Sumé: Η μουσική αντίσταση της Γροιλανδίας στον ξένο έλεγχο

Μπορεί σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ να προξενούν φόβο στο ήσυχο νησί της Αρκτικής, κάποτε, όμως, η προοδευτική του νεολαία κοιτούσε προς τα εκεί για ριζοσπαστική ροκ εν ρολ έμπνευση, ανησυχώντας περισσότερο για τις πολιτικές της μητέρας-μητρόπολης Δανίας.

Sume_fron Η κλασική σύνθεση: Hjalmar Dahl, Per Berthelsen, Emil Larsen & Malik Høegh © Susanne Mertz/press

Ποιος περίμενε ότι ένας ήσυχος, ακριτικός τόπος σαν τη Γροιλανδία –κατοικημένος μόλις από 56.831 ψυχές (λίγο λιγότερες, δηλαδή, απ' όσες ζουν στη δική μας Καλαμάτα)– θα φιγούραρε στα παγκόσμια πρωτοσέλιδα, πυροδοτώντας μια πρωτοφανή κρίση μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία απειλεί μια σχέση φιλίας που βαστά από το 1945; 

Ίσως δεν θα έπρεπε να νιώθουμε τόση έκπληξη, βέβαια. Με δεδομένη την επέλαση της κλιματικής αλλαγής και την πιθανότητα να λιώσει σημαντικό μέρος των πάγων της Αρκτικής, δημιουργώντας καινούριες θαλάσσιες οδούς, οι μεγάλες δυνάμεις καιροφυλακτούν. Πόσο μάλλον για ένα νησί σαν τη Γροιλανδία, η οποία σε μια τέτοια περίπτωση θα βρεθεί σε προνομιούχο γεωστρατηγική θέση: δεν χρειάζεται να υιοθετήσουμε τα φληναφήματα του Ντόναλντ Τραμπ, το ξέρει καλά κι όποιος έχει παίξει μια παρτίδα Risk

Χώρια την οικονομική σημασία, δηλαδή. Γιατί μπορεί οι περισσότεροι από μας να θεωρούμε (όχι άδικα) ότι οι Γροιλανδοί κυρίως ψαρεύουν, πάντως το έδαφος εκεί φιλοξενεί και σπάνιες γαίες (π.χ. ουράνιο), καθώς και κάμποσο πετρέλαιο και φυσικό αέριο, σύμφωνα τουλάχιστον με πρόσφατες έρευνες. Προς το παρόν, η κυβέρνηση απαγορεύει την εξόρυξη ουρανίου και κρατά πολύ ελεγχόμενη την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου, υπακούοντας σε περιβαλλοντικές και πολιτιστικές ανησυχίες. Ωστόσο όλοι φανταζόμαστε πού θα καταλήξουν αυτές στην περίπτωση επιβολής αμερικανικού ελέγχου, ειδικά υπό την παρούσα ηγεσία της Ουάσινγκτον Ντι-Σι.

Sume_01
© Quintin Soloviev/Wikipedia Creative Commons
Πανοραμική άποψη της πρωτεύουσας Νουούκ, με τη γροιλανδική σημαία να κυματίζει

Βέβαια, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, οι σχέσεις των Αμερικάνων με τη Γροιλανδία και τη Δανία είναι πιο περίπλοκες απ' όσο αφήνει να φανεί η νυν επικαιρότητα, όπου πρωταγωνιστεί ο Ντόναλντ Τραμπ με τις καουμπόικες λογικές του, σέρνοντας την ήδη βαλλόμενη ποικιλοτρόπως Δύση προς μια κατάσταση ...Άγριας Δύσης. Ήδη από το 1951, δηλαδή, οι Αμερικάνοι διαθέτουν στρατιωτική βάση στο νησί: παλαιότερα αεροπορική, σήμερα την τρέχει το Διαστημικό Σώμα (που, παρά τ' όνομά του, εξακολουθεί ν' αποτελεί κλάδο των ενόπλων δυνάμεων). Το προσωπικό είναι περιορισμένο σε αριθμό, αλλά, βάσει της συμφωνίας με τη Δανία, μπορούν να κουβαλήσουν εκεί όσους άνδρες θέλουν, επικαλούμενοι π.χ. κάποια απειλή. 

