναδικότητα και εστιάζει προς το περιεχόμενο. Η δεύτερη συνθήκη προσφέρει διαμεσολαβημένες-μέσω της τεχνικής/μηχανικής- υλοποιήσεις στα θέματα που διαπραγματεύομαι.
Μια οπισθοδρόμηση ή αναχρονισμός από τις σύγχρονες μεθόδους εκτύπωσης, νομίζω εδώ έχει έναν ρόλο επιβράδυνσης, με τον χρόνο να κινείται αργότερα και ίσως πιο πνευματικά. Οπωσδήποτε βρίσκω και αυτοβιογραφικές αναφορές κάποιου που έχει μεγαλώσει σε πάγκο εργαστηρίου ωρολογοποιίας.
Την τελευταία συνθήκη, αυτή του μπηξίματος μελανιού στο χαρτί, την βλέπω από τη μεριά του πολιτισμού, ο οποίος έχει στηθεί στην εγκυρότητα του τυπωμένου χαρτιού, της στάμπας.
Με την ΑΣΚΤ όσο ήμουν στο εξωτερικό κρατούσα μια επαφή με το εργαστήριο Τυπογραφίας και Τέχνης του Βιβλίου, διοργανώνοντας workshops, διαλέξεις και διδάσκοντας πέρυσι, με σκοπό την πλουραλιστική ματιά στο έντυπο. Κάποιες φορές μια υποψηφιότητα θέτει ερωτήματα ως προς το αντικείμενο της προκήρυξης. Για τον τομέα χαρακτικής είχε νόημα το ερώτημα για μια ισορροπία μεταξύ του "τι κάνω", "γιατί το κάνω" και "πως το κάνω" διότι είναι ένας χώρος με πολλή τεχνική-κουζίνα- που πολλές φορές γίνεται αυτοσκοπός. Θα συνόψιζα την ματιά μου στη φράση -στα αγγλικά- Think Before You Print. Με μια μεταφορά από την τηλεοπτική κουζινολατρεία: εμπιστοσύνη στα καλά υλικά, οι συνταγές έπονται.

Ως μέλος της ΠΑΤ συμμετείχες στην έρευνα/ έκθεση «Συμφωνία χωρίς αρχές» στο iset υπογράφοντας μεταξύ άλλων το editing/mastering της έκθεσης. Με ποιόν τρόπο η διαδικασία αυτή είναι μέρος της δουλειάς σου ως εικαστικού;
Η έρευνα Συμφωνία χωρίς αρχές της ΠΑΤ στο ΙΣΕΤ ξεκίνησε με μια κοινή ομοθυμία και αλληλοεμπιστοσύνη, η οποία προχωρώντας διαμόρφωσε το αντικείμενό της και τους ρόλους μεταξύ των συμμετεχόντων.
Όπως και στον Ομπλό με ενδιαφέρει ένα φάσμα ρόλων ή καλύτερα ένα φάσμα ανάληψης/αποποίησης ευθύνης. Ο χώρος του ΙΣΕΤ καθ' αυτός, σαν γκαλερί Νέες Μορφές για την εποχή που ερευνούσαμε, με ενδιέφερε από την αρχή σαν ριζική συνθήκη. Οπότε έναν ρόλο που βρήκα ήταν αυτός του ρυθμιστή ή απορρυθμιστή του. Όπως και στον χώρο της σελίδας επιδίωξα μια άλλη ανάγνωσή του, με βάση τα βασικά συστατικά του· την κάτοψη, το ωράριο λειτουργίας του και το φως που δέχεται. Ύστερα, ως προς το παρουσιαζόμενο ή αποκρυπτόμενο υλικό είδα τον εαυτό μου να ανεβοκατεβάζω στάθμες, κάτι σαν το editing/mastering σε μια ηχογράφηση. Τέλος ο Ομπλός αναλαμβάνει τον σχεδιασμό του καταλόγου της έρευνας/ έκθεσης. Θα έλεγα ότι με τη συμμετοχή μου, έψαξα το λεξιλόγιο των "εκθέσεων αρχείου", πέρα από κορεσμένες και αναμενόμενες λύσεις.
Νομίζω ότι αυτό το παιχνίδι ρόλων συναντάται συχνά στην πρακτική μου που κρατά μια καθαρή υλική γραμμή, περιβαλλόμενη από μια δέσμη τεχνικών δανεισμένων από την παραγωγή μουσικής, εντύπου, θεάτρου. Θα έλεγα ότι εργάστηκα με μια ευρύτητα όπως για την εγκατάσταση Εξάντληση στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης για το βραβείο ΔΕΣΤΕ, όπου στον χώρο υπήρχαν εκτυπώσεις (λιθογραφίες, μεταξοτυπίες, υψηλής ανάλυσης αναπαραγωγές βιβλίων), ένας ιδιοσυγκρασιακός ωρολογιακός μηχανισμός, ρύθμιση του εισερχόμενου φωτός, χορογραφημένη επίπλωση, μια πρόσκληση για συγγραφή του κειμένου Εξάντληση από τον Δημήτρη Δημητριάδη, προβολή της ταινίας Lang Neaw του Rirkrit Tiravanija, κι όλα αυτά το φορτισμένο καλοκαίρι του 2015.