To "Zabriskie Point" του Μικελάντζελο Αντονιόνι κυκλοφόρησε το 1970 και επανέρχεται στις αίθουσες από τις 13 Αυγούστου. Πρόκειται για την πρώτη ταινία που γύρισε ο Ιταλός σκηνοθέτης σε αμερικανικό έδαφος, με την αποτύπωση της αμερικανικής ερήμου να ξεχωρίζει. Ακολουθεί την ιστορία δύο νέων που συναντιούνται στην έρημο, μέσα σε ένα κλίμα έντονων κοινωνικών και πολιτικών αναταραχών.
Η έρημος της Αμερικής είναι από μόνη της πολύ αβανταδόρικη όταν κινηματογραφείται και με το κατάλληλο σκηνοθετικό βλέμμα, μπορεί να αποκτήσει διαφορετικό νόημα σε κάθε ιστορία.
Στο "Badlands" (1973) του Τέρενς Μάλικ, ένα ζευγάρι καταφεύγει στην επαρχία της Νότιας Ντακότα, με τον νεαρό άνδρα να επιδίδεται σ’ ένα δολοφονικό σερί. Η άνυδρη έκταση του Κολοράντο, όπου πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα, περιβάλλει τους ήρωες σε ένα απέλπιδο ταξίδι για τη σωτηρία τους, όσο ο κλοιός γύρω τους στενεύει.
Ακολουθεί, το 1984, ο Βιμ Βέντερς με το εμβληματικό "Παρίσι, Τέξας", το οποίο ξεκινά με μια αξέχαστη σεκάνς. Τα εντυπωσιακά εναέρια πλάνα του άγριου τοπίου του δυτικού Τέξας αποκαλύπτουν μια ανθρώπινη μορφή, έναν άνδρα με κοστούμι και κόκκινο καπέλο jockey, εμφανώς ταλαιπωρημένο και χαμένο. Είναι ο Τράβις, ο οποίος θα επανενωθεί με τον αδερφό του, θα έρθει και πάλι κοντά με τον γιο του και, μαζί, θα αναζητήσουν τη γυναίκα του. Εδώ το ερημικό τοπίο εντείνει τη μοναξιά και την απόγνωση του ήρωα – είναι ξερό, αφιλόξενο και εχθρικό.
Σειρά έχει ο Ντέιβιντ Λίντς με την "Ατίθαση Καρδιά" (1990) για ένα ζευγάρι που τρέπεται σε φυγή όταν ο νεαρός άνδρας σκοτώνει έναν άνδρα που αποπειράται να τον δολοφονήσει και η μητέρα της κοπέλας βάζει κάθε μέσο για να τη φέρει πίσω. Μπλέκοντας τα κινηματογραφικά είδη και κλείνοντας το μάτι στον "Μάγο του Οζ", ο Λιντς δεν στρώνει για τους ήρωές του ένα μονοπάτι από κίτρινα τούβλα, αλλά μια καυτή άσφαλτο με φόντο την αμερικανική Δύση: ονειρική, επικίνδυνη, δίχως επιστροφή.
Οι "Θέλμα & Λουίζ" (1991) του Ρίντλεϊ Σκοτ βρίσκονται σε μια αντίστοιχη φυγή: ένα ταξίδι ανάμεσα σε δύο φίλες εξελίσσεται σε μια προσωπική επανάσταση κόντρα σε όσα τις κρατούν δέσμιες. Διασχίζουν το Αρκάνσας και το Γκραν Κάνιον (στην πραγματικότητα, τα γυρίσματα έγιναν στην Καλιφόρνια και τη Γιούτα), με την έρημο να λειτουργεί για εκείνες ως ο απόλυτος προορισμός διαφυγής και απελευθέρωσης.
Το 1995 ο Μάρτιν Σκορτσέζε γυρίζει το "Καζίνο", για έναν επιδέξιο τζογαδόρο που κάνει συμφωνία με τη μαφία του Σικάγο να αναλάβει την καθημερινή επίβλεψη ενός καζίνο στο Λας Βέγκας. Τα φανταχτερά σκηνικά του ίδιου του καζίνο έρχονται σε αντίθεση με το ερημικό τοπίο της Νεβάδας, που ως γνωστόν περιβάλλει την πόλη. Μια αντίθεση που εντείνει την απληστία και την ηθική πτώση των ηρώων και την οποία δεν άφησε ανεκμετάλλευτη ο σκηνοθέτης. Κάπως έτσι, βλέπουμε την εμβληματική σκηνή όπου λογομαχούν οι χαρακτήρες του Ρόμπερτ ντε Νίρο και του Τζο Πέσι στη μέση της ερήμου.
"Ο Νεκρός" (1995) του Τζιμ Τζάρμους φέρνει ένα αλλοιωμένο και υπαρξιακό γουέστερν στη μεγάλη οθόνη: έχοντας δολοφονήσει κάποιον, ένας λογιστής συναντά έναν ιθαγενή Αμερικανό, ονόματι Κανένας, ο οποίος του δείχνει τον δρόμο προς την πνευματικότητα. Αν και πολλά από τα πιο εμβληματικά spaghetti western εκτυλίσσονται στην αμερικανική Δύση, τα τοπία τους ανήκουν στην Ιταλία και την Ισπανία. Το γουέστερν του Τζάρμους γυρίζεται σε αμερικανικό έδαφος αλλά δεν φέρει τα κλασικά χαρακτηριστικά του είδους, είναι πια αποδομημένο και εσωτερικό.
Τα road movies με φόντο το αμερικανικό άγριο φυσικό περιβάλλον δεν είναι ποτέ αρκετά, όμως αυτό που γύρισε ο Τέρι Γκίλιαμ το 1998 δεν μοιάζει με τα υπόλοιπα. Στο "Φόβος και Παράνοια στο Λας Βέγκας", δύο άνδρες αναλαμβάνουν να καλύψουν έναν αγώνα μοτοσικλετών, αλλά, αντί γι’ αυτό δοκιμάζουν κάθε είδους ναρκωτικά. Για τον Γκίλιαμ κάπου εδώ το αμερικανικό όνειρο έχει τελειώσει και η παραισθησιογόνος διάθεση κατακλύζει τα πάντα.
Στο "Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους" (2007) των Τζόελ και Ίθαν Κοέν, η ζωή ενός άνδρα βρίσκεται σε κίνδυνο, έχοντας μπει στο στόχαστρο ενός ψυχοπαθή δολοφόνου επειδή έκλεψε μια βαλίτσα με δύο εκατομμύρια, που βρήκε τυχαία. Ο ξερότοπος του Τέξας δεν αφήνει χώρο διαφυγής, καλλιεργώντας μια αγχωτική και αποπνικτική ατμόσφαιρα.
