Πώς μοιάζει άραγε μία μουσική παράσταση που λειτουργεί ταυτόχρονα και ως διερώτηση για το μακρύ μεσογειακό καλοκαίρι; Απαντήσεις φιλοδοξούμε να αντλήσουμε από την εμφάνιση ενός καλλιτεχνικού τρίπτυχου που προφανώς, μοιράζεται τις ίδιες καλλιτέχνικές αξίες. Μέχρι τις 10 Ιουνίου λοιπόν, όταν και η Sophie Lies, ο Κωστής και ο Σταύρος Τσαντές θα ανέβουν στη σκηνή του Θεάτρου Δόρα Στράτου στο πλαίσιο των Φ hill Sessions, στρεφόμαστε στις απαντήσεις τους για να καταλάβουμε τι πρέπει να περιμένουμε από το live τους.
SOPHIE LIES
>Τα άλμπουμ "Μια πέτρα σαν Σπίτι" (2020) και "Η Άλλη Πλευρά της Συνήθειας" (2024) έχουν μια τετραετία διαφορά. Πώς εξελίχθηκε η μουσική σου ταυτότητα στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα;
Σήμερα, που μιλάμε από μια απόσταση δύο χρόνων από την κυκλοφορία του δεύτερου δίσκου, μπορώ να πω πως τραγουδοποιητικά είναι σίγουρα και οι δύο αρκετά κοντά: είναι γραμμένοι από το ίδιο μολύβι. Η εξέλιξη, αν υπάρχει τέτοια, θα έλεγα οτι εντοπίζεται σε μια μεγαλύτερη άνεση και αυτοπεποίθηση να δοκιμαστούν πράγματα και να προσεγγιστεί ένας διαφορετικός ήχος σε επίπεδο παραγωγής. Ο πρώτος δίσκος είχε την κατεύθυνση του Παντελή Νικηφόρου των Λάμδα, με τον οποίο αποφασίσαμε τότε (για την ακρίβεια εκείνος με είχε ενθαρρύνει πολύ σωστά) να ηχογραφήσουμε τα τραγούδια σχεδόν live. Οπότε περάσαμε ενάμιση χρόνο κάνοντας απλώς πρόβες και μετά γράψαμε. Στον δεύτερο δίσκο, τον οποίο ανέλαβε παραγωγικά ο Κώστας Ζάμπος (FUTUROKOMONO) ακολουθήσαμε μια πιο studio λογική, με πολλά τραγούδια να στήνονται με την λογική των layers κλπ.
>Στο τραγούδι "Μεγάλα παιδιά" γράφεις: "Είμαστε μεγάλα παιδιά πια, καταλαβαίνεις και καταλαβαίνω / Σπίτι δουλειά, σπίτι δουλειά και κάπου στο ανάμεσα σωπαίνω". Αυτό ισχύει και για τους καλλιτέχνες;
Ναι, γιατί είναι ελάχιστα τα πράγματα που θα έλεγα οτι διαφοροποιούν τη ζωή ενός καλλιτέχνη με την ζωή κάποιου που δεν εργάζεται (και) ως καλλιτέχνης. Και αυτά τα πράγματα δεν εμφανίζονται σε αυτόν τον στίχο.
>Έχεις δημιουργήσει μία δική σου διασκευή στο τραγούδι "Πόθοι" του Γιάννη Αγγελάκα. Τι σε τράβηξε σε αυτό το συγκεκριμένο τραγούδι και πώς διαχειρίστηκες την επανερμηνεία του;
Πέρα από την σύνδεση που νιώθω με το έργο του Γιάννη Αγγελάκα και τις Τρύπες, αγαπάω πάρα πολύ αυτόν τον δίσκο, την Γελαστή Ανηφόρα. Κάθε φορά που τον ακούω, δεν ξέρω από πού να το πιάσω. Τώρα για τους Πόθους, νομίζω πως στάθηκα στο συγκεκριμένο τραγούδι γιατί συνδυάζει την ορμή και την τραχύτητα της ειλικρίνειας που έχει η γλώσσα του Αγγελάκα με μια γλύκα. Αυτό άκουγα εγώ τουλάχιστον. Γι’ αυτό και η διασκευή που κάναμε κατέληξε πολύ πιο μελωδική και τραγουδιστή από το πρωτότυπο. Με συγκινεί πολύ αυτή η ισορροπία τρυφερότητας-σκληράδας, πιστεύω οτι οι Πόθοι είναι ένα τέτοιο τραγούδι. Άλλωστε, κάνοντας την διασκευή αυτή, επειδή την παίζουμε στα λαηβ μας, δημιούργησα την ευκαιρία μου να τραγουδήσω κι εγώ άτσαλα και δυνατά. Γιατί φυσικά, ό,τι και να κάνεις, το τραγούδι σε τραβάει προς τον πυρήνα του, και ο πυρήνας του είναι τραχύς, αλλά από μέσα! Σαν να μιλάς, όντως, στα βουνά.
