"Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα": Ένα καθηλωτικό συλλογικό έργο τέχνης

Αυτή η άκρως συγκινητική, υποδειγματικά υλοποιημένη και ερμηνευμένη παραγωγή αποτελεί αναμφίβολα ένα εξαγώγιμο πολιτιστικό προϊόν πρώτης τάξης.

Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα 1 © Julian Mommert

Κυριολεκτικά καθήλωσε το κοινό, που κατέκλυσε την "Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος" της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ, η προχθεσινή πρεμιέρα (24/01) της performance-installation "Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα" των Γιώργου Κουμεντάκη και Δημήτρη Παπαϊωάννου. Το να βρει κανείς εισιτήριο για κάποια από τις 12 μοναδικές -και ήδη sold out- παραστάσεις (που ολοκληρώνονται στις 30/1) αποτελεί εδώ και καιρό το δυσκολότερο ίσως εγχείρημα στην πόλη!

30 και πλέον χρόνια μετά την αρχική του παρουσίαση ως πρώτο μέρος της παράστασης "Ενός λεπτού σιγή" της Ομάδας Εδάφους (1995), το έργο παρουσιάσθηκε σε μια νέα εκδοχή, για πρώτη φορά με ζωντανή ορχήστρα (ένα σύνολο 23 μουσικών της Ορχήστρας της ΕΛΣ) υπό τη διεύθυνση του διεθνούς φήμης Ελληνο-Ρώσου αρχιμουσικού Θεόδωρου Κουρεντζή. Στην παράσταση συνέπραξαν 50 περφόρμερ (χορευτές και ηθοποιοί), το -ενισχυμένο με 3 Ρώσους τενόρους- χορωδιακό σύνολο ΜεĪΖΟΝ Ensemble (διεύθυνση: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος) και οι Ρωσίδες υψίφωνοι Ντιάνα Νοσίρεβα και Ξένια Ντορόντοβα ως φωνές του "Αγγέλου του θανάτου".

Έχουν γραφτεί πολλά γι’ αυτό το "χοροθεατρικό" (;) έργο, την κατ’εξοχήν επιτελεστική μαρτυρία της queer γενιάς του 1990, ένα όχημα για να διερευνηθεί με καλλιτεχνικό τρόπο ο θάνατος, το AIDS, η ομοφυλοφιλική επιθυμία και ταυτότητα αλλά ταυτόχρονα και η πανανθρώπινη συνθήκη της απώλειας. Η σημασία της αρχικής δουλειάς για την ιστορία των παραστατικών τεχνών (αλλά και των σε εμβρυακή κατάσταση σπουδών φύλου) στην Ελλάδα εθίγη με ακρίβεια στον -εξαιρετικό- προγραμματικό τόμο.

Διαβάστε Επίσης

Αντί "μνημοσύνου" για τους φίλους και τον κύκλο των δημιουργών που χάθηκαν από το AIDS την δεκαετία του ‘90 επελέγη -στη σημερινή εποχή όπου ανθεί ένας ιδιότυπος νεο-συντηρητισμός- μια νέα θεώρηση, αντιληπτή κατ’ αρχάς στο πεδίο της σκηνικής εγκατάστασης. Τη νέα εκδοχή της κλίμακας (αρχικά της Λίλης Πεζανού), πάνω στην οποία διαδραματίζονται οι ατελείωτες πτώσεις των σωμάτων, υπέγραψαν ο Παπαϊωάννου με τον Λουκά Μπάκα, τα κοστούμια ο Βασίλης Παπατσαρούχας και τους εξαιρετικά υποβλητικούς φωτισμούς ο Παπαϊωάννου με τον Στέφανο Δρουσιώτη.

Μέσα στο ημίφως, η εγγύτητα της μνημειώδους κατασκευής με την πλατεία του λυρικού θεάτρου δημιουργούσε έναν απρόσμενο ηλεκτρισμό στην αίθουσα, του κοινού επέχοντος ένα ρόλου ιδιότυπου εκκλησιάσματος.