Μάλιστα, την έχουν αγνοήσει και παλιότερα τη Δανία, όταν παραλίγο να υψωθεί πυρηνικό "μανιτάρι" πάνω από τη Θούλη της βορειοδυτικής Γροιλανδίας (1968), εξαιτίας ενός ατυχήματος. Όμως, παρά τις αναπόφευκτες τριβές, η τότε κυβέρνηση της Κοπεγχάγης διάλεξε την αποσιώπηση. Κι αυτό, ακόμα κι αν έγινε υπό το κράτος του Ψυχρού Πολέμου, ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση, για το κατά πόσο άφησε στους Αμερικάνους την εντύπωση πως η Γροιλανδία μπορούσε κάπως να ενταχθεί σε ό,τι αντιλαμβάνονταν ως "δικό τους" αμυντικό χώρο. Επιπλέον, το ν' αγοράσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες γη από τη Δανία και να επιβάλλουν εκεί την κυριαρχία τους, ανεξάρτητα με τα θέλω των όποιων κατοίκων, δεν είναι ανήκουστο. 

Sume_02
© Lee E. Schading/Public Domain
Πανοραμική άποψη της αμερικάνικης βάσης στην πρώην Θούλη, στη βορειοδυτική Γροιλανδία

Ίσως σήμερα να είμαστε πιο προχωρημένοι ως προς τα γηγενή δικαιώματα, πάντως έτσι ακριβώς συνέβη το 1917 στην Καραϊβική, όταν οι Δανέζικες Δυτικές Ινδίες έγιναν Αμερικάνικες Παρθένες Νήσοι (όπως τις ξέρουμε σήμερα), επειδή οι τότε Ηνωμένες Πολιτείες ανησύχησαν για τυχόν γερμανική απειλή σε νερά που συσχέτιζαν με την ασφάλειά τους. Φυσικά, τίποτα από όλα τούτα δεν δικαιώνει τον Τραμπ και τις τακτικές εκφοβισμού του, σ' έναν πλανήτη που δεν ζει πια στο 1917. Δείχνει, πάντως, ότι το σκεπτικό του δεν είναι ούτε μεμονωμένο, ούτε "του τρελού", όπως παρουσιάζεται συχνά στα μέσα ενημέρωσης: έχει να κάνει με βαθύτερες λογικές που, λιγότερο ή περισσότερο, ήταν πάντα παρούσες από τη στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να ενδιαφέρονται για την υπόλοιπη αμερικάνικη ήπειρο, κατόπιν και για την υπόλοιπη υφήλιο.

Στις δικές μας μέρες βλέπουμε Δανία και Γροιλανδία να στέκονται μαζί ενάντια στον Τραμπ και στις διεκδικήσεις του. Κάποια χρόνια πιο πριν, όμως, οι σχέσεις αυτές είχαν διαφορετικές αποχρώσεις. Για την προοδευτικά σκεπτόμενη γροιλανδική νεολαία της δεκαετίας του 1970, ας πούμε, οι Δανοί λογίζονταν ως καταπιεστές, ενώ μια πλευρά τουλάχιστον της Αμερικής –εκείνη που διαδήλωνε ενάντια στον Πόλεμο του Βιετνάμ και υπερασπιζόταν καινούριες, λιγότερο σφιχτοκουμπωμένες αξίες– αποτελούσε πηγή έμπνευσης. Παρέχοντας, μεταξύ άλλων, κι ένα ροκ εν ρολ σάουντρακ αντίστασης κόντρα σε ό,τι έβλεπαν ως αποικιοκρατία ντυμένη με πιο σύγχρονα ρούχα.

