«Μαγνητικά Πεδία» και «Ενθύμια» κυκλώνουν το 62ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Γιώργου Γούση και το arthouse σίκουελ της Τζοάνα Χογκ φλογίζουν με μελαγχολία τη διοργάνωση που οδεύει προς το τέλος.

«Μαγνητικά Πεδία» και «Ενθύμια» κυκλώνουν το 62ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Τα σφιχτά κουμπωμένα παλτό πλήθυναν το πρωί της Τετάρτης (10/11), όταν καταμεσής του 62ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (4-14/11) ο καιρός στράφηκε απότομα προς το χειμώνα, κάνοντας πιο σβέλτες τις διαδρομές προς τα σινεμά και πιο μελαγχολική την ατμόσφαιρα των περιτριγυρισμένων από γκρίζα θάλασσα, πάχνη και βρεγμένα φώτα Αποθηκών στο Λιμάνι. Αντίστοιχη η ατμόσφαιρα και εντός των σκοτεινών αιθουσών, όπου παρακολουθήσαμε φιλμ έμπλεα νοσταλγίας και αισθήματος νόστου, τα οποία προστέθηκαν σε όσα θα μείνουν εντός μας στο ταξίδι της επιστροφής.

Πρώτο το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Γιώργου Γούση, ο οποίος μας είχε ήδη συστηθεί κινηματογραφικά με το εξαιρετικό και πολλάκις βραβευμένο μικρού μήκους ντοκιμαντέρ «Ο Χειροπαλαιστής». Στις απαιτήσεις του νέου φορμά, ο Γούσης ανταποκρίνεται γυρίζοντας μια ταινία λιτών χαρακτήρων, βαθιάς νοσταλγίας και συγκρατημένης ποίησης. Με τίτλο «Μαγνητικά Πεδία», το εξ ολοκλήρου γυρισμένο σε κασέτα miniDV φιλμ ανήκει σε εκείνη τη νοητή κατηγορία ταινιών όπου άγνωστοι μεταξύ τους ήρωες σμίγουν τις μοναξιές τους και μοιράζονται μια γλυκιά εμπειρία με μοναδικό σκοπό να νιώσουν λίγη θαλπωρή.

Εν προκειμένω, οι δύο πρωταγωνιστές κάνουν ένα πραγματικό ταξίδι για να συναντήσουν ο ένας τον άλλο. Η αφήγηση ξεκινά από το χαρακτήρα της Έλενας Τοπαλίδου, σε μια ακόμα συγκινητική ερμηνεία, η οποία παρορμητικά αποφασίζει να αλλάξει την κατεύθυνση του αυτοκινήτου και να δραπετεύσει από την ασφυκτική ρουτίνα της. Η αγνώστου προορισμού διαδρομή την οδηγεί στο διάβα του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου, που θα έπρεπε να βλέπουμε συχνότερα στο σινεμά, ο οποίος ενσαρκώνει έναν άντρα που επιστρέφει στο χωριό του κρατώντας ένα μεταλλικό κουτί με μυστηριώδες περιεχόμενο. Μια πρώτη γοητεία που ασκεί η ταινία προέρχεται από την αμφισημία προθέσεων και τις αμήχανες χειρονομίες όταν οι δύο χαρακτήρες συναντιούνται για πρώτη φορά· γιατί εκείνη επιμένει να τον ακολουθεί και εκείνος τι κρύβει στο κουτί;

Οι απαντήσεις δίνονται καθώς μεταξύ τους γεννιέται ένα «μαγνητικό πεδίο» αγαθών εντάσεων. Ο ηλεκτρισμός που εκπέμπουν οφείλεται στα φορτία που κουβαλούν, τόσο μεταφορικά όσο και κυριολεκτικά. Εκείνης βρίσκονται αποθηκευμένα εντός της, ενώ εκείνου έχουν υλική υπόσταση με τη μορφή του κουτιού. Κι όσο φαινομενικά ο ένας δεν έχει ανάγκη τον άλλο σε αυτήν την «αποστολή» που έχουν ξεκινήσει, άλλο τόσο μοιάζουν απαραίτητοι για να συνεχίσουν. Με όρους ενός offbeat road movie, η ταινία σκύβει ενδοσκοπικά πάνω από τους ήρωές της, καθιστά χειροπιαστό το άλγος τους και μεταδίδει με απελευθερωτική ειλικρίνεια την ανάγκη κάποιες φορές απλώς να εναρμονιζόμαστε με τη θλίψη μας.

