(c) Χάρης Ακριβιάδης
Οι εμφανίσεις σημαντικών ορχηστρικών συνόλων και σολίστ αποτελούν πάντοτε ξεχωριστά γεγονότα για το κοινό του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, που κατακλύζει παραδοσιακά τη μεγάλη "Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης". Δύο πρόσφατες συναυλίες παλιών γνώριμων, της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Λονδίνου και των Φεστιβαλικών Εγχόρδων της Λουκέρνης (της πάλαι ποτέ Ορχήστρας Εγχόρδων του Φεστιβάλ της Λουκέρνης), προσέφεραν την ευκαιρία να απολαύσουμε για πρώτη φορά στην Αθήνα δύο διάσημους σολίστ και έναν από τους κορυφαίους αρχιμουσικούς της εποχής μας.
Στις 7/3 η ιστορική Φιλαρμονική του Λονδίνου εγκαινίασε το φετινό "Φεστιβάλ της Άνοιξης" του Μεγάρου με μία συναυλία υπό τον σπουδαίο Εσθονοαμερικανό αρχιμουσικό Πάαβο Γαίρβι, ο οποίος μόλις λίγες μέρες νωρίτερα είχε ορισθεί ως ο επόμενος (από το 2028) κύριος αρχιμουσικός της. Αποτελούμενο από δύο έργα, το αθηναϊκό πρόγραμμα πρωτοπαίχθηκε στο Λονδίνο και αμέσως μετά στη Βουδαπέστη.
Η βραδιά ξεκίνησε με το σπάνια παρουσιαζόμενο 2ο Κοντσέρτο για πιάνο του Τσαϊκόφσκι με σολίστ ένα από τα πλέον hot ονόματα διεθνώς, τον 28χρονο Γάλλο Αλεξάντρ Καντορό. Η προσφερθείσα ερμηνεία του άνισου (και πολύ λιγότερο δημοφιλούς από το 1ο κοντσέρτο) έργου υπήρξε από κάθε άποψη απαστράπτουσα, όχι μόνο γιατί ο νεαρός Καντορό είχε κερδίσει με αυτό το α’ βραβείο στον περίφημο διαγωνισμό "Τσαϊκόφσκι" το 2019 ή γιατί θεωρείται -λόγω σπουδών- γνήσιο τέκνο της μεγάλης ρωσικής σχολής πιάνου: εξίσου εντυπωσιακή και προσεγμένη υπήρξε και η ορχηστρική απόδοση που διέπλασε ο Π. Γαίρβι.
Στα κατά περίπτωση λαμπερά ή ορμητικά/χορευτικά ακραία γρήγορα μέρη ο πιανίστας καθήλωσε με το συνδυασμό ασύλληπτης δεξιοτεχνίας και πεντακάθαρης άρθρωσης (παρά τις ιλιγγιώδεις ταχύτητες ακόμη και στην καντέντσα!) αλλά και την κατά περίπτωση -στους μεμονωμένους λυρικούς θύλακες- εκφραστικότητα και χάρη του παιξίματός του. Εξίσου όμως ευχαρίστησε και η ευελιξία της ορχήστρας μέσα από το θαυμάσιο έλεγχο των δυναμικών και τον αβίαστο τονισμό από τον αρχιμουσικό των συνεχών εξάρσεων/καταλλαγών μιας γραφής, στην οποία περισσότερο εναλλάσσονταν με το πιάνο παρά συνομιλούσε μαζί του, ενώ πρέπει να επαινεθεί και η καλλιέπεια των σόλι των κορυφαίων των -συχνά "εκτεθειμένων"- ξύλινων πνευστών. Στο ενδιάμεσο andante χάρηκε κάνεις τη μουσικότητα και την ευαισθησία του Καντορό, οι παρεμβάσεις του οποίου ηχούσαν διαρκώς σαν τρυφερή εκμυστήρευση ιδίως στους διαλόγους ποιοτήτων μουσικής δωματίου με το α’ βιολί (Σκούμαν) και το α’ τσέλο (Μπλαουμάνε): σημειωτέον ότι το κοντσέρτο ακούσθηκε στην πλήρη αυθεντική εκδοχή του συνθέτη, χωρίς τις περικοπές που είχε επιφέρει ο μαθητής του Ζιλότι και οι οποίες είχαν παγιωθεί μέχρι τα μισά του 20ού αιώνα.