Sume_03
O Malik Høegh στα νιάτα του

Τέτοια πράγματα σκεφτόταν ο κιθαρίστας, τραγουδιστής και συνθέτης-στιχουργός Per Berthelsen, αλλά και ο κιθαρίστας, τραγουδιστής και συνθέτης-στιχουργός Malik Høegh, οι οποίοι συναντήθηκαν κατά την εφηβεία τους στο Sorø της Δανίας (1969) κι άρχισαν να δουλεύουν μαζί, μοιραζόμενοι ένα κοινό πάθος για τους ροκ ήχους που έφταναν στ' αφτιά τους από τη Βρετανία και την Αμερική: ο Berthelsen λάτρευε τους Beatles, ο Høegh τους Doors (κι αργότερα τους Eagles), ενώ κάπου στο ενδιάμεσο κατανάλωναν και κάμποσο folk rock, όπως και δίσκους σχετιζόμενους με την ψυχεδέλεια των ύστερων 1960s και τις progressive τάσεις των πρώιμων 1970s. 

Στη διαδρομή θα ένωναν δυνάμεις και με άλλους μουσικούς, πάντως αυτοί ήταν, σε κάθε περίπτωση, οι Sumé –έτσι ονόμασαν το συγκρότημά τους (1971), από τη γροιλανδική λέξη για το "πού;". Κι εδώ είναι μια κατάλληλη ευκαιρία για να γνωριστούμε λίγο καλύτερα με την ταυτότητά τους, εξηγώντας ότι οι Γροιλανδοί είναι Ινουίτ (εμείς συνήθως τους λέμε Εσκιμώους, αν κι ο όρος παραγίνεται ευρύς και είναι, πιθανόν, και υποτιμητικός). Οι οποίοι μέσα στους αιώνες ανακατεύτηκαν με Δανούς και Νορβηγούς, διατηρώντας ωστόσο την αυτόχθονη γλώσσα και σημαντικό μέρος της κουλτούρας τους, παρά τη θρησκευτική προσχώρηση στον Χριστιανισμό.

Sume_04
To ιστορικό ντεμπούτο Sumut (1973), με το εξώφυλλο που αναπαρήγαγε ένα χαρακτικό του 1860

Στην αρχή οι Sumé έγραφαν αγγλικά, μα γρήγορα το γύρισαν στη μητρική τους γλώσσα. Επιπλέον, εδρεύοντας στη Δανία, βρήκαν την ευκαιρία ενός δισκογραφικού συμβολαίου με την αριστερών κατευθύνσεων εταιρία Demos, η οποία δεν είχε ιδεολογικό πρόβλημα με τα πολιτικώς φορτισμένα τους τραγούδια, τα οποία στόχευαν τη μητρόπολη Δανία και τις πολιτικές της επί της Γροιλανδίας. Έτσι γεννήθηκε, λοιπόν, το ντεμπούτο Sumut (1973) κι αυτό είναι και το πλαίσιο όπου πρέπει να κατανοηθεί και το εξώφυλλο, όπου αναπαράγεται ένα ξύλινο χαρακτικό του 1860 με τον μυθικό Ινουίτ της μεσαιωνικής Γροιλανδίας, Qasapi, να σκοτώνει τον Βίκινγκ επιδρομέα Uunngortoq. Η όλη βία έχει ομολογουμένως μια αποτρεπτική ακαλαισθησία, η οποία σήμερα θα σήκωνε συζητήσεις, σε αντίθεση με το πανέμορφο οπισθόφυλλο. Ωστόσο όλα εννοούνταν σε ένα συμβολικό επίπεδο, αφού οι στίχοι των Sumé δεν κήρυτταν κάποια ένοπλη, αιματηρή αντίσταση. "Εικονοποιείται η σύγκρουση μεταξύ ιμπεριαλισμού και αυτόχθονων πληθυσμών", θα δήλωνε χρόνια μετά και ο Per Berthelsen.

