Όταν οι σκηνοθέτες διασκευάζουν τον εαυτό τους

Με αφορμή την «Γκλόρια» του Σεμπαστιάν Λέλιο, ριμέικ της ομότιτλης δικής του ταινίας, θυμόμαστε τους σκηνοθέτες εκείνους οι οποίοι επιχείρησαν να αποδείξουν ότι η δεύτερη φορά είναι και η καλύτερη.

Όταν οι σκηνοθέτες διασκευάζουν τον εαυτό τους

Όταν ο Χιλιανός σκηνοθέτης Σεμπαστιάν Λέλιο βρέθηκε πριν από δυο χρόνια στο Λος Άντζελες για να προωθήσει το «Μια Φανταστική Γυναίκα», το οποίο κέρδισε τελικά το ξενόγλωσσο Όσκαρ, ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους της βιομηχανίας συνάντησε και την Τζούλιαν Μουρ. Ενθουσιασμένη με την «Gloria», το βραβευμένο στο Φεστιβάλ Βερολίνου γλυκόπικρο πορτρέτο μιας γυναίκας που αναζητά μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή, η Αμερικανίδα σταρ εξέφρασε την επιθυμία της να πρωταγωνιστήσει σε ένα αγγλόφωνο ριμέικ του.

Ο Λέλιο θεώρησε ιδιαίτερα τιμητικό τον ενθουσιασμό της, πόσο μάλλον όταν εκείνη του είπε «θα το κάνω, όμως, μόνο αν το σκηνοθετήσεις εσύ». Έτσι γεννήθηκε το «Γκλόρια» («Gloria Bell»), το οποίο δεν είναι φυσικά το πρώτο φιλμ όπου κάποιος, διάσημος ή μη, σκηνοθέτης αποφασίζει να επαναλάβει με διαφορετικό τρόπο τον εαυτό του.

Όταν οι σκηνοθέτες διασκευάζουν τον εαυτό τους - εικόνα 1
«Ο Άνθρωπος που Ήξερε Πολλά» (1934) / «Ο Άνθρωπος που Γνώριζε Πολλά» (1956)

Ο παλιός είναι αλλιώς

Ο «Άνθρωπος που Ήξερε Πολλά» του 1934 υπήρξε η πρώτη πολύ μεγάλη επιτυχία του Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο οποίος προτού τελειώσει η δεκαετία ήταν πλέον ο διασημότερος Βρετανός σκηνοθέτης. Η φήμη του εκτοξεύτηκε με το που πάτησε το πόδι του στο Χόλιγουντ (Όσκαρ καλύτερης ταινίας για τη «Ρεβέκκα» του 1940) και στα μέσα της δεκαετίας του ’50 είχε ανακηρυχτεί «μετρ του σασπένς». Τότε αποφάσισε να προχωρήσει στο αρκετά πιστό, αλλά έγχρωμο ριμέικ του «Ανθρώπου που Ήξερε Πολλά» με τους Τζέιμς Στιούαρτ και Ντόρις Ντέι ως πρωταγωνιστές.

Πιο φαντασμαγορική και πιο εντυπωσιακά γυρισμένη, η ταινία κέρδισε το Όσκαρ τραγουδιού («Whatever will be, will be (Que sera, sera)») και έγινε μεγάλη εμπορική επιτυχία, δικαιώνοντας τον Χίτσκοκ, ο οποίος είχε εξομολογηθεί στον Φρανσουά Τριφό ότι «το πρώτο φιλμ ήταν από έναν ταλαντούχο ερασιτέχνη, ενώ το δεύτερο από έναν ώριμο επαγγελματία».

Όταν οι σκηνοθέτες διασκευάζουν τον εαυτό τους - εικόνα 2
«Floating Weeds» (1959) / «Α Story of Floating Weeds» (1934)

Όπως ο Χιτς, έτσι και μια σειρά δημιουργών οι οποίοι στην πορεία της καριέρας τους απέκτησαν φήμη, επιρροή και τη δυνατότητα να επιλέγουν κινηματογραφικά σχέδια, «επέστρεψαν» σε προηγούμενες ταινίες τους με τη διάθεση να τους δώσουν μια πιο ώριμη κι ολοκληρωμένη μορφή. Πρώτος ο Γάλλος Αμπέλ Γκανς, ο οποίος το 1938 ξαναγύρισε το βωβό πολεμικό δράμα του «J’Accuse» του 1919, προσδίδοντας στην αρκετά παραλλαγμένη πλοκή του έναν πιο απαισιόδοξο, αλλά και σύγχρονο αντιπολεμικό τόνο, ενώ βωβή ταινία η οποία ξαναγυρίστηκε ομιλούσα και έγχρωμη είναι το οικογενειακό δράμα του Γιασοχίρου Όζου «A Story of Floating Weeds» (1934), το οποίο το 1959 έγινε «Floating Weeds» και μια από τις σπουδαιότερες ταινίες στη φιλμογραφία του Γιαπωνέζου auteur.