Ανταποκρινόμενος στο ενθουσιώδες χειροκρότημα του ακροατηρίου, ο Καντορό αποφόρτισε την ατμόσφαιρα με μία αισθησιακή ερμηνεία του βαγκνερικού "Θανάτου της Ιζόλδης" στη μεταγραφή του Λιστ.
Ακολούθησε μια ενδιαφέρουσα αλλά κάπως ατελής ερμηνεία της αριστουργηματικής 2ης Συμφωνίας του Σιμπέλιους, έργου το οποίο δεν κρύβει μυστικά για τον αρχιμουσικό. Αυτή η περίτεχνη συνύπαρξη παραγράφων επικής πνοής με νησίδες "βορειοευρωπαϊκού" λυρισμού και μελαγχολίας αποδόθηκε με υποδειγματική τήρηση των αγωγικών ενδείξεων, εξαιρετική εποπτεία της ανήσυχης δραματουργίας, εύροα τέμπι και ανάδειξη πλήθους λεπτομερειών της γραφής. Όμως, η συνεχής προσφυγή στο ρουμπάτο (με τις βίαιες εναλλαγές παύσεων/κορυφώσεων) και η έμφαση στο ρυθμικό στοιχείο της μουσικής δεν επέτρεπε την "οργανική", γεμάτη ρευστότητα ανάδειξη της πληθώρας των μελωδικών θεμάτων, που σπάνια "άνθιζαν", ιδίως στο καταληκτικό allegro moderato (παρά την διαρκώς κορυφούμενη ένταση), ανατρέποντας τις λεπτές ισορροπίες -ως προς τις εναλλαγές διαθέσεων- της παρτιτούρας. Επίσης, παρά την εγρήγορση και την ποιότητα της ορχήστρας, η εκτέλεση κατέδειξε ένα διαυγή μεν πλην κάπως παστέλ αποχρώσεων ήχο των εγχόρδων και μια τραχιά, όχι πάντοτε ιδανική στάθμιση των δυναμικών με τα -οπωσδήποτε καλλιεπή- ξύλινα και χάλκινα πνευστά.
Εν κατακλείδι, μία αποστασιοποιημένα "μοντέρνα", ελάχιστα αυθόρμητη ερμηνεία που φώτισε πληρέστερα το γράμμα (το μουσικό δηλ. συντακτικό) από το πνεύμα της συμφωνίας…

Η προηγούμενη "μεγάλη ορχήστρα" που φιλοξενήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής στα τέλη Γενάρη (28/1) ήταν μία σημαντική… ορχήστρα δωματίου, αυτή των Φεστιβαλικών Εγχόρδων της Λουκέρνης, που προσκαλείται αρκετά συχνά τα τελευταία χρόνια.
Καθοδηγούμενα από τον έμπειρο Αυστραλοκινεζικής καταγωγής εξάρχοντά τους Ντάνιελ Ντοντς, τα 25 έγχορδα του συνόλου απέδωσαν άριστα και με τη δέουσα ρευστότητα το εναρκτήριο έργο, τη σύντομη "Σερενάτα για έγχορδα" του Έλγκαρ (μία από τις πρώτες συνθέσεις του), δικαιώνοντας τόσο την ανάλαφρη, χορευτική διάθεση των ακραίων γρήγορων μερών όσο και αυτήν, πιο λυρική του κεντρικού αργού μέρους της.
Οι γνωστές αρετές του συνόλου, όπως η πρωτοφανής ποιότητα και καλλιέργεια ήχου, η αβίαστη φραστική και ο άψογος συντονισμός, αξιοποιήθηκαν και στα άλλα δύο έργα της βραδιάς.