Παλαιότερα απρόσιτο λόγω διανομής, γλώσσας και έλλειψης μεταφραστικών εργαλείων, το Sumut πέρασε απαρατήρητο στο διεθνές στερέωμα –και είναι, ίσως, από τις λίγες περιπτώσεις στις οποίες αξίζει ο ξεχειλωμένος όρος "χαμένο διαμάντι", αν και στις ημέρες του Spotify το "χαμένο" καθίσταται, πια, έννοια πολύ σχετική. Στον δικό του μικρόκοσμο, πάντως, προξένησε αληθινό σεισμό, ειδικά το 1974, όταν οι Sumé κατόρθωσαν να το υποστηρίξουν ζωντανά με μια περιοδεία 11 σταθμών στην πατρίδα τους. 

Sume_05
Το οπισθόφυλλο του Sumut, που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γίνει εξώφυλλο

Ήταν ο πρώτος ροκ δίσκος στην ιστορία της γροιλανδικής μουσικής κι αυτό από μόνο του ίσως να αρκούσε, εκείνα τα χρόνια. Έκανε όμως και βαθύτερη, ευρύτερη αίσθηση, τόσο με τη χρήση των γροιλανδικών –μια γλώσσα πολιτισμικά περιθωριοποιημένη, τότε, από τα κυρίαρχα δανέζικα– όσο και με στίχους όπως "δυόμιση αιώνες βρίσκονται εδώ, να μας καταπιέζουν ώστε να πλουτίζουν" ("Pivfît Nutât", θα μεταφράζαμε σε "Νέοι Καιροί") ή "πάντα αποικία, πάντα καταπιεσμένοι και δίχως ηγεσία" ("Erĸasûteĸarneĸ", θα μεταφράζαμε σε "Ανησυχία"). Οι οποίοι έκαναν ιδιαίτερο γκελ σ' ένα νησί όπου ήδη έτρεχαν κρίσιμες πολιτικές ζυμώσεις, μετακινώντας το από ενσωματωμένη επαρχία του βασιλείου της Δανίας σε αυτόνομο έδαφος με δική του κυβέρνηση και εσωτερική πολιτική (1979). Κάπως έτσι το Sumut αγοράστηκε, λένε, από το 20% του πληθυσμού, γενόμενο ορόσημο, που με τη σειρά του "γέννησε" όλη τη γροιλανδική ροκ σκηνή ως τα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν άρχισαν ν' αναζητούνται και περαιτέρω πρότυπα.

Πέρα από τα ιστορικο-κοινωνικά, πάντως, αξίζει να τονιστεί και πόσο ωραία δουλειά είναι. Όπως συμβαίνει με όλους τους άξιους δίσκους της συνομοταξίας του, γίνεται να το απολαύσεις και χωρίς να καταλαβαίνεις γρι από τους στίχους, χάρη στις ακέραιες μελωδίες, στα όμορφα κιθαριστικά παιξίματα, στον πλούτο των ενορχηστρώσεων (ακούστε πώς έχει τοποθετηθεί το άλτο σαξόφωνο), αλλά και στην απροσδιόριστη ηχητική σαγήνη που κομίζει η χρήση της γροιλανδικής γλώσσας. Είναι κάτι που εμείς οι Έλληνες μπορούμε όχι μόνο να εκτιμήσουμε, μα και να νιώσουμε, αφού και η δική μας ροκ σκηνή κάπως έτσι γεννήθηκε, μέσα από μια ανάλογα γόνιμη συνδιαλλαγή μεταξύ τοπικού και παγκόσμιου. Τα προαναφερθέντα "Pivfît Nutât" και "Erĸasûteĸarneĸ" ανήκουν στα τραγούδια που ξεχωρίζουν άμεσα, εύκολα πάντως στέκεσαι και στο "Ukiaĸ", στο "Pilerineĸ-Tikíneĸ" ή στο "Nalunaerasuartaut Toĸuvoĸ". Κι αν κάνεις τον κόπο με τα λόγια, θα βρεις ότι, εκτός από πολιτικές ανησυχίες, το γκρουπ είχε να πει πράγματα και για την ιδιαιτερότητα μιας τοπικής ζωής που ακόμα ένιωθε αρκετά συνδεδεμένη με τους παλαιούς, παραδοσιακούς τρόπους. 

