10 χρόνια Στέγη: Τα δικά μας best of

Τι να πρωτοθυμηθούμε από τα (πρώτα) δέκα χρόνια της Στέγης Ωνάση, ίσως του ιδρύματος με τη μεγαλύτερη επιρροή στα πολιτιστικά πράγματα της πόλης μέχρι σήμερα; Οι συντάκτες του «α» ξεδιαλέγουν τις εμπειρίες που τους έμειναν περισσότερο.

10 χρόνια Στέγη: Τα δικά μας best of

Τι να πρωτοθυμηθούμε από τα (πρώτα) δέκα χρόνια της Στέγης Ωνάση, ίσως του ιδρύματος με τη μεγαλύτερη επιρροή στα πολιτιστικά πράγματα της πόλης μέχρι σήμερα; Παραστάσεις που έμειναν στην ιστορία, φεστιβάλ που έχτισαν πάνω στην αίσθηση της μουσικής κοινότητας, πρωτοβουλίες που άνοιξαν γέφυρες με πανεπιστήμια, φορείς, τη γειτονιά ή που προάγουν την συμπεριληψιμότητα, μαραθώνιοι Pacman και 3D εκτυπώσεις σε εκθέσεις-happening στα υπόγειά της, παρεμβατικές συζητήσεις και επιτελεστικές εμπειρίες στα όρια τέχνης, χορού και θεάτρου που ζήσαμε σε πάρκα, αποθήκες και αντισυμβατικούς χώρους ανά την πόλη.

Οι συντάκτες του «α» κάνουν μια προσπάθεια να ξεδιαλέξουν τις εμπειρίες που τους έμειναν περισσότερο, αν και η Στέγη είναι και για μας πολύ περισσότερα από αυτά, είναι τα πηγαδάκια στη Συγγρού μετά την παράσταση αλλά και οι μεγαλύτερες, συχνά αμφιλεγόμενες, συζητήσεις που άνοιξε και συνεχίζει να ανοίγει με τις παρεμβάσεις της στην πόλη, σε μια εποχή που ο ρόλος των ιδρυμάτων στην υποστήριξη του πολιτισμού, την εκπαίδευση και την κοινωνική παρέμβαση, είναι πιο σημαντικός από ποτέ. Και η Στέγη Ωνάση μοιάζει να το έχει αντιληφθεί ρίχνοντας χρόνο με το χρόνο όλο και περισσότερο το βάρος στην αναζήτηση των τρόπων με τους οποίους το αποτύπωμά της θα έχει σημασία στην τοπική κοινότητα. Περιμένουμε λοιπόν ακόμη περισσότερα!

Γιάγκος Αντίοχος | Πολιτιστικό crossover ποιότητας

10 χρόνια Στέγη: Τα δικά μας best of - εικόνα 1
«Όλα θα πάνε καλά (1) /Το τέλος του Λουδοβίκου»

Μπορεί να ήμουν ένας από τους τυχερούς που έζησαν από κοντά το 2010 στα πρώτα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου που έγιναν στο Μέγαρο το μεγάλο θρίλερ ανάμεσα στον «Κυνόδοντα» και την «Στρέλλα» (τι ωραίες κινηματογραφικές εποχές), όμως μια από τις σημαντικότερες στιγμές για το ελληνικό σινεμά ήταν ότι τα νεοσύστατα βραβεία βρήκαν τη φιλόξενη εστία τους στη Στέγη από το 2011 μέχρι και σήμερα. Έχοντας δει όλα τα ανεπανάληπτα σόου του Μάκη Παπαδημητρίου -έναν απίθανο παρουσιαστή που κάθε φορά μετατρέπεται σε δεινό περφόρμερ που δίνει ζωή στις τελετές-, αλλά και μια από τις τελευταίες εμφανίσεις της Κατερίνας Βρανά πριν την απίστευτη περιπέτεια υγείας που πέρασε, έχω να πω ότι τα ετήσια ανατρεπτικά ραντεβού της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου ταίριαξαν γάντι στο ρηξικέλευθο χαρακτήρα της Στέγης.