>Η φράση "το καλοκαίρι ο κόσμος αλλάζει" από το Χρήστο Βακαλόπουλο είναι το έναυσμα για την εμφάνισή σας στο Φ hill Sessions. Τι σημαίνει για εσένα αυτός ο μετασχηματισμός του καλοκαιριού; Και βασικά υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος που ενδείκνυται για την υποδοχή του;
Η ιδέα πίσω από την φράση του Βακαλόπουλου, όπως και άλλων κειμένων και ιδεών που αξιοποιήσαμε στο στήσιμο που θα έχει αυτή η συναυλία, κρύβει μια βαθιά αντίθεση: λέει ο Βακαλόπουλος "το καλοκαίρι ο κόσμος αλλάζει" αλλά δεν αλλάζει τίποτα. Περιμένεις το καλοκαίρι, το καλοκαίρι είναι προσδοκία, έχει χώρο, έχει χρόνο, έχει "μια άλλη ζωή". Εμείς θέλουμε να παίξουμε με αυτή την κατάσταση. Θέλουμε να πούμε ναι στην ελπίδα, ναι στην ξεκούραση, ναι στον έρωτα, ναι στην διεκδίκηση μιας τέτοιας ζωής, ναι στο καλοκαίρι, αλλά όχι στην διαφυγή, όχι στην ψευδαίσθηση, όχι στις εκπτώσεις. Ναι στο θέρος, όχι στις "διακοπούλες".
ΚΩΣΤΗΣ
>Το "Φεϊγ Βολάν" (Flying Saucer) ως concept υποδηλώνει κάτι που αιωρείται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Πώς αποτυπώνεται αυτή η μεταφορά μέσα από τη μουσική σου;
Κοίτα, έχει πλάκα αυτή η μετάφραση με τον "ιπτάμενο δίσκο", αλλά αν το καλοσκεφτείς, κάπου κουμπώνει με αυτό που ζούμε. Για μένα, το "Φέιγ Βολάν" ήταν το όνομα μιας ψυχεδελικής ροκ μπάντας που είχαμε φτιάξει με κάτι κολλητούς πίσω στο '21. Εκείνες οι μέρες ήταν οι πιο ξέγνοιαστες της ενήλικης ζωής μου. Νιώθαμε στ' αλήθεια ότι δεν πατάμε στο χώμα, ότι γυρνάμε την πόλη σαν ιπτάμενα φύλλα. Οπότε, ναι, αυτή η αιώρηση ανάμεσα στο τότε και το τώρα είναι όλος ο δίσκος.
Τώρα, το πώς αυτό βγαίνει στα τραγούδια... Είναι που παίρνεις πράγματα, εικόνες και τραύματα από παλιότερα, και κάθεσαι σήμερα να τα κοιτάξεις με άλλα μάτια, με άλλες απαιτήσεις από τον εαυτό σου. Και μουσικά κάπως έτσι το πήγαμε με τον Θωμά. Κρατήσαμε αυτόν τον πιο δικό μας, τον "χειροποίητο" χαρακτήρα, αλλά είπαμε να το πάμε παραπέρα: βάλαμε synths, βάλαμε τύμπανα –πράγματα που δεν είχαμε στον πρώτο δίσκο– και το αφήσαμε να αναπνεύσει. Ξέρεις, πάντα έχουμε την τάση να κρίνουμε το παρελθόν με τα σημερινά μας δεδομένα. Αναιρούμε συνεχώς τους εαυτούς μας. Οπότε, αυτή η μουσική είναι ακριβώς αυτό: ένα φύλλο που πετάει στο άπειρο σύμπαν και, μεταξύ μας, αρνείται πεισματικά να προσγειωθεί.