Sume_06
To Inuit Nunaat (1974)

Για το ντεμπούτο τους, οι Sumé ηχογράφησαν με τον Per Berthelsen και τον Malik Høegh να μοιράζονται τα φωνητικά, παίζοντας ακουστική και β' ηλεκτρική κιθάρα (ο πρώτος) και δωδεκάχορδη κιθάρα (ο δεύτερος). Οι υπόλοιπες θέσεις καλύφθηκαν από τον Erik Hammeken (μπάσο) και τον Hans Fleischer (ντραμς), οι οποίοι ήταν, όμως, περισσότερο session μουσικοί, παρά μόνιμα μέλη. Έτσι, όταν ξαναμπήκαν στο στούντιο κράτησαν οι ίδιοι τις κιθάρες και πλαισιώθηκαν από τον μπασίστα Emil Larsen και τον ντράμερ Hjalmar Dahl, δημιουργώντας την κλασική τους σύνθεση. 

Το αποτέλεσμα ήταν το Inuit Nunaat [Demos, 1974], μια δουλειά φτιαγμένη με περισσότερη αυτοπεποίθηση, που όμως σε συνθέσεις, παιξίματα και ως προς την παραγωγή ενσωματώθηκε πιο πρόθυμα στα δεδομένα ροκ μονοπάτια των καιρών ("Nukappiaraq"), αποφεύγοντας λ.χ. ενορχηστρώσεις με σαξόφωνα και βιολιά. Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η μπάντα έπαψε να γράφει ωραία τραγούδια ή ότι εγκατέλειψε το στιχουργικό αίτημα μιας πολιτισμικής ταυτότητας με Ινουίτ χαρακτηριστικά. Το ομώνυμο "Inuit Nunaat", ας πούμε, ήταν και παραμένει μία από τις ωραιότερες και δημοφιλέστερες –στην πατρίδα– δημιουργίες τους, ενώ υπάρχουν κι άλλες αξιόλογες στιγμές (π.χ. "Kiisa Puigulertorpagit!", "Aasarisseruttoraa"). Συνολικά, όμως, ο πήχης χαμήλωσε, συγκριτικά με το Sumut.   

Sume_07
Το τρίτο και τελευταίο πόνημα της κλασικής φάσης, Sumé (1977)

Το τρίτο πόνημα Sumé [Ulo, 1977] ανακάτεψε περισσότερα folk στοιχεία δίπλα στο γνώριμο ροκ τους ("Kalâliuvunga"), εμπλέκοντας κι επιπλέον μουσικούς, πέραν της τετράδας. Καθρέφτιζε, επίσης, σημαντικές αλλαγές, οι οποίες θ' αποδεικνύονταν καθοριστικές, αφού ο κι επέστρεψε στην πατρίδα. Εκεί, με βοήθεια από την έως τότε εταιρία τους, ο Malik Høegh έστησε την πρώτη δισκογραφική εταιρία της Γροιλανδίας, την Ulo. Στην οποία, ωστόσο, διάλεξε να μην εμπλέξει τον Per Berthelsen, γεγονός που τον άφησε πικραμένο. Η μεταξύ τους διάσταση φαίνεται να είχε πολιτικές αιτίες, καθώς ο Berthelsen δεν συμμεριζόταν τις ριζοσπαστικές αριστερές αντιλήψεις του Høegh, προκρίνοντας μια πιο μετριοπαθή στάση, η οποία έμελλε να μείνει ευχαριστημένη από την αυτονομία του 1979.