Αυτά για το σινεμά, γιατί σε ότι έχει να κάνει με το θέατρο, αυτό που μου έχει μείνει ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη είναι η παράσταση του Ζοέλ Πομερά «Όλα θα πάνε καλά (1) /Το τέλος του Λουδοβίκου». Ένα πραγματικά συνταραχτικό θεατρικό βίωμα που έζησα το 2017 και το οποίο με κράτησε καθηλωμένο στην καρέκλα μου για τέσσερις ώρες, ζώντας την Γαλλική Επανάσταση από το πρώτο χέρι. Ένα ηλεκτρισμένο πολιτικό έργο που ο Πομερά το κατέβασε στην πλατεία, με τους ηθοποιούς να ανεβοκατεβαίνουν τους διαδρόμους φωνάζοντας δίπλα από τους ανυποψίαστους θεατές, προσφέροντας μια μοναδική ευκαιρία σε έναν Βαλκάνιο σαν και εμένα να πάρει μια γεύση από τη γέννηση της αστικής δημοκρατίας και των δυτικών ουμανιστικών αξιών, οι οποίες δοκιμάζονται όσο ποτέ άλλοτε σήμερα.

Ας μιλήσουμε τώρα για μουσική… Έχουν περάσει σχεδόν πέντε χρόνια αλλά δεν μπορώ να ξεχάσω τον ήχο της τρομπέτας του Ambrose Akinmusire. Από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε να πατά επιδέξια τις βαλβίδες του πνευστού του, το κοινό σχεδόν σταμάτησε να αναπνέει. Οι παύσεις του πήραν το χαρακτήρα βωβής τελετουργίας και οι νότες της μοντέρνας του τζαζ ένιωθες να απλώνονται από τη Συγγρού σε ολόκληρο το σύμπαν…

ΥΓ. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το σοκ του κοινού μετά το τέλος της πρεμιέρας της ταινίας του Πέδρο Αλμοδόβαρ «Το Δέρμα του Κατοικώ» που είχε διοργανώσει το «α» μαζί με την Odeon το 2011 –μια από τις λίγες κινηματογραφικές προβολές που έγιναν αυτή τη δεκαετία στη Στέγη. Ήταν σαν να είχε χτυπήσει την κεντρική σκηνή ρεύμα υψηλής κινηματογραφικής τάσης, η επίδραση της οποίας άργησε μερικά λεπτά να περάσει.

Δέσποινα Ζευκιλή | Ουσιαστικό meeting point

10 χρόνια Στέγη: Τα δικά μας best of - εικόνα 2

Στην κλειστοφοβική, μνημονιακή, πολιτιστικά απομονωμένη Αθήνα του χειμώνα του 2010, τα εγκαίνια του λουστραρισμένου χώρου της Στέγης Ωνάση μοιάζουν παράταιρα. Όπως πολύ σύντομα όμως θα μάθουμε, για να θυμηθούμε τον τίτλο του πρώτου κύκλου συζητήσεων «Γιατί οι τέχνες και τα γράμματα δεν είναι πολυτέλεια σε καιρό κρίσης» εκείνο τον Δεκέμβριο, 10 χρόνια πριν, έμελλε να σηματοδοτήσει μια νέα εποχή όπου τα ιδρύματα αναλαμβάνουν καλώς ή καλώς ένα κομβικό ρόλο στην υποστήριξη του πολιτισμού της χώρας, αλλά και την εκπαίδευση και τον δημόσιο χώρο.

