©Ximena_y_Sergio
"It was not shocking, it was shockingly boring", σχολίασε μια νεαρή γυναίκα από πίσω μου στο συνοδό της, για την παράσταση της Ανχέλικα Λίντελ, "Seppuku. The funeral of Mishima or the pleasure of dying", που μόλις είχαμε παρακολουθήσει στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών - και πράγματι η παράσταση της αιρετικής Καταλανής δημιουργού κατάφερε να προκαλέσει περισσότερη ανία παρά σοκ.
Δεν θα στεκόμουν τόσο στο θέμα του σοκ, αν δεν το είχε κάνει ήδη η προβολή της παράστασης, προειδοποιώντας μας για ένα θέαμα που θα δοκίμαζε τα όρια της αντοχής μας, καθώς περιείχε σκληρό περιεχόμενο. Σκληρό περιεχόμενο δεν υπήρξε, κάτι που αποτελεί μία πρώτης τάξεως αφορμή για να θίξουμε το θέμα του "μάρκετινγκ" μίας παράστασης, το οποίο συχνά δημιουργεί, εσκεμμένα ή όχι, λανθασμένες εντυπώσεις και προσδοκίες.

Φυσικά αυτό δεν σημαίνει πως είδαμε κάτι συμβατικό επί σκηνής. Για όποιον γνωρίζει τη σκηνική γραφή της, η Λίντελ έχει την ικανότητα να συνδυάζει ένα σωρό στοιχεία, επιθυμώντας συνειδητά να προκαλέσει κάποιου είδους αμηχανία, δυσφορία ή ενόχληση στους θεατές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αφετηρία της παράστασης αποτέλεσε η αυτοκτονία με χαρακίρι (η λέξη σεπούκου περιγράφει όλη την τελετουργική διαδικασία της πράξης) του Ιάπωνα συγγραφέα Γιούκιο Μισίμα, ο οποίος υπήρξε και ένα από τα καλλιτεχνικά ινδάλματα της Λίντελ. Η ίδια ανέφερε στην παράσταση πως γνώρισε το έργο του στην εφηβεία της κι έκτοτε δεν έπαψε να έλκεται από αυτό, ενώ το γεγονός της αυτοχειρίας του πυροδότησε ακόμη περισσότερο την προσωπική εμμονή της με το θέμα του θανάτου.
Η παράσταση αποτέλεσε, θεωρητικά, ένα είδος καλλιτεχνικού επικήδειου στον Μισίμα και κινήθηκε γύρω από δύο αισθητικούς άξονες, την ιαπωνική κουλτούρα και το δίπολο αυτοκτονία/θάνατος. Προφανώς δεν υπήρχε κάποια ιστορία, οριακά ούτε δραματουργία, αλλά μόνο μια σειρά σκηνών. Και τι δεν είδαμε και ακούσαμε: τη γλαφυρή περιγραφή στα ιαπωνικά μίας απόπειρας για χαρακίρι. τη Λίντελ να διαβάζει μία μακροσκελή λίστα με ονόματα αυτοχείρων (σημειωτέον πως αυτή ήταν μάλλον η πιο επιδραστική σκηνή της παράστασης). τη σύντομη αναπαράσταση ενός παραδοσιακού έργου του θεάτρου Νο (η τεχνική και η συνολικότερη παρουσία των Ιαπώνων ηθοποιών δεν πέρασαν απαρατήρητες, πάντως). τη σωματική επίδειξη ενός bodybuilder. ένα "μουσικό" διάλειμμα, βγαλμένο σαν από τριτοκλασάτο ιαπωνικό κλαμπ. μία χοντροκομμένη αναπαράσταση πορνό, που προκαλούσε γέλιο. λήψη αίματος επί σκηνής, εντελώς χωρίς λόγο. τη Λίντελ να αυνανίζεται με τη βοήθεια… εντοσθίων (προερχόμενων, υποτίθεται, από κάποιον αυτόχειρα με χαρακίρι;).

Η Λίντελ εμφανίστηκε γοητευμένη από την ιδέα του θανάτου και, κυρίως της αυτοχειρίας, (αληθινά ή προσχηματικά, δεν αποσαφηνίστηκε εντελώς στην παράσταση), πάντως έφερε σε αντιπαράθεση την κενότητα, την ασχήμια και τη ματαιότητα της ζωής απέναντι στη γοητεία, την δύναμη και την ηδονή του θανάτου - κάτι που αποτέλεσε εξάλλου το περιεχόμενο του μακροσκελούς μονολόγου που κυριάρχησε στο τελευταίο 1/4 της παράστασης και στον οποίο επαναλαμβανόταν ως σταθερό μοτίβο η φράση: ζητάω το τέλος της ζωής... Και βέβαια μέσα σε όλο αυτό το παραλήρημα υπήρχαν και σκέψεις με βάρος και εκτόπισμα, όμως σε μία δίωρη παράσταση, πόσες ήταν τελικά οι στιγμές που πυροδότησαν κάτι περισσότερο από ανία, αμηχανία ή νευρικό γέλιο; Ελάχιστες.
Στον ίδιο μονόλογο/εξομολόγηση, η Λίντελ παραδέχτηκε δύο πράγματα: πως απεχθάνεται τη σκέψη των γηρατειών ("αρκεί να μυρίσετε πώς μυρίζει ένας νέος άνθρωπος, για να νιώσετε άσχημα για τα πενήντα σας χρόνια", ήταν μία χαρακτηριστική φράση) και πως εκφράζεται ακραία, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να την ακούσουμε - για να συμπληρώσει αμέσως: "όμως νιώθω πως και πάλι δεν με ακούσατε". Κάτι που, τώρα που το σκέφτομαι, με έκανε να νιώσω όχι τόσο αίσθημα ανίας, όσο κάποιου οίκτου.
Περισσότερες πληροφορίες
Seppuku. The funeral of Mishima or the pleasure of dying
Με αφετηρία την αυτοκτονία του Ιάπωνα συγγραφέα Γιούκιο Μισίμα με χαρακίρι, η Αν. Λίντελ δημιουργεί ένα τελετουργικό έργο για τους δεσμούς που ενώνουν τις έννοιες της ελευθερίας, του ερωτισμού, της ομορφιάς και του θανάτου. Ισορροπώντας ανάμεσα στην προσωπική εξομολόγηση, τη φιλοσοφική σκέψη και την ακραία σκηνική εικόνα, η παράσταση ξεδιπλώνει ένα σκληρό σκηνικό σύμπαν, επιβεβαιώνοντας τη θέση της Ισπανίδας καλλιτέχνιδας ως μιας από τις ριζοσπαστικότερες φωνές της σύγχρονης ευρωπαϊκής σκηνής.
