Όταν ο Χιλιανός σκηνοθέτης Σεμπαστιάν Λέλιο βρέθηκε πριν από δυο χρόνια στο Λος Άντζελες για να προωθήσει το «Μια Φανταστική Γυναίκα», το οποίο κέρδισε τελικά το ξενόγλωσσο Όσκαρ, ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους της βιομηχανίας συνάντησε και την Τζούλιαν Μουρ. Ενθουσιασμένη με την «Gloria», το βραβευμένο στο Φεστιβάλ Βερολίνου γλυκόπικρο πορτρέτο μιας γυναίκας που αναζητά μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή, η Αμερικανίδα σταρ εξέφρασε την επιθυμία της να πρωταγωνιστήσει σε ένα αγγλόφωνο ριμέικ του.
Ο Λέλιο θεώρησε ιδιαίτερα τιμητικό τον ενθουσιασμό της, πόσο μάλλον όταν εκείνη του είπε «θα το κάνω, όμως, μόνο αν το σκηνοθετήσεις εσύ». Έτσι γεννήθηκε το «Γκλόρια» («Gloria Bell»), το οποίο δεν είναι φυσικά το πρώτο φιλμ όπου κάποιος, διάσημος ή μη, σκηνοθέτης αποφασίζει να επαναλάβει με διαφορετικό τρόπο τον εαυτό του.

Ο παλιός είναι αλλιώς
Ο «Άνθρωπος που Ήξερε Πολλά» του 1934 υπήρξε η πρώτη πολύ μεγάλη επιτυχία του Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο οποίος προτού τελειώσει η δεκαετία ήταν πλέον ο διασημότερος Βρετανός σκηνοθέτης. Η φήμη του εκτοξεύτηκε με το που πάτησε το πόδι του στο Χόλιγουντ (Όσκαρ καλύτερης ταινίας για τη «Ρεβέκκα» του 1940) και στα μέσα της δεκαετίας του ’50 είχε ανακηρυχτεί «μετρ του σασπένς». Τότε αποφάσισε να προχωρήσει στο αρκετά πιστό, αλλά έγχρωμο ριμέικ του «Ανθρώπου που Ήξερε Πολλά» με τους Τζέιμς Στιούαρτ και Ντόρις Ντέι ως πρωταγωνιστές.
Πιο φαντασμαγορική και πιο εντυπωσιακά γυρισμένη, η ταινία κέρδισε το Όσκαρ τραγουδιού («Whatever will be, will be (Que sera, sera)») και έγινε μεγάλη εμπορική επιτυχία, δικαιώνοντας τον Χίτσκοκ, ο οποίος είχε εξομολογηθεί στον Φρανσουά Τριφό ότι «το πρώτο φιλμ ήταν από έναν ταλαντούχο ερασιτέχνη, ενώ το δεύτερο από έναν ώριμο επαγγελματία».

Όπως ο Χιτς, έτσι και μια σειρά δημιουργών οι οποίοι στην πορεία της καριέρας τους απέκτησαν φήμη, επιρροή και τη δυνατότητα να επιλέγουν κινηματογραφικά σχέδια, «επέστρεψαν» σε προηγούμενες ταινίες τους με τη διάθεση να τους δώσουν μια πιο ώριμη κι ολοκληρωμένη μορφή. Πρώτος ο Γάλλος Αμπέλ Γκανς, ο οποίος το 1938 ξαναγύρισε το βωβό πολεμικό δράμα του «J’Accuse» του 1919, προσδίδοντας στην αρκετά παραλλαγμένη πλοκή του έναν πιο απαισιόδοξο, αλλά και σύγχρονο αντιπολεμικό τόνο, ενώ βωβή ταινία η οποία ξαναγυρίστηκε ομιλούσα και έγχρωμη είναι το οικογενειακό δράμα του Γιασοχίρου Όζου «A Story of Floating Weeds» (1934), το οποίο το 1959 έγινε «Floating Weeds» και μια από τις σπουδαιότερες ταινίες στη φιλμογραφία του Γιαπωνέζου auteur.
Γνωστή τοις πάσι είναι η περίπτωση του ίσως πιο φιλόδοξου και μεγαλομανή σκηνοθέτη όλων των εποχών –προ Τζέιμς Κάμερον, έστω– Σεσίλ ντε Μιλ και των «Δέκα Εντολών» του. Για τη βωβή εκδοχή του 1923 χτίστηκε μια ολόκληρη πόλη στην έρημο της Καλιφόρνιας και ένα παλάτι με τείχη ύψους 100 μέτρων(!), ενώ η φαντασμαγορική βερσιόν του 1956 και των 220 λεπτών ήταν η ακριβότερη παραγωγή που είχε γυριστεί μέχρι τότε, με ειδικά εφέ (η διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας) που θα ζήλευε κάθε ταινία του προηγούμενου αιώνα και της προ-ψηφιακής εποχής.