Ως προς το πολιτιστικό αποτύπωμα, η Στέγη των πρώτων χρόνων υπήρξε σίγουρα το δικό μας Barbican, καθιερώνοντας μια φεστιβαλικής λογικής ατζέντα που έφερε στην Αθήνα σημαντικά ονόματα της διεθνούς πρωτοπορίας εντάσσοντάς τα σε ενδιαφέροντες, επίκαιρους κύκλους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το φεστιβάλ Meeting Points 6 που την άνοιξη του 2012, ένα χρόνο μετά την αραβική άνοιξη και στον απόηχο των κινημάτων των πλατειών, συνδέει την Αθήνα με τις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής σε επιμέλεια του κορυφαίου θεωρητικού και κριτικού τέχνης Okwui Enwezor, επιμελητή της θρυλικής Documenta του 2002, ο οποίος και ήρθε στη Στέγη και έδωσε ομιλία. Το συντονισμό του καλλιτεχνικού προγράμματος της ελληνικής διοργάνωσης είχε η Κάτια Αρφαρά, η οποία με πολύ συνέπεια πρότεινε για χρόνια αντίστοιχες γέφυρες με δυναμικές πολιτιστικές σκηνές και νέες τάσεις, όπως η lecture performance, υβριδικά είδη τέχνης και χορού και το θέατρο ντοκουμέντο.

Αξέχαστη στιγμή στο πλαίσιο του φεστιβάλ η lecture performance της Ιωάννας Χατζηθωμά και του Χαλίλ Ζορέζ «Aida, Save Me» (2009), ένα άμεσο και καθηλωτικό live «δοκίμιο» πάνω στην αναζήτηση μέσων για την κατανόηση αυτού που ξεφεύγει από τα όρια της επίσημης ιστορίας, ένα πεδίο όπου η εικαστική σκηνή του Λιβάνου έχει γράψει ιστορία με καλλιτέχνες όπως το Atlas Group και ο Rabih Mroue, τους οποίους επίσης είδαμε στη Στέγη στα χρόνια που ακολούθησαν. Το θέμα της περφόρμανς είναι εμπνευσμένο από ένα περιστατικό το οποίο έλαβε χώρα το 2006 στη Βηρυτό στην πρεμιέρα της ταινίας «A Perfect Day» που είχε σκηνοθετηθεί από τους Χατζηθωμά και Ζορέζ. Ανάμεσα στους θεατές, μια γυναίκα ονόματι Αΐντα –η πρωταγωνίστρια της παράστασης– αναγνώρισε σε μια αγγελία αναζήτησης αγνοουμένων, ειδικά κατασκευασμένη για τις ανάγκες της εν λόγω ταινίας, τη φωτογραφία του νεκρού συζύγου της Αντουάν. Στη συνέχεια, το σκηνοθετικό ζεύγος ενεπλάκη σε μια σειρά από πρόσθετες μυστηριώδεις συμπτώσεις, οι οποίες απείλησαν σοβαρά την προβολή της ταινίας στην πατρίδα τους.

Πέρα από το απίστευτο πρωτογενές υλικό της ιστορίας από την οποία προέκυψε το έργο (το οποίο θα μπορούσε να σε κρατήσει από μόνο του με τις παρεξηγήσεις, το συναίσθημα και το χιούμορ του παραλόγου), οι δύο εικαστικοί και κινηματογραφιστές το πήραν ως σημείο αναφοράς για να παρουσιάσουν τον βαθύτερο προβληματισμό της δουλειάς τους πάνω στην λανθάνουσα εικόνα και τη σχέση ντοκουμέντου και πραγματικότητας.