Τι ακριβώς ήταν η υψηλής αισθητικής πρόταση που προσφέρθηκε; Σίγουρα πολύ περισσότερο από μία "χορογραφία" ή άσκηση σωματικού θεάτρου (πάνω στο προσφιλές στον Παπαϊωάννου θέμα των σωμάτων σε πτώση), στην οποία η ώσμωση φόρμας και σάρκας, αισθητισμού και αισθησιασμού, συμβολικού και επιτελεστικού στοιχείου προκαλούσε διαρκώς το θαυμασμό. Η πλαστική ακρίβεια της κίνησης, η καθαρότητα του συναισθήματος, οι χωνεμένες μέσα από τη δυτικοευρωπαϊκή τέχνη αναφορές στη χριστιανική θρησκευτική εικονογραφία (αποκαθήλωση, κάθοδος στον κάτω κόσμο, μεταφορά του κρεβατιού του παραλύτου ή ακόμη του προβάτου/ποιμένα) αλλά και αυτές, σημειακές στην αρχαία ελληνική τέχνη οριοθετούσαν πολλά περισσότερα από ένα εικαστικό σύμπαν: διήγειραν συνεχώς συναίσθημα και νου, αποτελώντας μια σπουδή στην απώλεια, την οδύνη και την αγάπη, πέρα από -αν και με αφορμή- σεξουαλικές ταυτότητες και φύλα.

Θα μπορούσε το "Ρέκβιεμ" να θεωρηθεί ένα είδος -"διαφορετικού" έστω- μουσικού θεάτρου; Πολύ πιθανό, στο βαθμό που η σκηνική δράση "κούμπωνε" διαρκώς στη μουσική του Κουμεντάκη και στο λόγο του γραμμένου στα αγγλικά ποιήματος "Λάζαρος" του Δημητρίου Καπετανάκη (ελληνική μετάφραση: Αλέξανδρος Βεϊνόγλου), που αυτός επέλεξε να μελοποιήσει. Η δραματουργία προέκυπτε συνεχώς μέσα από τη μουσική και τον ποιητικό στίχο "ο χτύπος αυτός σημαίνει θάνατο", δεν υφίστατο χωρίς αυτά. Τον λόγο "απέδιδε", βέβαια, το ανθρώπινο σώμα με μια κίνηση απέριττης πλαστικότητας.

Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα
© Julian Mommert

Όμως, εν προκειμένω, το παράδοξο έγκειτο στο ότι ούτε η μουσική του Κουμεντάκη θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτοτελώς με την ίδια επιτυχία, χωρίς δηλ. το σκηνικό σκέλος (όπως, αντιθέτως, συμβαίνει με αυτήν της "Φόνισσας")! Μην έχοντας παρακολουθήσει τις αρχικές παραστάσεις του "Ρέκβιεμ", το γνωρίζαμε μόνο μέσα από την 35λεπτης διάρκειας μουσική, και δη από την ηχογράφηση του 1995 αλλά και την προπερσινή εκτέλεσή της στο πλαίσιο συναυλίας της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών.

Η εκλεκτικά νεορομαντική, μοναδικής οικονομίας παρτιτούρα αντανακλά ελάσσονες επιρροές από τον τόσο δημοφιλή τη δεκαετία του ‘90 "ιερό" μινιμαλισμό και το "φασματικό" ηχόχρωμα. Ουσιαστικά, όμως, αποτελεί ένα συνεχώς κορυφούμενο -και μάλιστα με μία μόνο ένδειξη ταχύτητας- πένθιμο εμβατήριο, αρθρωμένο με ατέρμονες παραλλαγές βασικών μοτίβων και επαναλήψεις μικρών φράσεων, που συντηρούν μια υποδόρια ένταση, εμφορούμενες διαρκώς από ευγενές συναίσθημα.

Το ποιητικό κείμενο χρησιμοποιείται κατά βάση αποσπασματικά και μελοποιείται με διαφορετικό τρόπο, αποδιδόμενο τόσο από την υψίφωνο (η φωνή της οποίας συμβολίζει την ψυχή που βρίσκεται στο "πέρασμα" από τη ζωή στο θάνατο) όσο και από την ανδρική χορωδία, η οποία αναλαμβάνει ρόλο, όπως αυτόν του χορού στο αρχαίο ελληνικό δράμα.

Η παρτιτούρα αποδόθηκε εξαιρετικά τόσο σε επίπεδο του -άρτια προετοιμασμένου από τον αρχιμουσικό Έκτορα Ταρτανή- ορχηστρικού συνόλου (με ιδιαίτερη μνεία στο κλαρινέτο του Σπύρου Τζέκου) όσο και σε επίπεδο τραγουδιού, με τη μεταλλική φωνή της Ντορόντοβα (στην πρώτη παράσταση της 24/1 που παρακολουθήσαμε) άλλοτε να διαπερνά άνετα την ορχήστρα άλλοτε να εντάσσεται διακριτά στη χορωδία άλλοτε να στοιχειώνει με τις σολιστικές της παρεμβάσεις (πάντοτε δε με φροντισμένη άρθρωση του ελληνικού αδόμενου λόγου).

