Μια λιτή και καλόγουστη τελετή έναρξης εγκαινίασε το 58o Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το οποίο μετά την περσινή διοικητική ανασυγκρότησή του μοιάζει να έχει βρει τέμπο και να διαμορφώνει φυσιογνωμία. Αναπόσπαστο κομμάτι της το ελληνικό σινεμά, το οποίο επιστρέφει φέτος στη συμπρωτεύουσα δριμύτερο.

Από την ίδρυσή του και για δεκαετίες ολόκληρες το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ήταν άρρηκτα δεμένο με τις ελληνικές ταινίες. Όποια απ’ αυτές είχε έστω και τις ελάχιστες καλλιτεχνικές «ανησυχίες» (και ποια δεν είχε;) ένιωθε υποχρεωμένη να κάνει την πρεμιέρα της στο Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και από το 1998 και μετά να προβληθεί στο Ολύμπιον για να διεκδικήσει κάποιο κρατικό βραβείο. Τα χρόνια της «Ομίχλης» και ο καινούργιος κινηματογραφικός νόμος εκσυγχρόνισαν το τριτοκοσμικό αυτό καθεστώς, οι αθηναϊκές Νύχτες Πρεμιέρας διεκδίκησαν δυναμικά μερίδιο στην ελληνική ταινία, φέτος όμως η εθνική παραγωγή μετακόμισε σύσσωμη στον Βορρά, εμπλουτίζοντας το πρόγραμμα του 58ου φεστιβάλ με 26 ταινίες. Είκοσι εξ αυτών κάνουν πανελλαδική πρεμιέρα και μόλις δύο («Τέλειοι Ξένοι», «Success Story») από τις υπόλοιπες έξι έχουν ήδη προβληθεί στις αίθουσες.

Εκεί έξω η σεζόν έχει ξεκινήσει με μια γλυκόπικρη αίσθηση, καθώς το «Τελευταίο Σημείωμα» φαίνεται πως θα ζοριστεί για να φτάσει τα 250.000 εισιτήρια, ενώ η τελευταία ταινία του Νίκου Περάκη μόνον εμπορικό «Success Story» δεν αποδείχτηκε. Να προσθέσουμε και την ξαφνική αλλαγή της επιτροπής κινηματογράφου της ΕΡΤ και την αιφνιδιαστική καρατόμηση της γενικής διευθύντριας του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου; Ας μείνουμε στα στενά πλαίσια της φεστιβαλικής οθόνης, η οποία επιβεβαίωσε την προσήλωση του ελληνικού σινεμά στο δράμα, ψυχολογικό ή κοινωνικό, weird ή μη. Από τις ταινίες που έχουν προβληθεί ως τώρα, εκείνες του Αλέξανδρου Αβρανά και της Ελίνας Ψύκου συγκέντρωσαν εξ αρχής την προσοχή λόγω του ονόματος των ταλαντούχων –και στη λίστα των weird– δημιουργών τους, αλλά και του προτέρου εντίμου φεστιβαλικού βίου τους.

Κατευθείαν από το διαγωνιστικό πρόγραμμα του Σαν Σεμπαστιάν, το «Love me Not» του Αβρανά («Miss Violence») επιβεβαιώνει την πρωτότυπη εικαστική ματιά του βιρτουόζου σκηνοθέτη, που μέσα από το αγωνιώδες δράμα ενός ζευγαριού, το οποίο «νοικιάζει» μια νεαρή κοπέλα ως παρένθετη μητέρα, δημιουργεί υπόκωφη ένταση και κλίμα υπαρξιακού άγχους. Στέκεται μέχρι τέλους όμως εκεί, στην επίδειξη αφηγηματικής τεχνικής, χωρίς να εκμεταλλεύεται (είτε «απλώνοντας» την πλοκή είτε βαθαίνοντας μπεργκμανικά τις συμπεριφορές των ηρώων) τις πολλαπλές δυνατότητες της ελάχιστα πειστικής σε ρεαλιστικό επίπεδο ιστορίας του.

Πολύ πιο κοινωνική, σε αλληγορικό επίπεδο, η Ελίνα Ψύκου («Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά») γύρισε από το φεστιβάλ της Τραϊμπέκα με το βραβείο καλύτερης ταινίας για το «Γιο της Σοφίας». Την ιστορία ενηλικίωσης του 11χρονου Μίσα, ο οποίος έρχεται από τη Ρωσία στην Αθήνα του 2004 για να συναντήσει την κρυφά παντρεμένη με έναν ηλικιωμένο Έλληνα μητέρα του. Τρυφερή και αποστασιοποιημένη μαζί, η Ψύκου περιγράφει έμμεσα μα καίρια την Ελλάδα των καινούργιων μύθων και των πικρών διαψεύσεών τους, παραμένοντας σεναριακά πιο προβλέψιμη και σκηνοθετικά λιγότερο ευρηματική από την προηγούμενη ταινία της.

Το «Γιο της Σοφίας» συνοδεύουν στο διεθνές διαγωνιστικό ακόμη μία δραματική αλληγορία πάνω στη σύγχρονη Ελλάδα και το αόρατο παρελθόν της (η φλύαρη κι άτονη «Επιφάνεια των Πραγμάτων» της Νάνσυς Μπινιαδάκη), καθώς και ένα εντελώς πρωτότυπο στην κατασκευαστική τεχνική του animation (;) με ηθοποιούς, εσωστρεφές κινηματογραφικά, αν και απλό σαν παραμύθι στα νοήματά του. Με επιρροές από τη Λότε Ρέινινγκερ και το θέατρο σκιών, το «The Ox» του Γιώργου Νικόπουλου είναι μια αυστηρά σινεφίλ εμπειρία, πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα, από τα κλισέ των οποίων δεν μπορούν να ξεφύγουν ευπρόσωπα, τακτοποιημένα δράματα εποχής όπως η «Πολυξένη» της Δώρας Μασκλαβάνου ή η εγκλωβισμένη στην κινηματογραφική στατικότητα, όπως και οι ήρωές της σε ασανσέρ, «Επαφή» του Τώνη Λυκουρέση.

Αντίθετα, προσπάθεια για ένα σινεμά των (υποτιμημένων στη χώρα μας) ειδών αποτελούν η πολύ ενδιαφέρουσα άσκηση –ταραντινικού– ύφους του Δημήτρη Τσιλιφώνη «Do it Yourself», όπου το χιούμορ φρενάρει έναν πόντο πριν από την αυτοπαρωδία, και η ενδιαφέρουσα ως ιδέα, αλλά βαρυφορτωμένη κι εξυπνακίστικη στην ανάπτυξή της crime περιπέτεια «Μπλε Βασίλισσα» του Αλέξανδρου Σιπσίδη. Τέλος (για την ώρα), ειδική μνεία αξίζει στο υποδειγματικά καλοφτιαγμένο, εντυπωσιακό σε εικόνα και στηριγμένο σε διεξοδική έρευνα ντοκιμαντέρ του Λευτέρη Χαρίτου «Dolphin Man», πάνω στη ζωή και τα ρεκόρ καταδύσεων του Γάλλου φυσιολάτρη Ζακ Μαγιόλ, ο οποίος ενέπνευσε το «Απέραντο Γαλάζιο».