Γιάννης Καντέα Παπαδόπουλος | Όταν γνώρισα τον Βέρνερ

10 χρόνια Στέγη: Τα δικά μας best of - εικόνα 3

Ήταν μόλις πέρσι, αλλά μου φαίνεται αιώνες πίσω. Ήταν επίσης Τετάρτη, που σημαίνει πως έφυγα βιαστικά από το περιοδικό για να είμαι εκεί στην ώρα μου. Αυτό που δεν περίμενα, βέβαια, ήταν η μπόρα που έπιασε ξαφνικά κι απότομα μες την άνοιξη. Ήταν 15/4 απόγευμα, και στην είσοδο της Στέγης βρήκα κοσμοπλημμύρα από σινεφίλ να ‘χουν σχηματίσει ουρά, για να βεβαιωθούν πως θα βρουν μια θέση ενώπιόν του. Τέτοιο ενθουσιασμό για την αθηναϊκή εμφάνιση ενός σκηνοθέτη, είχα να δω από το 2014, όταν τότε ο Λεός Καράξ έδωσε masterclass στην Ταινιοθήκη. Εν προκειμένω όμως μιλάμε για διαφορετικά μεγέθη, τόσο κινηματογραφικά όσο και αριθμητικά. Κι αυτό αποδείχθηκε στην πράξη, όταν γέμισε ασφυκτικά η αίθουσα που θα υποδεχόταν τον Βέρνερ Χέρτζογκ και τον συνομιλητή του Πολ Χολντενγκρέιμπερ. Στις δυόμιση ώρες που ακολούθησαν ελάχιστοι ήταν εκείνοι που εγκατέλειψαν, η συζήτηση εξάλλου κάλυψε σχεδόν τα πάντα, από τα «ταξίδια με τα πόδια» και την Κρήτη, μέχρι το σινεμά και την ψυχανάλυση. Θυμάμαι να βγαίνω ενθουσιασμένος από τη Στέγη, όμως ανυπομονούσα ήδη για το επόμενο πρωί. Τότε βρέθηκα στην εκθαμβωτική Ωνάσειο Βιβλιοθήκη, καθισμένος δίπλα στον Χέρτζογκ να κρατάω νευρικά μια κούπα καφέ και να τον ρωτάω για την αγάπη. Η απάντηση που έδωσε ήταν, φυσικά, υπέροχη.

Τώνια Καράογλου | Στέγη έξω από τη Στέγη

10 χρόνια Στέγη: Τα δικά μας best of - εικόνα 4

Το επιχειρήσει κάποιος την επιλογή ενός ή δύο πραγμάτων που ξεχώρισε στο πρόγραμμα της Στέγης αυτά τα δέκα χρόνια λειτουργίας, ειδικά όσον αφορά το θέατρο, που αποτέλεσε την κορωνίδα του καλλιτεχνικού προγραμματισμού της, είναι τεράστια πρόκληση. Ανοίγοντας τις σκηνές της, η Στέγη ήρθε να συναντήσει ένα κοινό ανήσυχο, που είχε τις κεραίες του τεντωμένες και το ενδιαφέρον του στραμμένο σε ό,τι διαμόρφωνε την παγκόσμια θεατρική πραγματικότητα, στο εδώ και στο έξω, στο τώρα και στο αύριο. Ήρθε να τροφοδοτήσει ένα κοινό που είχε αρχίσει να εκπαιδεύεται από τη δουλειά του Γιώργου Λούκου στο Φεστιβάλ Αθηνών και να εδραιώσει αυτή την εμπειρία σε επίπεδο καθημερινότητας πια και να δώσει στη θεατρική Αθήνα την ταυτότητα της κοσμοπολίτισσας. Το ότι η Στέγη θα γινόταν σημείο αναφοράς φάνηκε ήδη από τα εγκαίνιά της, τον Δεκέμβριο του 2010, που δόθηκαν με τη μορφή performance με την υπογραφή του Μιχαήλ Μαρμαρινού. Έκτοτε, οι λόγοι για να κατέβει κανείς στο κτήριο της Συγγρού πολλαπλασιάστηκαν κι αυτοί οι λόγοι είχαν εκατοντάδες ονόματα, ονόματα καλλιτεχνών ήδη γνωστών και άλλων που πρωτοείδαμε χάρη στη Στέγη, ονόματα ελληνικά και, φυσικά, ξένα από, κυριολεκτικά, κάθε γωνιά του πλανήτη.