Ενισχυμένα με 12 πνευστά και τύμπανα, τα ελβετικά έγχορδα συνέβαλαν στο να εξυφανθεί μια ισορροπημένη ορχηστρική συνοδεία "δωματίου" στο κοσμαγάπητο (2ο) "Κοντσέρτο για βιολί" του Μέντελσον και τον διάσημο σολίστ Άουγκουστιν Χάντελιχ, που έκανε εν προκειμένω το αθηναϊκό -αλλά όχι ελληνικό- ντεμπούτο του.
Μόνο θαυμασμό προκάλεσε και πάλι ο φωτεινός, ομοιογενής, αψεγάδιαστης ορθοτονίας ήχος του γεννημένου στην Ιταλία Γερμανο-αμερικανού βιολιστή, η λαμπερή δεξιοτεχνία (στην καντέντσα του α’ μέρους, στο φινάλε) ο τελειοθηρικά διαπλασμένος σχηματισμός των φράσεων, η σε βάθος λεπτομέρειας αντίληψη του μουσικού συντακτικού της εμβληματικά ρομαντικής παρτιτούρας. Η πλαστικότατη, γεμάτη ευγενές συναίσθημα εκτύλιξη της λυρικής μελωδικής γραμμής (ιδίως στο ενδιάμεσο αργό μέρος) αναδείχθηκε ακόμη γλαφυρότερα λόγω της διακριτικής συμπόρευσης της ορχήστρας, αλλά η απουσία αρχιμουσικού στοίχισε στην έλλειψη ενός πιο σβέλτου διαλόγου με τον σολίστ στα γρήγορα μέρη, που θα δικαίωνε ευχερέστερα τη φλογερή ορμητικότητά τους.
Στις θερμές επευφημίες του κοινού, ο 41χρονος Χάντελιχ αντιχάρισε δύο αμερικανικά ανκόρ, το "Louisiana Blues Strut: A Cakewalk for Violin" (του Κόουλριτζ-Τέιλορ Πέρκινσον) και το "Orange Blossom Special" (των Ράους και Κλήβλαντ).
Στο δεύτερο μισό της βραδιάς προσφέρθηκε μια επιτυχημένη, αν και μάλλον άνιση ερμηνεία της 41ης Συμφωνίας του Μότσαρτ (της επονομαζόμενης "του Διός"). Παρά την αδιαμφισβήτητη εμπειρία και το άριστο παίξιμο των μουσικών του συνόλου, παρά τη σαφή κατανόηση του ύφους και της αισθητικής της μουσικής, παρά την καλλιέπεια των πνευστών, η συναρπαστική δραματουργία του εορταστικής επισημότητας έργου δεν προβλήθηκε "οργανικά", κάτι που θα διασφάλιζε κατά πάσα πιθανότητα η ύπαρξη αρχιμουσικού.
Το αρχικό allegro vivace δόθηκε αργά, χωρίς το δέοντα παλμό, ενώ στο μενουέτο οι έντονες εναλλαγές δυναμικής δεν εξασφάλιζαν την απαιτούμενη λικνιστική διάθεση. Καμιά ένσταση για το μαγικό δεύτερο μέρος, στο οποίο ξεχώρισε η προσεγμένη παρουσίαση των θεμάτων από τις διάφορες ομάδες των εγχόρδων, ενώ η διάχυτη ζωντάνια του θριαμβικού φινάλε ηχούσε συχνά επιτηδευμένη, ρέοντας χωρίς "φυσικότητα".
Ονειρικό επίλογο στην πολύ όμορφη αυτή συναυλία χάρισε, εκτός προγράμματος, ένα από κάθε άποψη έξοχο (σε ευγένεια στροβιλισμού, μελωδική πληρότητα, λεπταίσθητες δυναμικές) "Θλιμμένο βαλς" του Σιμπέλιους.