Πριν αρχίσω να ξεδιπλώνω στις παρακάτω γραμμές την άποψή μου, ας ξεκινήσω από τα βασικά. Ανήκω στην ηλικιακή ομάδα των millennials, οπότε η υπόθεση Σορίν Ματέι, στην οποία έχει βασιστεί για το σενάριό της η ταινία, έχει αποτυπωθεί στη μνήμη μου ως μια ιδιαίτερη ανάμνηση. Μάλλον και στη συλλογική μνήμη των απανταχού millennials στην χώρα.
Τούτων δοθέντων, πήγα πολύ Έ-Τ-Ο-Ι-Μ-Η να παρακολουθήσω μια ταινία, που βασίζεται σε ένα γεγονός, αν μη τι άλλο πρωτόγνωρο. Και όχι μόνο. Η υπόθεση Σορίν Ματέι παρουσιάζει, κατ’ εμέ, όλα τα στοιχεία που μάλλον δίνουν την πρώτη ύλη για μια καλή ιστορία σεναρίου.
Ένας κακοποιός με εύθραυστο χαρακτήρα (και μια χειροβομβίδα ανά χείρας), αστυνομικοί να κάνουν το ένα λάθος μετά το άλλο, ένας νέος δημοσιογράφος στο πρώτο μεγάλο του βήμα και ένας έμπειρος διευθυντή προγράμματος να τον καθοδηγεί. Όλα αυτά, σε live μαραθώνια μετάδοση στα '90s, με κοινό όλη την Ελλάδα. Τι άλλο να ζητήσει κανείς για ένα ολοκληρωμένο σενάριο;
Ένα από τα πράγματα που μου έλειψε από την ταινία είναι το δόσιμο του χρονικού πλαισίου που διαδραματίζεται η υπόθεση. Θεωρώ ότι στάθηκε επιδερμικά (ή και καθόλου) στο κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, κάνοντας μια μόνο μικρή αναφορά. Μιλάμε για τα ‘90s που αρνούνταν σε αριστούχους μαθητές να γίνουν σημαιοφόροι (πχ. Οδυσσέα Τσενάι) και ήταν έντονα διαποτισμένα από μια διάχυτη δόση ρατσισμού της ελληνικής κοινωνίας, ειδικά απέναντι στους μετανάστες από τις βαλκανικές χώρες.
Στο σύνολό της θα έλεγα ότι επένδυσε κυρίως στη δράση, χωρίς ωστόσο να προσφέρει ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Την ίδια στιγμή ξεδίπλωνε παράλληλες ιστορίες (όπως, επί παραδείγματι, αυτές παρουσιάζονταν μέσω των τηλεφώνων της διευθύντριας προγράμματος και των παιδιών της), οι οποίες όμως αιωρούνταν όσο προχωρούσε η ιστορία και δεν έδιναν το κάτι παραπάνω. Απλά υπήρχαν, ημιτελείς. Οπότε, για ποιο λόγο έμπαιναν εμβόλιμα στη βασική ιστορία;
Το κύριο, ωστόσο, πρόβλημα για μένα ήταν μια συνομωσία που βγήκε στο προσκήνιο, με φόντο διάφορες επικοινωνίες στην ταινία (ας μην κάνω spoiler). Και η οποία δεν βοήθησε τη ροή της ταινίας – το αντίθετο. Κάπου μπέρδεψε, κάπου έμεινε μετέωρη και αόριστη σε μια ταινία, που κυρίως επένδυσε στη δράση (χωρίς και αυτή, όμως, να είναι κάτι το τρομερό).
Τι ήταν αυτό που ξεχώρισα; Η ερμηνεία του Ορφέα Αυγουστίδη, ο οποίος είχε τον αβανταδόρικο μεν ρόλο του Σορίν Ματέι, ωστόσο τον έφερε εις πέρας χωρίς να μοιάζει γραφικός ή "περίεργος".
Παρομοίως, ξεχώρισα τον Θοδωρή Σκυφτούλη. Αν και ο ρόλος του ήταν περιορισμένος, η ερμηνεία του έδωσε. Επίσης, με έκανε να ψάξω, αν τον έχω ξαναδεί σε ταινία του Γιάννη Οικονομίδη, καθώς το παρουσιαστικό και η ερμηνεία του του ταιριάζει ταμάμ (κατ’ εμέ!) με την αισθητική των ταινιών του.
Εν ολίγοις, δεν ενθουσιάστηκα με την ταινία, την οποία -ωστόσο- θεώρησα μια καλή κινηματογραφική πρόταση made in Greece. Αρκεί, όμως, μόνο αυτό;
> Δες πού παίζεται η ταινία στον οδηγό σινεμά του 'α'.