>Η εμφάνισή σας στο Θέατρο "Δόρα Στράτου" περιγράφεται ως "μουσική παράσταση-εμπειρία". Πώς διαφέρει αυτή η προσέγγιση από μια κλασική συναυλία;
Σίγουρα μιλάμε για εμπειρία από την στιγμή που σε αυτή θα βρίσκεται και ο Τσαντές, αυτό νομίζω πως αρκεί. Τώρα για να μιλήσω κάπως περισσότερο σοβαρά η διαφορά έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι οι τρεις μας αποφασίσαμε να διαλέξουμε κάποια τραγούδια από τη δισκογραφία μας χωρίς απλώς για άλλη μία φορά να τα παρουσιάζουμε η απλώς να τα διασκευάζουμε. Βρισκόμαστε στις αρχές του Καλοκαιριού, η Αθήνα ήδη έχει γίνει αφόρητη κι εμείς θέλουμε να μιλήσουμε γι αυτό το καλοκαίρι, όπου κι αν μας βρει, ότι κι αν γεννήσει η σκοτώσει μέσα μας. Με τα τραγούδια μας αλλά και με τη βοήθεια του Χρήστου Βακαλόπουλου στήνουμε ένα σκηνικό έτσι ώστε μπροστά στα μάτια των ανθρώπων να διαδραματιστεί ένα θραύσμα του καλοκαιριού, συναισθηματικά και ψυχολογικά.
>Ποιοι καλλιτέχνες σε έχουν επηρεάσει περισσότερο και με ποιο τρόπο;
Θα πω πως κυρίως λόγω της μητέρας μου η οποία με την γλυκιά φωνή της μας τραγουδούσε σπίτι τραγούδια του Χατζιδάκι, θα πω Χατζιδάκις κι αυτό φαίνεται έντονα στον πρώτο δίσκο. Στα πιο κοντινά μας τώρα οι USURUM είχαν μεγάλη επιρροή πάνω μας όχι στην μουσική η στο στίχο αλλά κυρίως γι αυτό που κρύβεται πίσω από τον στίχο, για το συναισθηματικό κόσμο και την ατμόσφαιρα.
Δίχως να σχολιάσω κάτι στο νου μας υπάρχουν και οι Beatles, ο Bob Dylan και μάλιστα τον τελευταίο καιρό και για επόμενα τραγούδια έχει καρφωθεί με τρομερή επιμονή ο Παυλίδης. Το καλοκαίρι ως εποχή που "ο χρόνος πυκνώνει" είναι μια δυνατή εικόνα από μόνη της.
>Ποιες προσωπικές αναμνήσεις ή στιγμές θα ήθελες να μοιραστείς με το κοινό μέσα από το Φ hill Sessions;
Αν λέγαμε αυτές τις ιστορίες εδώ τότε θα είχε χάσει το μισό της ενδιαφέρον η παράσταση. Το καλοκαίρι όμως πράγματι ο χρόνος πυκνώνει, πυκνώνει τόσο πολύ που δε μπορείς να δεις στα 3 μέτρα, μόνο ότι βρίσκεται μπροστά σου. Με το κοινό λοιπόν θα ήθελα μαζί να προσπαθήσουμε να σπάσουμε αυτή την ομίχλη, να δούμε πίσω από αυτή και σίγουρα να μιλήσουμε για κάποιες από τις ιστορίες μας που στο κάτω κάτω δεν είναι και τίποτα άλλο παρά εμείς οι ίδιοι.
ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΣΑΝΤΕΣ
>Πώς γεννήθηκε η ιδέα του δίσκου "Οι Παιδικές Συνήθειες του Πατέρα Μου" και τι ρόλο έχει παίξει η πατρική φιγούρα στη διαμόρφωση τη δική σου και της δουλειάς σου;
Πρώτα απ' όλα ξεκίνησε από τα ίδια τα τραγούδια, την ανάγκη για έκφραση και για παιχνίδι. Δεν είπα, δηλαδή, ας γράψω το άλμπουμ " Οι Παιδικές Συνήθειες του Πατέρα Μου", μόνο έγραφα το "Σούνιο", τη "Θάλασσα", τις "Νοικοκυρές", μέχρι που συνειδητοποίησα οτι το υλικό που έχει συγκεντρωθεί μπορεί να συνενωθεί υπό την ομπρέλα μια ιδέας-concept, αυτής των παιδικών συνηθειών ενός πατέρα - δεν αναφέρεται αποκλειστικά στον δικό μου, ο δικός μου είναι η αφορμή. Κάθε "πατέρας", κάθε ενήλικη μορφή, εξακολουθεί να φέρει το παιδί που υπήρξε κάποτε και είναι στο χέρι του κάθε ανθρώπου πόσο χώρο θα δώσει σε αυτό το παιδί και πόσο ακόμα θα το αφήνει να παίζει ελεύθερο.