Γνωστή τοις πάσι είναι η περίπτωση του ίσως πιο φιλόδοξου και μεγαλομανή σκηνοθέτη όλων των εποχών –προ Τζέιμς Κάμερον, έστω– Σεσίλ ντε Μιλ και των «Δέκα Εντολών» του. Για τη βωβή εκδοχή του 1923 χτίστηκε μια ολόκληρη πόλη στην έρημο της Καλιφόρνιας και ένα παλάτι με τείχη ύψους 100 μέτρων(!), ενώ η φαντασμαγορική βερσιόν του 1956 και των 220 λεπτών ήταν η ακριβότερη παραγωγή που είχε γυριστεί μέχρι τότε, με ειδικά εφέ (η διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας) που θα ζήλευε κάθε ταινία του προηγούμενου αιώνα και της προ-ψηφιακής εποχής.

Όταν οι σκηνοθέτες διασκευάζουν τον εαυτό τους - εικόνα 3
«13 Tzameti» (2005) / «13» (2010)

Με απόσταση μόλις οκτώ ετών, ο Ραούλ Γουόλς διασκεύασε την γκανγκστερική περιπέτεια «High Sierra» (1941) με τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ στο γουέστερν «Colorado Territory» (1949) με τον Τζόελ ΜακΚρι, ο Τζον Φορντ ξαναγύρισε το «Judge Priest» του 1934 ως «The Sun Shines Bright» (1953), ο Λίο ΜακΚάρεϊ ξαναβάφτισε το «Love Affair» (1939) με τους Σαρλ Μπουαγιέ και Άιριν Ντιουν σε «An Affair to Remember» (1957) με τους Κάρι Γκραντ και Ντέμπορα Κερ, υπογράφοντας ένα από τα εμβληματικά χολιγουντιανά μελοδράματα, με τον Φρανκ Κάπρα να δοκιμάζει ανεπιτυχώς στην τελευταία ταινία της καριέρας του, το «Pocketful of Miracles» (1961), να εκμοντερνίσει την κλασική πλέον κοινωνική κομεντί «Lady For a Day» (1932). Πολύ πιο πρόσφατα, ο Μάικλ Μαν μετέτρεψε μια τηλεταινία του 1989 σε φιλόδοξη heist movie, αντικαθιστώντας τους Άλεξ ΜακΆρθουρ και Σκοτ Πλανκ με τους Ρόμπερτ ντε Νίρο και Αλ Πατσίνο. Το «L.A. Takedown» έγινε «Ένταση» («Heat») (1995) και έγραψε κινηματογραφική ιστορία.

Όταν οι σκηνοθέτες διασκευάζουν τον εαυτό τους - εικόνα 4
«Funny Games» (2007) / «Παράξενα Παιχνίδια» (1997)

In english, please!

Εκτός από τον εκμοντερνισμό, μια άλλη καλή δικαιολογία για ριμέικ είναι η δυνατότητα ευρύτερης επεύθυνσης μιας ταινίας. Η συντριπτική πλειονότητα τέτοιων περιπτώσεων αφορά φυσικά την αγγλόφωνη διασκευή μιας ταινίας που γνώρισε επιτυχία στη χώρα της και έχει τα εχέγγυα (συνήθως ταινίες είδους, όπως θρίλερ και κωμωδίες) να γίνει ακόμα μεγαλύτερη αν της αλλάξεις γλώσσα και πρωταγωνιστές. Τα παραδείγματα πολλά, από το δανέζικο «Nightwatch» του 1994 με τον Νικολάι Κόστερ-Βαλντάου, το οποίο ξαναγυρίστηκε από τον Όλε Μπόρνενταλ το 1997 με τον Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, το τρομακτικό «Ju-on» (2000) του Γιαπωνέζου Τακάσι Σιμίζου που οι περισσότεροι έμαθαν ως «Η Κατάρα» («The Grudge», 2004) με τη Σάρα Μισέλ Γκέλαρ και το ταϊλανδέζικο περιπετειώδες θρίλερ «Bangkok Dangerous» των Ντάνι και Οξάιντ Τσουν Πανγκ που «αναβαθμίστηκε» το 2008 με την προσθήκη του Νίκολας Κέιτζ μέχρι το αγωνιώδες «13 Tzameti» (2005) του Τζέλα Μπαμπλουανί, το οποίο έμεινε σκέτο «13» (2010), αλλά πρόσθεσε στο καστ του τους Σαμ Ράιλι, Τζέισον Στέιθαμ και Μίκι Ρουρκ.