«Μαγνητικά Πεδία» και «Ενθύμια» κυκλώνουν το 62ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης - εικόνα 1
«Μαγνητικά Πεδία»

Για αυτό και τελικός προορισμός των δυο δεν είναι η λύτρωση ή η ίαση των πληγών τους, αλλά η αποδοχή της κατάστασής τους. Σχεδόν τίποτα δεν πάει καλά, αλλά τουλάχιστον, έτσι παράδοξα, έχουν ο ένας τον άλλο. Υπό αυτήν την έννοια, εύλογα η αφήγηση στέκεται στις στιγμές που μοιράζονται «φορτίο». Όταν το αυτοκίνητο δεν παίρνει μπρος, όταν ένα βράδυ σιγοτραγουδούν το ίδιο σκυθρωπό τραγούδι. Έπειτα, η δύναμη της συνύπαρξης εντείνεται από το γεγονός πως βρίσκονται σε ένα νησί. Αποκομμένοι από τη στεριά η παρέα τους αποκτά ουσιαστικότερη αξία, έχουν φτιάξει έναν κοινό τόπο, επιβεβαιώνοντας και το στίχο του Τζον Ντον «no man is an island».

Φιλμ σαν το «Μαγνητικά Πεδία» που θρέφονται από τα βλέμματα των πρωταγωνιστών και τα συναισθήματα που αναπαράγουν, έχουν τον κίνδυνο να στραφούν άθελά τους περισσότερο από όσο χρειάζεται στον εαυτό τους. Το σενάριο όμως που συνυπογράφουν οι Γούσης, Τοπαλίδου, Τσιοτσιόπουλος αφήνει τα περιθώρια για να καθίσουμε μαζί τους στο πίσω κάθισμα και να απολαύσουμε μια ιστορία που καθησυχάζει και δε ζητά τίποτα, παρά μόνο να την ακούσουμε.

«Μαγνητικά Πεδία» και «Ενθύμια» κυκλώνουν το 62ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης - εικόνα 2
«Ενθύμιο ΙΙ»

Σε παρόμοιο κλίμα, αν και με τελείως διαφορετική λογική, κινείται και το «Ενθύμιο ΙΙ» της Τζοάνα Χογκ. Στη σχεδόν sold out προβολή της ταινίας, ένα ασυνήθιστο για τα arthouse δεδομένα σίκουελ του προ διετίας καταπληκτικού «Ενθυμίου», μεταφερθήκαμε στα late ‘80s και στα γεγονότα που συνέβησαν αμέσως μετά το φινάλε της πρώτης ταινίας. Προφανώς ακολουθούν spoilers για όσους δε γνωρίζουν τη βασική πλοκή, για αυτό και προειδοποιούμε προτού διαβάσετε παρακάτω.

Το δεύτερο μέρος αποδεικνύεται εξίσου μεθυστικό, παρά το γεγονός πως λείπουν τα παθιασμένα συναισθήματα του προηγούμενου. Εδώ η προσοχή δίνεται εξ ολοκλήρου στην πρωταγωνίστρια Τζούλι (Όνορ Σουίντον Μπερν) καθώς προσπαθεί να διαχειριστεί την τραγική απώλεια του συντρόφου της, να γυρίσει την πτυχιακή ταινία της και να συμφιλιωθεί με τις ανασφάλειες που συνοδεύουν μια επιβεβλημένη ενηλικίωση. Εάν αποπειραθούμε μια δική μας κατηγοριοποίηση όπως στα «Μαγνητικά Πεδία», το «Ενθύμιο ΙΙ» βρίσκεται μεταξύ των φιλμ που καταφέρνουν να μεταφράσουν το ψυχολογικό αδιέξοδο κοινωνικά προνομιούχων χαρακτήρων σε κάτι αδιαμφισβήτητα πανανθρώπινο, οικείο και τρυφερό.