Με απόσταση μόλις οκτώ ετών, ο Ραούλ Γουόλς διασκεύασε την γκανγκστερική περιπέτεια «High Sierra» (1941) με τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ στο γουέστερν «Colorado Territory» (1949) με τον Τζόελ ΜακΚρι, ο Τζον Φορντ ξαναγύρισε το «Judge Priest» του 1934 ως «The Sun Shines Bright» (1953), ο Λίο ΜακΚάρεϊ ξαναβάφτισε το «Love Affair» (1939) με τους Σαρλ Μπουαγιέ και Άιριν Ντιουν σε «An Affair to Remember» (1957) με τους Κάρι Γκραντ και Ντέμπορα Κερ, υπογράφοντας ένα από τα εμβληματικά χολιγουντιανά μελοδράματα, με τον Φρανκ Κάπρα να δοκιμάζει ανεπιτυχώς στην τελευταία ταινία της καριέρας του, το «Pocketful of Miracles» (1961), να εκμοντερνίσει την κλασική πλέον κοινωνική κομεντί «Lady For a Day» (1932). Πολύ πιο πρόσφατα, ο Μάικλ Μαν μετέτρεψε μια τηλεταινία του 1989 σε φιλόδοξη heist movie, αντικαθιστώντας τους Άλεξ ΜακΆρθουρ και Σκοτ Πλανκ με τους Ρόμπερτ ντε Νίρο και Αλ Πατσίνο. Το «L.A. Takedown» έγινε «Ένταση» («Heat») (1995) και έγραψε κινηματογραφική ιστορία.

In english, please!
Εκτός από τον εκμοντερνισμό, μια άλλη καλή δικαιολογία για ριμέικ είναι η δυνατότητα ευρύτερης επεύθυνσης μιας ταινίας. Η συντριπτική πλειονότητα τέτοιων περιπτώσεων αφορά φυσικά την αγγλόφωνη διασκευή μιας ταινίας που γνώρισε επιτυχία στη χώρα της και έχει τα εχέγγυα (συνήθως ταινίες είδους, όπως θρίλερ και κωμωδίες) να γίνει ακόμα μεγαλύτερη αν της αλλάξεις γλώσσα και πρωταγωνιστές. Τα παραδείγματα πολλά, από το δανέζικο «Nightwatch» του 1994 με τον Νικολάι Κόστερ-Βαλντάου, το οποίο ξαναγυρίστηκε από τον Όλε Μπόρνενταλ το 1997 με τον Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, το τρομακτικό «Ju-on» (2000) του Γιαπωνέζου Τακάσι Σιμίζου που οι περισσότεροι έμαθαν ως «Η Κατάρα» («The Grudge», 2004) με τη Σάρα Μισέλ Γκέλαρ και το ταϊλανδέζικο περιπετειώδες θρίλερ «Bangkok Dangerous» των Ντάνι και Οξάιντ Τσουν Πανγκ που «αναβαθμίστηκε» το 2008 με την προσθήκη του Νίκολας Κέιτζ μέχρι το αγωνιώδες «13 Tzameti» (2005) του Τζέλα Μπαμπλουανί, το οποίο έμεινε σκέτο «13» (2010), αλλά πρόσθεσε στο καστ του τους Σαμ Ράιλι, Τζέισον Στέιθαμ και Μίκι Ρουρκ.

Σε εντελώς άλλο κλίμα, ο διάσημος για τις εμπορικότατες γαλλικές κωμωδίες του Φρανσίς Βεμπέρ «μεταγλώττισε» το ξεκαρδιστικό «Les Fugitifs» (1986) σε «Three Fugitives» («Οι Τρεις Φυγάδες», 1989), ενώ ο Τζορτζ Σλούιζερ άλλαξε το φινάλε του ολλανδέζικου «Spoorloos» (1988) όταν το ξαναγύρισε ως «Η Εξαφάνιση» («The Vanishing»,1993) με τους Τζεφ Μπρίτζες και Κίφερ Σάδερλαντ. Αντίθετα, ο ασυμβίβαστος Μίκαελ Χάνεκε δεν άλλαξε ούτε ένα πλάνο, παρά μόνο πρωταγωνιστές –Ναόμι Γουότς, Τιμ Ροθ, Μάικλ Πιτ– στα δικά του «Παράξενα Παιχνίδια» («Funny Games», 1997), όταν εκείνα διέσχισαν τον Ατλαντικό το 2007.