>Το άλμπουμ κυκλοφόρησε σε 300 αριθμημένα βινύλια, με 80 από αυτά να συνοδεύονται από δώρο ένα μαγιό. Πώς προέκυψε αυτή η απίθανη ιδέα;
Αυτή ήταν μια φοβερή στιγμή της διαρκούς συνεργασίας μας με τον σκηνοθέτη - εικαστικό Ηλία Δούλη, με τον οποίον έχουμε κάνει όλα μου τα video clip (Θάλασσα, Σούνιο, Χρυσοπράσινο Γκλίτερ, Κόκορας). Αυτό που συμβαίνει με αυτόν τον άνθρωπο είναι ότι όταν κάνουμε το λεγόμενο brain storming πάντα θα σκάσει μια τρελή ιδέα και λίγο τραβηγμένη τύπου "ας βάλουμε δώρο στο βινύλιο παιδικό μαγιό βρακάκι", μια ιδέα που οι περισσότεροι άνθρωποι θα απέρριπταν αφού γελούσαν λίγο. Με τον Ηλία αντίθετα ενθουσιαζόμαστε συγχρόνως και πολύ και αρχίζουμε το χτίσιμο. Απολαμβάνω πολύ τη συνεργασία μας που όλο και επεκτείνεται. Η έκδοση με το μαγιό έγινε ανάρπαστη και πια έχει εξαντληθεί. Η σύνδεση με το περιεχόμενο είναι αρκετά ξεκάθαρη και προκύπτει αφενός από την κεντρική φιγούρα στη φωτογραφία του εξωφύλλου (τραβηγμένη από τον Ηλία Δούλη) καθώς και από τον καλοκαιρινό χαρακτήρα βασικών κομματιών όπως το "Σούνιο" και το "Σβήστε με απ' το facebook".
>Έχεις συνεργαστεί με τη Sophie Lies στο "Γιορόνα" (Llorona). Τι σε έκανε να επιλέξεις το συγκεκριμένο μεξικανικό τραγούδι;
Βασικά, η ανατριχίλα που μου προκάλεσε η ακρόαση αυτού του υπέροχου παραδοσιακού τραγουδιού όπως έχει ερμηνευτεί από την Chavella Vargas.
Έπειτα είναι η αγάπη μου για τις μεσογειακές γλώσσες κυρίως τα Ιταλικά που κατέχω καλύτερα και τα Ισπανικά που τότε κουτσομάθαινα. Τέλος η ίδια η ιστορία της Llorona, την οποία θα αφηγηθούμε και στις 10 Ιουνίου στους ανθρώπους που θα έρθουν στην παράστασή μας.
>Αναφορικά´με την κοινή σας εμφάνιση με τη Sophie Lies και τον Κωστή στο Φ hill Sessions, τι είναι αυτό που σας ενώνει στη σκηνή αλλά και τη ζωή;
Πρόκειται για μια ανανεωτική εμπειρία. Η σύμπραξη, η συνένωση και γενικά οι διεύρυνση των ανθρώπινων δικτύων και κοινοτήτων είναι για μένα βασικό ζητούμενο στην τέχνη και τη ζωή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μου φαίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρων ο τρόπος που οι διαφορετικές υφές των τραγουδιών μας διαπλέκονται και δημιουργούν ένα ενιαία σύνολο που κατά κάποιο τρόπο μας υπερβαίνει καθώς δημιουργείται ένα φάσμα συναισθημάτων και ιδεών που δύσκολα θα φτιάχναμε σε μια προσωπική συναυλία. Αυτό που βασικά μας συνδέει είναι η αλληλοεκτίμηση (είμαστε ο ένας fan της άλλης) και πάνω απ' όλα το ότι αγαπάμε τα τραγούδια και τα παίρνουμε στα σοβαρά, αφήνοντα παράλληλα χώρο και για την ελαφρότητα.