Όταν οι σκηνοθέτες διασκευάζουν τον εαυτό τους - εικόνα 5
«Ένταση» (1995)

Σε εντελώς άλλο κλίμα, ο διάσημος για τις εμπορικότατες γαλλικές κωμωδίες του Φρανσίς Βεμπέρ «μεταγλώττισε» το ξεκαρδιστικό «Les Fugitifs» (1986) σε «Three Fugitives» («Οι Τρεις Φυγάδες», 1989), ενώ ο Τζορτζ Σλούιζερ άλλαξε το φινάλε του ολλανδέζικου «Spoorloos» (1988) όταν το ξαναγύρισε ως «Η Εξαφάνιση» («The Vanishing»,1993) με τους Τζεφ Μπρίτζες και Κίφερ Σάδερλαντ. Αντίθετα, ο ασυμβίβαστος Μίκαελ Χάνεκε δεν άλλαξε ούτε ένα πλάνο, παρά μόνο πρωταγωνιστές –Ναόμι Γουότς, Τιμ Ροθ, Μάικλ Πιτ– στα δικά του «Παράξενα Παιχνίδια» («Funny Games», 1997), όταν εκείνα διέσχισαν τον Ατλαντικό το 2007.

Διαβάστε ακόμα

Τελευταία άρθρα Σινεμά

Όλες οι κριτικές των νέων ταινιών της εβδομάδας

Η άποψη του "α" για τις νέες ταινίες που κάνουν πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες σήμερα, Πέμπτη 15/01.

ΓΡΑΦΕΙ: ΜΑΝΤΥ ΒΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ
15/01/2026

Kontinental '25

Βραβείο σεναρίου στο Βερολίνο για μια αστεία όσο και πικρή σάτιρα η οποία ακτινογραφεί σαρκαστικά όλο το βαλκανικό κοινωνικοπολιτικό οικοδόμημα. | Powered by Uber.

Marty Supreme

Το κυνήγι του αμερικανικού ονείρου μέσα από μια ανοικονόμητη, αλλά σφριγηλή saga ενηλικίωσης οσκαρικών προδιαγραφών και σκορσεζικής δυναμικής (Χρυσές Σφαίρες καλύτερης ταινίας και α΄ αντρικού ρόλου). | Powered by Uber.

Τι σου Λέει Αυτή η Φύση

Ακόμα ένα ανάλαφρου ύφους "conversation piece" από τον ιδιοσυγκρασιακό μινιμαλιστή Χονγκ Σανγκ-σου, το οποίο σχολιάζει λοξά τις… φλύαρες ανθρώπινες σχέσεις. | Powered by Uber.

28 Χρόνια Μετά: Ο Ναός των Οστών

Περισσότερο spin-off παρά σίκουελ, ο δραματικά πιο συγκεντρωμένος "Ναός των Οστών" ανακυκλώνει γνωστές ιδέες χωρίς να προσθέτει κάτι ουσιαστικότερο στη μυθολογία του franchise. | Powered by Uber.

Ρούφους: Ο Θαλάσσιος Δράκος που δεν Ήξερε Κολύμπι

Συνταγογραφημένη, απλοϊκή και διεκπεραιωτική περιπέτεια ανήλικων απαιτήσεων, βασισμένη σε σειρά νορβηγικών βιβλίων. | Powered by Uber.

Mankind's Folly

Ο δημιουργός του τηλεοπτικού "Εξάντα" υπογράφει ένα ρεπορταζιακό ντοκιμαντέρ, το οποίο θίγει τεκμηριωμένα ένα μεγάλο οικολογικό πρόβλημα, που γίνεται και πολιτικό. | Powered by Uber.