Προσωπικά, όμως, θα σταθώ σε δύο περιπτώσεις που με οδήγησαν έξω από το σπίτι της. Η πρώτη με πήγε μέχρι τον Αυλώνα, με αφορμή το 3ο Φεστιβάλ Εφηβικού Θεάτρου. Η Στέγη είχε την εξαιρετική ιδέα να συμπεριλάβει στο πρόγραμμα την παράσταση «Επιστροφή» από τους κρατούμενους των Φυλακών Ανηλίκων (Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων είναι η επίσημη ονομασία, ίσως για να ακούγεται πιο ευχάριστη) και εγώ ήμουν μία από τους λίγους τυχερούς θεατές που την είδαμε ζωντανά στις εγκαταστάσεις των φυλακών (και όχι στο βίντεο που προβλήθηκε στη Στέγη, αφού οι συμμετέχοντες δεν πήραν άδεια εξόδου ώστε να παρουσιάσουν εκεί τη δουλειά τους). Επρόκειτο για τη δεύτερη παράσταση της θεατρικής ομάδας των φυλακών που εμψύχωνε ο Στάθης Γράψας, προσφέροντας έργο και ανάσα ζωής στους έφηβους κρατούμενους, και η πρώτη που δινόταν μπροστά σε εξωτερικούς θεατές. Η εμπειρία παρακολούθησης της παράστασης, που προέκυπτε από τα προσωπικά βιώματα των συμμετεχόντων και είχε μετουσιωθεί σε πραγματική τέχνη που θα ζήλευαν επαγγελματίες ηθοποιοί, μαζί με τη συνολική εμπειρία -από το πρώτο λεπτό του ελέγχου μας στην πύλη, τη διαδρομή προς τη βιβλιοθήκη/σκηνή μέσα από ψυχρούς διαδρόμους και σιδερόφραχτες πόρτες και παράθυρα μέχρι τη συζήτηση με τους συμμετέχοντες και τον Στάθη Γράψα μετά την παράσταση- ήταν, το λιγότερο, συνταρακτική.

Η δεύτερη περίπτωση (την άνοιξη του 2014 στο πλαίσιο του Fast Forward Festival), με πήγε σε μια δαιδαλώδη εγκατάσταση που είχε στηθεί στη «μέση του πουθενά», κάπου στον Ταύρο, για να περιηγηθώ στα «Situation Rooms», δηλαδή στη διαδραστική «παράσταση» (καταχρηστικός ο όρος) των Rimini Protokoll που αφορούσε το εμπόριο όπλων. Σε αυτή την περίπτωση, οι ειδήμονες του θεάτρου ντοκουμέντο πήγαν το είδος σε άλλο επίπεδο, καταργώντας σχεδόν οριστικά τη σχέση θεατή και περφόρμερ. Ακόμη θυμάμαι τον εαυτό μου με ένα i-pad ανά χείρας να μπαίνω από δωμάτιο σε δωμάτιο και όχι μόνο να παρακολουθώ αλλά να συμμετέχω στις διαφορετικές -αλλά πάντα αληθινές- ιστορίες ανθρώπων που η ζωή τους ορίζεται από τον πόλεμο: να κάθομαι σε ένα θρανίο μιας σχολικής τάξης στο Κογκό, να σερβίρω σούπα στους εργάτες ενός εργοστασίου όπλων, να μεταφέρω ένα στικάκι για χάρη ενός χάκερ που δουλεύει για την ισραηλινή κυβέρνηση, να ξαπλώνω στο κρεβάτι των Γιατρών χωρίς Σύνορα κάπου στη Σιέρα Λεόνε, να παρακολουθώ τις κεκελεισμένων των θυρών υπογραφές συμφωνιών με εμπόρους όπλων σε τραπεζικά και κυβερνητικά γραφεία της Γερμανίας και των ΗΠΑ.

