
Ο κινηματογράφος ως τέχνη είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την έννοια του φετίχ. Αφενός από το πώς τα ψηλαφεί και τα εξερευνά στη μεγάλη οθόνη, αφετέρου εξαιτίας της ίδιας της υλικότητάς του. Είτε ψηφιακά είτε φτιαγμένα με σελιλόιντ, τα φιλμ αφορούν πηγαία τις αισθήσεις, από την ίδια την όραση μέχρι τη γεύση των ποπ κορν, τον ήχο των καθισμάτων που ανοίγουν στην αίθουσα, την αίσθηση του εισιτηρίου στο χέρι και τις μυρωδιές των θερινών σινεμά - ειδικά αυτήν την περίοδο. Λίγες πτυχές του κινηματογράφου, ωστόσο, έχουν φετιχοποιηθεί τόσο όσο οι αφίσες (οκ, μαζί με τις tote bags). Αυτές επιδεικνύουν την αισθητική ταυτότητα μιας παραγωγής και από αυτές κρίνεται, ως ένα βαθμό, εάν θα δελεαστεί ο θεατής ώστε να μπει στην αίθουσα αλλά και, ανά περιπτώσεις, εάν θα καταλήξει να κοσμεί κάποιο σαλόνι.

Για αυτό λοιπόν, ως ένας άτυπος φόρος τιμής στην τέχνη της κινηματογραφικής αφίσας, ενόψει των 16ων βραβείων Ίρις που απονέμει η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου στις 11 Ιουνίου στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, παρουσίαζουμε τις αφίσες των υποψηφίων στις κατηγορίες καλύτερης μεγάλου μήκους μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ.
Η σειρά που τηρείται είναι ίδια με εκείνη των υποψηφιοτήτων, δηλαδή αλφαβητική, με την αρχή να γίνεται από τη μυθοπλασία και τις ταινίες "Αγαπούσε τα Λουλούδια Περισσότερο", "Αρκάντια", "Κιούκα, Πριν το Τέλος του Καλοκαιριού", "Κρέας" και "Υπάρχω". Ακολουθούν τα ντοκιμαντέρ, στα οποία μετά τα "Αδέσποτα Κορμιά", τον "Κόκκινο Δάσκαλο" και την "Λεσβία", προχωράμε με το "Πανελλήνιον" των Σπύρου Μαντζαβίνου και Κώστα Αντάραχα, το οποίο περιγράφει την καθημερινότητα και την ιστορία του καφενείου "Πανελλήνιον", σκακιστικού στεκιού στο κέντρο της Αθήνας, στη συμβολή Σόλωνος και Μαυρομιχάλη.

Ο παραγωγός της ταινίας Λεωνίδας Κωνστανταράκος γράφει για τη δημιουργία της αφίσας:
"Η ιδέα για την αφίσα προέκυψε οργανικά, σαν συνέχεια της διαδικασίας του μοντάζ, όπου το δημιουργικό χάος και η σχεδόν ανεξέλεγκτη πληθωρικότητα του Σπύρου και του Κώστα χρειάστηκε να συναντηθούν και να συνδιαλλαγούν με την ακρίβεια και την αυστηρότητα του μοντέρ μας, Δημήτρη Πολύζου, προκειμένου να συνθέσουν το "Πανελλήνιον” και να του δώσουν την τελική του μορφή. Αντίστοιχα, όταν ο Σπύρος ετοίμασε αυτή τη σχεδόν μπαρόκ λινογραφία-μικρογραφία του καφενείου - που αρχικά προοριζόταν για δώρο προς το Πανελλήνιον, σκεφτήκαμε αμέσως να την αντιπαραβάλουμε και να την πλαισιώσουμε με το αυστηρό και ακριβές ύφος του από χρόνια συνεργάτη και φίλου γραφίστα, Πάνου Παπαναγιώτου. Κρατώντας τις παραδοσιακές αξίες της κινηματογραφικής αφίσας, η σύνθεση γίνεται γύρω από έναν κεντρικό άξονα συμμετρίας με το χαρακτικό στο κέντρο και τις πληροφορίες γύρω του, ενώ η τυπογραφία της αφίσας έχει σαφείς αναφορές στην ταμπέλα του Πανελλήνιου και στα γράμματα που χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα έξω από αυτό. Το έργο απεικονίζει με έναν πληθωρικό εικαστικό "φόβο του κενού" τους θαμώνες, ένα χρονόμετρο, έναν τσολιά και σαλιγκάρια· έναν χώρο γεμάτο ήρωες που έχουν τη βραδεία, ταπεινή σοφία των σαλιγκαριών που όπου και να πάνε κουβαλούν το σπίτι τους, την οικογένεια του καφενείου. Τελικά η αφίσα, όπως και η ταινία, είναι ένα δώρο προς το ίδιο το καφενείο και τους θαμώνες του."
Η αφίσα της "Πανελλήνιον":

Όλες οι υποψηφιότητες των 16ων βραβείων Ίρις υπάρχουν εδώ.