Η ερμηνευτική χημεία σας με την Ματίλντα ντε Άντζελις είναι εξαιρετική. Πως δημιουργήσατε αυτό το εντυπωσιακό πρωταγωνιστικό ντουέτο;
Μα, απλά, κοιτάζοντας η μία την άλλη. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Για πρώτη φορά η πολύ γνωστή ετεροσεξουαλικότητά μου άρχισε να κάνει δεύτερες σκέψεις (γέλια). Αφεθήκαμε και οι δυο στο ένστικτό μας, αλλά είχαμε ρίξει προηγουμένως πολύ πειθαρχημένη δουλειά. Ο Μάριο Μαρτόνε επέμενε στο να μείνουμε πιστές στο σενάριο και υπάρχει φυσικά και η Γκολιάρντα από πίσω. Οπότε όσο και αιθέριες κι αν φαίνονται οι ερμηνείες, πατούν πάνω στο γραμμένο υλικό και στις πρόβες οι οποίες είχαν προηγηθεί. Το αίσθημα της ισχυρής γυναικείας φιλίας έπρεπε να βγει απόλυτα πειστικό.
Η γυναικεία φιλία είναι το βασικό θέμα της ταινίας, αλλά υπάρχουν πολλά άλλα που περιφέρονται γύρω του.
Ακριβώς. Είναι τα ζητήματα του ακτιβισμού, των ναρκωτικών, του αδιεξόδου των ερωτικών σχέσεων… Δεν έπρεπε να υποβαθμιστούν, αλλά η ιστορία αφορά κυρίως την κρυφή γλώσσα των γυναικών. Πως αναγνωρίζουν η μία την άλλη. Και είναι και η περιέργεια της Γκολιάρντα, ο ανοιχτός τρόπος με τον οποίο πλησιάζει τις συγκρατούμενές της. Είναι μια ουσιαστικά πολιτική πράξη, την οποία περιγράφει πολύ όμορφα στο βιβλίο της "Το πανεπιστήμιο της Ρεμπίμπια". Ρεμπίμπια είναι η γυναικεία φυλακή όπου κρατήθηκε για λίγες μέρες για κλοπή κοσμημάτων. Και στο "Οι βεβαιότητες της αμφιβολίας", ένας εξαιρετικός τίτλος, αφηγείται πως εξελίχθηκε η φιλία της με μερικές από τις κοπέλες που γνώρισε εκεί.

Πότε ανακαλύψατε την Γκολιάρντα Σαπιέντσα;
Πρώτα γνώρισα την ίδια, όταν ήμουν 18 χρονών. Θα γύριζα μια ταινία του Φραντσέσκο Μαζέλι, με τον οποίο εκείνη ήταν ζευγάρι πολλά χρόνια και τότε, στη δεκαετία του ’80, δούλευε ως ντουμπλέζ και voice coach. Είμαι από την Νάπολη και υποδυόμουν μια Ρωμαία, οπότε κάναμε μαθήματα προφοράς. Συνεργαστήκαμε πολύ καλά, άρχισα να διαβάζω βιβλία της και συγκλονίστηκα με την "Τέχνη της χαράς", η οποία δημοσιεύτηκε το 1998, δυο χρόνια μετά το θάνατό της. Η ίδια ήταν περιθωριοποιημένη στην εποχή της, ενώ τώρα θεωρείται από τις σπουδαιότερες λογοτεχνικές φωνές του 20ου αιώνα.
Την "Τέχνη της χαράς" τη διασκευάσατε ως τηλεοπτική μίνι σειρά έξι επεισοδίων…
Ναι, τα τελευταία χρόνια της ζωής μου είναι γεμάτα από την Γκολιάρντα. Τότε που συνεργαζόμασταν δεν ήμουν αρκετά περίεργη να μάθω πολλά πράγματα γι’ αυτήν, κάτι για το οποίο έχω μετανιώσει. Εκείνη, αντίθετα, όπως και στην ταινία με τις άλλες κοπέλες, έδειχνε ενδιαφέρον για μένα και εντυπωσιάστηκε όταν της είπα πως είμαι μισή Ιταλίδα μισή Ελληνίδα. Με ρώταγε διαρκώς, ενώ εγώ απλώς έβλεπα μια καλή, ευγενική κυρία που διαρκώς κάπνιζε. Όπως εγώ τώρα (γέλια). Αφοσιώθηκα τέσσερα χρόνια στο σίριαλ, όπου μόνο σκηνοθέτησα και έγραψα το σενάριο, και μόλις ολοκληρώθηκε, ο Μάριο (Μαρτόνε) μου πρότεινε το "Γυναίκες Έξω". Εντυπωσιακή και ευλογημένη σύμπτωση!

Τι είναι αυτό που σας εντυπωσιάζει περισσότερο στο χαρακτήρα της Σαπιέντσα;
Το πόσο ανοιχτόμυαλη και θαρραλέα ήταν. Αν και φεμινίστρια, αγαπούσε τους άντρες, ενώ ήταν ένα πανσεξουαλικό ον, που θα μπορούσε να κάνει έρωτα και με ένα δέντρο! Δεν είχε ταμπού, η πιο σημαντική σχέση της ήταν με έναν άντρα, δεν κουβαλούσε μέσα της οργή και περιφρόνηση. Έδωσε μάχη ενάντια στον κομφορμισμό μιας κοινωνίας γεμάτη με συμπλέγματα και ιδιαιτερότητες, νίκησε και νικήθηκε, περιφρονήθηκε, αγαπήθηκε και αγάπησε, πάλεψε μέχρι τέλους.
Μιας και μιλάμε για έναν αληθινό χαρακτήρα, νιώσατε υποχρεωμένη να τον ερμηνεύσετε με έναν τρόπο απόλυτα πειστικό σε σχέση με την εμφάνιση, το στήσιμο ή τις κινήσεις του;
Κατ’ ουσίαν όχι, μιας και αυτό που σε ενδιαφέρει κάθε φορά ως ηθοποιό είναι η αλήθεια των συναισθημάτων και των ιδεών, όχι η εξωτερική εικόνα. Περισσότερο προσπάθησα να νιώσω και να σκεφτώ όπως εκείνη λοιπόν, και λιγότερο να της μοιάσω. Επειδή όμως την έχω συναντήσει, κράτησα στο μυαλό μου τον τρόπο που κοιτούσε, που κινούσε τα χέρια της ή που γελούσε και τον μιμήθηκα ως ένα βαθμό. Το πως στέκομαι και πως περπατάω στην ταινία είναι περισσότερο Γκολιάρντα και λιγότερο εγώ. Αλλά τελικά νομίζω πως τα βιβλία της και ειδικά η "Τέχνη της χαράς" ήταν οι πραγματικές πηγές έμπνευσης για την ερμηνεία μου. Ο τρόπος που γράφει αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τη ζωή και συχνά καταλαβαίνεις πολλά περισσότερα πράγματα για έναν καλλιτέχνη από το έργο του, παρά από την καθημερινότητά του. Πράγματα βαθύτερα, που μπορεί να μην έχει συνειδητοποιήσει ούτε ο ίδιος.