Μαρία Κρύου | Ο κόσμος καλεί Αθήνα

10 χρόνια Στέγη: Τα δικά μας best of - εικόνα 5
«Κυκλισμός του τετραγώνου»

Ένα από τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά της Στέγης αυτά τα δέκα χρόνια είναι ότι άφησε την καλλιτεχνική προσωπικότητα των Ελλήνων δημιουργών να κινηθεί και ν’ αναπτυχθεί πέρα από καθιερωμένες ετικέτες και αυτό εξακολουθεί να κάνει μέχρι σήμερα. Πίσω από τις παραγωγές της Στέγης υπήρχε και υπάρχει όραμα που δεν περιορίζεται, παρά μόνο από τον ορίζοντα της καλλιτεχνικής φαντασίας. Άνοιξε κανάλια για να μας βρει το «νέο κύμα» και κάπως έτσι εμπιστεύτηκε, το 2013, στα χέρια του 26χρονου, τότε, Δημήτρη Καραντζά τον «Κυκλισμό του τετραγώνου» (2013) του Δημήτρη Δημητριάδη κι εμείς, καθηλωθήκαμε παρακολουθώντας σε μια άδεια σκηνή που θύμιζε σάλα δεξιώσεων ή και αίθουσα ομαδικής ψυχοθεραπείας να αποδομείται η νόσος του έρωτα σε μια υποδειγματική σκηνοθεσία με μοναδικά έξοχους ηθοποιούς.

Στο πνεύμα του νέου και του ερευνητικού, το Fast Forward Festival ήταν για μένα η διοργάνωση που μας συντόνισε με τον παλμό της εποχής συνδυάζοντας την τέχνη με τη μαζική κουλτούρα και με τα έργα εικαστικών, περφόρμερ, χορευτών από τον ελληνικό και το διεθνή χώρο, αξιοποίησε την παρεμβατική ικανότητα της τέχνης στο δημόσιο χώρο. Θυμάμαι στην πλατεία Κοτζιά, να εξελίσσεται ένας βωβός διάλογος των θεατών για την κρίση της δημοκρατίας και την απαξίωση των πολιτών στην περφόρμανς του πολυβραβευμένου Καταλανού Ροζέρ Μπερνάτ «Domini Public» (2015). Το πρόγραμμα της Στέγης περιέχει όλες τις όψεις ενός ξεχωριστού καλλιτεχνικού κόσμου, που υπάρχει και αναπτύσσεται δίπλα μας, ο κόσμος καλλιτεχνών που έχουν ισχυρό αποτύπωμα και που δεν θα είχαμε την ευκαιρία να δούμε από κοντά. Νιώθω τυχερή που είδα τον πολυσχιδή, από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες της εποχής μας, Ουίλιαμ Κέντριτζ στη multimedia performance-lecture του, το «Refuse the hour» («Αρνήσου την ώρα») (2012) όπου μάς μίλησε για το μύθο του Περσέα, τον Αϊνστάιν, τη «μαύρη τρύπα της κρίσης» και τη σύγχρονη Ελλάδα που έγινε «έμβλημα της παγκοσμιοποίησης» (2012).

Ήταν εμπειρία το «Eraritjaritjaka, το μουσείο των φράσεων» (2014), μια εμβληματική παράσταση μουσικού θεάτρου, που ενώνει το κοινότοπο με τη μεταφυσική και το χιούμορ με την υπαρξιακή αγωνία, βασισμένη σε κείμενα του νομπελίστα συγγραφέα Ελίας Κανέττι, από τον πρωτοπόρο σκηνοθέτη και συνθέτη Χάινερ Γκέμπελς, με τον βετεράνο ηθοποιό Αντρέ Βιλμς να πλαισιώνεται από το φημισμένο Mondriaan Quartet αλλά και ο «Xenos» του Άκραμ Καν, που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στη Στέγη τον Φεβρουάριο του 2018. O Καν, στο τελευταίο σόλο της καριέρας του, προκάλεσε τον τρόμο και τον οίκτο για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χωρίς να χρησιμοποιήσει καμία οικεία εικόνα ή κλισέ.