Το Sumé είναι ένας συμπαθητικός μα όχι σπουδαίος δίσκος, ο οποίος εδώ κι εκεί διαθέτει τραγούδια να τραβήξουν το αυτί, μα συνολικά δεν έχει την πυγμή και την ποιότητα για ν' αφήσει μια πιο διαρκή εντύπωση. Ηχητικά, δηλαδή, αρέσκεται στον εναρμονισμό με τον μέσο όρο του αγγλοαμερικανικού folk rock της εποχής, που, παρά την επιμονή στον γροιλανδικό στίχο, δεν αφήνει πολλά περιθώρια εντυπωσιασμού. Βέβαια, κάτι τέτοιο ίσως να έγραφαν οι Αγγλοαμερικάνοι ακροατές και για τη δική μας σκηνή των 1970s, αποτυγχάνοντας να αντιληφθούν το ευτυχές του παντρέματος με τη ντόπια λαλιά ή τη βαρύτητα της τελευταίας. Οπότε πιο δίκαιο θα είναι, ίσως, να πούμε ότι η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση τέτοιων παρατηρήσεων, κρατώντας ενδεικτικά μερικά από τα τραγούδια της συγκομιδής, σαν το "Sikorngâ", το "Kalâliuvunga" ή το "Nunaĸarfît Náparĸigdlugit", στο οποίο οι Sumé τραγουδούν για την επιθυμία τους να ζήσουν ως Ινουίτ και όχι ως Δυτικοί.

Sume_08
© Anders Berthelsen
O Per Belthelsen ασχολήθηκε με την πολιτική, ιδρύοντας το κεντρώο κόμμα των Δημοκρατικών 

Σε κάθε περίπτωση, οι δρόμοι των Berthelsen και Høegh χώρισαν κάπου εκεί και οι Sumé πέρασαν στην ιστορία. Ο Høegh ευτύχησε να δει την Ulo να γίνεται καταλύτης για τη μοντέρνα γροιλανδική μουσική, πριν αναγκαστεί να κλείσει τα στούντιό του το 2004 κάτω από το βάρος χρεών που δυσκολευόταν να αποπληρώσει. Ο Berthelsen, πάλι, άνοιξε την Qilaat Music Aps, με μέτρια επιτυχία, εξακολούθησε όμως να είναι καλλιτεχνικά δημοφιλής με μια νέα μπάντα –τους Qaaq– ενώ μπήκε δυναμικά και στον χώρο της πολιτικής: ίδρυσε δικό του κόμμα (τους κεντρώους Δημοκρατικούς), θα εκλεγόταν βουλευτής επί μια εικοσαετία, ενώ για ένα φεγγάρι διατέλεσε και υπουργός.

Τελικά, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι παλιοί φίλοι και συνοδοιπόροι άφησαν πίσω τις διαφορές τους και τα ξαναβρήκαν. Εν καιρώ, μάλιστα, έγιναν κι επανενώσεις των Sumé για σπέσιαλ συναυλίες, κρατώντας τον θρύλο τους ζωντανό και μεταλαμπαδεύοντάς τον και σε νεότερες γενιές, τουλάχιστον ως το 2015, όταν ο Berthelsen έχασε τη φωνή του κι αποφάσισε να συνταξιοδοτηθεί, οπότε κι έκλεισε οριστικά ο κύκλος της μπάντας. Πρόσφατα, πάντως, βγήκε ξανά μπροστά για να κατακρίνει τους σχεδιασμούς του Ντόναλντ Τραμπ, ενώνοντας τη φωνή του με όσους διαδήλωσαν στην πρωτεύουσα Νουούκ ενάντια στην πιθανότητα υπαγωγής του τόπου τους σε μια αμερικάνικη "αυτοκρατορία".