«Μαγνητικά Πεδία» και «Ενθύμια» κυκλώνουν το 62ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης - εικόνα 3
«Ενθύμιο ΙΙ»

Διότι το σίκουελ εξελίσσεται σαν ένα πορτρέτο της νεαρής Τζούλι ως δημιουργού, μιας καλλιτέχνιδας εν τη γενέσει που αναζητά τη φωνή της και βρίσκει εφόδια στον πόνο που τη στιγμάτισε. Η Χογκ εντρυφά στις περιπλοκότητες του να μετουσιώνεται το τραύμα σε τέχνη, αλλά και τις ειρωνείες που περικλείει η διαδικασία, ιδιαίτερα όταν γίνονται απόπειρες οι πληγές να μην αισθητικοποιηθούν. Πρόκειται για τις στιγμές που ο ρομαντισμός του παρελθόντος μπορεί να γίνει απειλή, ωραιοποιώντας θύμησες που κρύβουν ασχημίες οι οποίες συχνά κρύβονται στο φόντο. Η ίδια η ηρωίδα καταφέρνει να ξεπεράσει τους κινδύνους, την ώρα που με έναν υπέροχο τρόπο αναπτύσσονται οι σχέσεις με τους οικείους της, ειδικά με τη μητέρα που ενσαρκώνει η και στην πραγματικότητα μαμά της Όνορ, Τίλντα Σουίντον. Υπάρχουν πολλά αντίστοιχα κλεισίματα του ματιού στην ταινία, με αποκορύφωμα το φινάλε που αποκαλύπτεται η μικρού μήκους της Τζούλι· ένα οπτικά εντυπωσιακό φιλμ που έχει μεγάλες συγγένειες με την αντίστοιχη πτυχιακή της Χογκ («Caprice», 1986).

Το κατάφορα ξεχωριστό κινηματογραφικό βλέμμα της Χογκ, εκτός από τη σκηνοθετική προσέγγισή της ενισχύεται και από τους φανταστικούς τρόπους με τους οποίους συνθέτει τα κάδρα της. Στο ίδιο πλάνο μπορούν να συνυπάρξουν καθρεφτισμοί, μικρές λεπτομέρειες που φορτίζουν με νύξεις τη δράση, παλ χρωματικές παλέτες οι οποίες ανταγωνίζονται το εκτυφλωτικό φως. Περισσότερο από όλα όμως η κατακλείδα του φιλμ, αφού πρώτα πληρέστατα σκιαγραφεί την ηρωίδα του, αφήνει την πιο όμορφη αίσθηση. Πως κάθε ταινία, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα ενθύμιο.

Διαβάστε ακόμα

Τελευταία άρθρα Σινεμά

Το σινεμά του τρομου κυριεύει το φεστιβάλ Βερολίνου

Δύο horror ταινίες έχουν στοιχειώσει το κοινό της Μπερλινάλε μαζί με ένα απολαυστικά παλιομοδίτικο θρίλερ. Το αθηνόραμα πάει Μπερλινάλε, powered by Uber.

ΓΡΑΦΕΙ: ΓΙΑΝΝΗς ΚΑΝΤΕΑ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟς
22/02/2024

Fundamentals of Cinema: Το "Ταξίδι στο Τόκιο" του Γιασουχίρο Όζου στον Δαναό

Η ενότητα προβολών του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης συνεχίζει τις προβολές της στην Αθήνα με μια ταινία με μόνιμη θέση στις λίστες με τις κορυφαίες δημιουργίες του παγκόσμιου σινεμά.

Οι 67 ελληνικές συμμετοχές του 26ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Αυτοί είναι οι εγχώριοι τίτλοι που θα παρακολουθήσουμε στη μεγάλη γιορτή του φετινού φεστιβάλ.

Ο σπουδαίος Βιμ Βέντερς μιλά στο "α" για τις "Υπέροχες Μέρες"

Ένας από τους πιο εμβληματικούς Ευρωπαίους σκηνοθέτες μοιράζεται μαζί μας τις σκέψεις του για το νέο χαμηλότονα ποιητικό φιλμ του.

Υπέροχες Μέρες

Μια αίσθηση ζεν κυριαρχεί σ' αυτό το μινιμαλιστικό σινε-κομψοτέχνημα, το οποίο αποκαλύπτει πλάνο πλάνο έναν κόσμο τυλιγμένο σε μια βαθιά αστική μελαγχολία. Οσκαρική υποψηφιότητα διεθνούς ταινίας και βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών.

Εκεί που το Κακό Παραμονεύει

Ενδιαφέρουσες ιδέες ενσωματώνονται πειστικά στους κανόνες μιας ταινίας τρόμου, η οποία προσπαθεί να χειριστεί εναλλακτικά το κλισέ του δαιμονισμού.

Ένα Τέλος και Μια Αρχή

Δράμα επιβίωσης που αγγίζει τα όρια του θρίλερ. Ρεαλιστική περιγραφή, στέρεες ερμηνείες, αφηγηματική αναποφασιστικότητα.