Άννα Φαρδή | Christian Boltanski, Εκεί που χτυπάει η καρδιά της πόλης

10 χρόνια Στέγη: Τα δικά μας best of - εικόνα 6

«Πάμε απόψε στη Στέγη να δούμε την έκθεση του Boltanski»; Η πρόταση της φίλης μου που ασχολούνταν με τη φωτογραφία μού ήταν σχεδόν ακατανόητη: μόλις είχα κλείσει τα δεκαοκτώ, είχα μετακομίσει στην Αθήνα λιγότερο από δύο μήνες πριν, χωρίς να ξεμυτίσω από τα νοητά όρια Κατεχάκη- Καλλιρόης και ειλικρινά, δεν είχα ιδέα ούτε τι είναι η Στέγη ούτε ποιος είναι ο Christian Boltanski. Λίγες ώρες αργότερα βρεθήκαμε να περπατάμε ανάμεσα σε γιγάντια κρεμασμένα πανιά, με τυπωμένα πάνω τους τα βλέμματα των Αθηναίων. Η έκθεση «Βλέμματα» ήταν από τα εικαστικά γεγονότα της σεζόν, αλλά εμάς τότε εκείνο που μας μίλησε ήταν τα τεράστια, εκφραστικά, ανώνυμα μάτια που μας ακολουθούσαν σε βήμα – μέχρι να βρεθούμε από τις γυάλινες σκάλες στον επόμενο όροφο για να συμμετάσχουμε στο δεύτερο κομμάτι της έκθεσης. Το cd με τους χτύπους της καρδιάς μου, όπως τους αποτύπωσε εγκλωβίζοντας μερικά δευτερόλεπτα ζωής στην αιωνιότητα ο παλμογράφος του Boltanski, το ανακάλυψα πριν μερικά χρόνια σε ένα κουτί με αναμνηστικά παραστάσεων και συναυλιών. Είχε ξεθυμάνει ο πρώτος εντυπωσιασμός της συμμετοχικότητας, της αλληλεπίδρασης και της νέας έννοιας που είχε λάβει η εικαστική τέχνη∙ είχε δημιουργηθεί όμως πλέον και το έδαφος για να κατανοήσω γιατί δεν μπόρεσα να ακούσω ποτέ εκείνο το cd έστω κι από περιέργεια. Ο συμβιβασμός με τη θνητότητα δεν είχε επιτευχθεί ακόμα.

Γιώργος Χαρωνίτης | Η free jazz στη Στέγη

10 χρόνια Στέγη: Τα δικά μας best of - εικόνα 7
Wadada Leo Smith

Ένα από τα πιο σημαντικά επιτεύγματα της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση στην πρώτη δεκαετία της ύπαρξης και της λειτουργίας της είναι ότι έβαλε τη σύγχρονη μουσική στο χάρτη. Με τρόπο ολοκληρωμένο και πρακτικά αδιαπραγμάτευτο, ο μουσικός κόσμος που ανοίγεται από τον John Cage – και τους προπάτορες συνθέτες – ως την σημερινή αυτοσχεδιαστική, πολυμορφική και πολυμεσική διάδραση των μουσικών ιδιωμάτων και τεχνών έχει τον δικό της χώρο. Με την υπογραφή του Χρήστου Καρρά και των συνεργατών του, φυσικά.

Ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο έχει να κάνει με την σύγχρονη τζαζ και ιδιαίτερα με το μέρος της που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε free – χωρίς αυτό απαραίτητα να σημαίνει πως αυτή η μουσική χαρακτηρίζεται από την έλλειψη δομικών και συνθετικών κανόνων. Αρκετά είναι τα παραδείγματα που πιστοποιούν την παρουσία της στη Στέγη, εμείς όμως θα αναφερθούμε σε μερικά χαρακτηριστικά, που φύσει και θέσει ξεχωρίζουν και που ήδη έχουν ιστορική παρουσία στην Ελλάδα.

Ο multi-reedman Anthony Braxton είναι μια καλλιτεχνική προσωπικότητα που συνδυάζει ιδανικά την εξέλιξη της σύγχρονης τζαζ με την παράδοση της ευρωπαϊκής μουσικής αβανγκάρντιας – και αυτό το κάνει συνεχώς, από το 1967 με τα πρώτα του βήματα στον Σύνδεσμο για την Προώθηση των Δημιουργικών Μουσικών (A.A.C.M.) του Σικάγου ως τις μέρες μας. Η παρουσία του στη Στέγη, με το κουαρτέτο του, τον Απρίλιο του 2014, ήταν ένα από τα πιο σημαντικά μουσικά events της περιόδου (η προηγούμενη φορά που είχε έρθει ήταν στο φεστιβάλ Praxis του 1985).