Sume_09
To reunion άλμπουμ Persersume του 1994

Εντωμεταξύ, στα ενδιάμεσα χρόνια οι Sumé κυκλοφόρησαν έναν ακόμα δίσκο, το Persersume [Ulo, 1994], με επταμελή σύνθεση. Μια δουλειά παλιομοδίτικη, πιστή στον ήχο των πιο συμβατικών 1970s καταθέσεών τους, η οποία δεν ενδιαφερόταν να επικοινωνήσει με το grunge ή με τις ευρύτερες alternative αναζητήσεις της εποχής, μα αποδείκνυε ότι οι παλιοί θρύλοι δεν είχαν χάσει ούτε το μεράκι, ούτε τις ικανότητές τους στο σκάρωμα όμορφων κιθαριστικών μελωδιών (π.χ. "Suungitsoq", "Persesumi", "Ipivunga"). Μάλιστα, εάν ξεχάσουμε για λίγο το 1990s πλαίσιο, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι πρόκειται για τον καλύτερό τους δίσκο μετά το ιστορικό Sumut.

Ο επίλογος, ωστόσο, αξίζει να τονίσει κάτι σημαντικότερο από ένα συμπαθές reunion, στεκόμενος στο θαυμάσιο ντοκιμαντέρ "Sumé: Mumisitsinerup Nipaa" (Sumé: Ο Ήχος μιας Επανάστασης), το οποίο σκηνοθέτησε ο Inuk Silis Høegh, διηγούμενος τη μικρή γροιλανδική κοσμογονία που πυροδότησε η δράση τους. Διατίθεται και με αγγλικούς υπότιτλους κι αν καταφέρετε να το βρείτε, αξίζει τα 76 του λεπτά. Μάλιστα, ίσως δεν θα ήταν κι άσχημη ιδέα να κανονιζόταν και μια προβολή του εδώ στην Αθήνα, τώρα που "γυρίζει" ακόμα το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για τη μοίρα της Γροιλανδίας.
 

Διαβάστε Επίσης

Διαβάστε ακόμα

Τελευταία άρθρα Μουσική

Η Μαρία Φαραντούρη και ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

"Φωνές και Μνήμες": Όταν οι μεγάλοι κλασικοί συναντούν τη νέα γενιά δημιουργών σε μια μοναδική συναυλία.

ΓΡΑΦΕΙ: ATHINORAMA TEAM
23/01/2026

Το STEGI.RADIO καταλαμβάνει την Στέγη για τρίτη φορά

Το STEGI.RADIO Τakeover 2026 θα κάνει τη Στέγη αγνώριστη με ένα διήμερο μουσικό φεστιβάλ διεθνών προδιαγραφών γεμάτο σύγχρονη ηλεκτρονική μουσική.

Στάνκογλου, Κότσιρας Μόρφη, Κιτσοπούλου, Μαργιόλα και Apon σε δύο βραδιές αφιερωμένες στον Βασίλη Τσιτσάνη

Με αφορμή τα 110 χρόνια από τη γέννησή του Έλληνα δημιουργού, το Θέατρο Παλλάς φιλοξενεί για δύο παραστάσεις μια ξεχωριστή αφηγηματική συναυλία.

Ένα μουσικό ταξίδι "4 Φωνών-4 Αιώνων" στο Ίδρυμα Γουλανδρή

Οι τέσσερις μουσικοί θα διανύσουν την μουσική απόσταση από τον 17ο έως και τον 20ο αιώνα μέσα από τέσσερα εμβληματικά κλασικά έργα.

Οι Godsleep σε μια δυνατή ροκ βραδιά στο Arch

Επιστρέφουν στην αθηναϊκή σκηνή απόψε και συναντούν τους Loud Silence.

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου και οι Polkar σε μια απρόβλεπτη συναυλία στον Σταυρό του Νότου

Μια συναυλία που σίγουρα θα εκπλήξει κοινό, αλλά και τους ίδιους τους μουσικούς με τον πηγαίο αυθορμητισμό του Γιώργου Παπαγεωργίου.