Η νοηματοδότηση της υποβλητικής μουσικής θα αμβλυνόταν, όμως, αν δεν πραγματοποιείτο εκ παραλλήλου και διαρκώς και σε επίπεδο εικόνας/θεάματος, με αποκορύφωμα το ανατριχιαστικό φινάλε με τους γδούπους των βίαιων πτώσεων των σωμάτων από την τράπεζα του Μυστικού Δείπνου να συνοδεύουν απόηχους από καμπάνες…

Και η παράσταση σίγουρα δεν θα ήταν η ίδια, εάν δεν την διεύθυνε ένας αρχιμουσικός με την ευφυία και την αίσθηση θεατρικότητας του Κουρεντζή. Η μουσική του διεύθυνση διατηρούσε συνεχώς εσωτερικό παλμό στην τραυματικού λυρισμού αφήγηση, απέδιδε τη μουσική με εκφραστικότητα, ενόσω διασφάλιζε άρτιο συντονισμό με τα επί σκηνής δρώμενα.

Τελικά, στο ερώτημα τι είναι το "Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα" η απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί μάλλον στο… "συνολικό έργο τέχνης", όπως το εξειδίκευσε ο Ρίχαρντ Βάγκνερ. Ένα έργο δηλ. στο οποίο ο λόγος και η μουσική, η κίνηση και ο χορός, αλλά και οι εικαστικές αναφορές βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία, συμπληρώνοντας, τροφοδοτώντας και ανανοηματοδοτώντας η μία την άλλη, και μάλιστα σ’ ένα ευπρόσδεκτα σύντομο χρονικό πλαίσιο, χωρίς πλατειασμούς.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή η άκρως συγκινητική, υποδειγματικά υλοποιημένη και ερμηνευμένη παραγωγή αποτελεί αναμφίβολα ένα εξαγώγιμο πολιτιστικό προϊόν πρώτης τάξης! Διόλου τυχαία -και απόλυτα δικαιολογημένα- το ταξίδι της θα συνεχισθεί, όπως μόλις ανακοινώθηκε, στο παρισινό Théâtre du Châtelet το Νοέμβρη του 2027.

Διαβάστε Επίσης

Διαβάστε ακόμα

Τελευταία άρθρα Μουσική

Μουσικοί Περίπατοι στην Εθνική Πινακοθήκη

Ο κύκλος συναυλιών μουσικής δωματίου της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών παρουσιάζει Μπετόβεν και Σούμπερτ σε μια μοναδική βραδιά

ΓΡΑΦΕΙ: ATHINORAMA TEAM
26/01/2026

Γλέντι σε carnival και balkan edition με τους Banda Entopica στο Κύτταρο

Bonus της εμφάνισης, οι Jackpot Zurni Bend με τους ζουρνάδες τους, που στρώνουν το έδαφος για ένα αυθεντικό γλέντι από την αρχή.

Sumé: Η μουσική αντίσταση της Γροιλανδίας στον ξένο έλεγχο

Μπορεί σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ να προξενούν φόβο στο ήσυχο νησί της Αρκτικής, κάποτε, όμως, η προοδευτική του νεολαία κοιτούσε προς τα εκεί για ριζοσπαστική ροκ εν ρολ έμπνευση, ανησυχώντας περισσότερο για τις πολιτικές της μητέρας-μητρόπολης Δανίας.

50 χρόνια Αθηνόραμα: Όταν όλη η Αθήνα περίμενε τον Φρανκ Σινάτρα

Ανατρέχουμε στο αρχείο των 50 χρόνων του αθηνοράματος και ξεχωρίζουμε στιγμιότυπα από τη βιωματική ιστορία του περιοδικού αλλά και της ίδιας της πόλης.

Στο top 10 των καλύτερων τραγουδιών όλων των εποχών το "ZARI" της Μαρίνας Σάττι

Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά το τραγούδι, που εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Eurovision, φιγουράρει στο ESC Top 250, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική απήχησή του.

Η Μαρία Φαραντούρη και ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

"Φωνές και Μνήμες": Όταν οι μεγάλοι κλασικοί συναντούν τη νέα γενιά δημιουργών σε μια μοναδική συναυλία.

Το STEGI.RADIO καταλαμβάνει την Στέγη για τρίτη φορά

Το STEGI.RADIO Τakeover 2026 θα κάνει τη Στέγη αγνώριστη με ένα διήμερο μουσικό φεστιβάλ διεθνών προδιαγραφών γεμάτο σύγχρονη ηλεκτρονική μουσική.