Από τον Σύνδεσμο για την Προώθηση των Δημιουργικών Μουσικών του Σικάγου προέρχεται και ο τρομπετίστας (κ.λπ.) Wadada Leo Smith. Στην Ελλάδα τον γνωρίσαμε πρώτη φορά όταν είχε έρθει να παίξει στο τζαζ κλαμπ του Γιώργου Μπαράκου – και στο πρώτο φεστιβάλ Praxis Jazz – την περίοδο 1979-80. Μαζί με τον (τότε) Δυτικογερμανό μπασίστα Peter Kowald και τον (τότε) Ανατολικογερμανό ντράμερ Gunter Sommer. Και χωρίς το πρόθεμα Wadada στο όνομά του! Στην πορεία, ο Leo Smith εξέλιξε τόσο το μορφικό όσο και το ιδεολογικό περιεχόμενο της μουσικής του ώστε όταν ήρθε στη Στέγη, τον Νοέμβριο του 2014, είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε μια εκπληκτική – και memorable – performance.

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά ακόμα ονόματα πάνω στην free κατεύθυνση της τζαζ (και πέρα) μουσικής που σφράγισαν με την παρουσία τους την πρώτη δεκαετία της Στέγης, όπως του Louis Sclavis, του Heiner Goebbels, της Sun Ra Arkestra κ.ά. αλλά θα μακρυγορήσουμε. Ας επικεντρωθούμε στο μέλλον!

Διαβάστε ακόμα

Τελευταία άρθρα Θέατρο

Η "Ιφιγένεια εν Αυλίδι" στο Ηρώδειο

Η παράσταση που παρακολούθησαν στην Επίδαυρο περισσότεροι από 15.000 θεατές με τη Μαρία Πετεβή στον ομώνυμο ρόλο ολοκληρώνει την περιοδεία της στο Ηρώδειο.

ΓΡΑΦΕΙ: ATHINORAMA TEAM
29/09/2022

Καταιγισμός θεατρικών επαναλήψεων στις σκηνές της Αθήνας

Συγκεντρώσαμε τις 23 παραστάσεις που σηκώνουν ξανά αυλαία αυτή την εβδομάδα (29/9-5/10) και αξίζει να τις αναζητήσετε.

Στο Άττις συνεχίζεται η "Αναφορά για μια Ακαδημία" του Κάφκα

Η παράσταση της ομάδας Σημείο Μηδέν σε σκηνοθεσία του Σάββα Στρούμπου ανεβαίνει ξανά τον Νοέμβριο.

Ο Θωμάς Ζάμπρας με νέο σόλο στο Lunar Space

"Απόφοιτος Λυκείου" ονομάζεται η νέα παράσταση του γνωστού κωμικού που έρχεται για μία και μοναδική παράσταση στον Ελληνικό Κόσμο από το Cinema Alive.

On Ego

Ερεθιστικά φιλοσοφικά ερωτήματα γύρω από την ιδέα του Εαυτού θέτει το γοητευτικό έργο του Βρετανού δραματουργού, που μας συστήνει ο Γιάννης Νταλιάνης σε μια προσεγμένη σκηνική παρουσίαση.

Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού

Η ιλαροτραγωδία του Φο απογειώνεται στη σπιντάτη σκηνική εκδοχή του Γιάννη Κακλέα, που μας την ξανασυστήνει φιλτραρισμένη μέσα από την ιταλική λαϊκή παράδοση, αλλά και από σύγχρονες αναφορές.

Το Σώσε

Ένα από τα ευτυχέστερα δείγματα του κωμικού είδους, μια ωδή στο θέατρο, ανεβαίνει σε μια καλοκουρδισμένη παράσταση υψηλής ενέργειας και απολαυστικών ερμηνειών.