"Κάλλιο αργά, παρά ποτέ" λέει μία από τις πιο γνωστές παροιμίες του τόπου μας, δείχνοντας ότι ξέρουμε να εκτιμάμε την αυθύπαρκτη αξία ορισμένων πραγμάτων, ακόμα κι αν δεν έλαβαν χώρα στο σωστό τάιμινγκ. Αυτό, βέβαια, έχει εφαρμογή και στα καλλιτεχνικά δρώμενα και δη στα μουσικά, αφού το εγχώριο κοινό δεν αρνήθηκε ποτέ να πάει σύσσωμο να παρακολουθήσει κάποιους ζωντανούς θρύλους, ακόμα κι αν μας επισκέφθηκαν πολύ καιρό μετά το ζενίθ τους: μια προηγούμενη γενιά, ας πούμε, το έκανε για τον μέγα Frank Sinatra πίσω στο 1992 (30 χρόνια μετά τον πρώτο και μοναδικό, έως τότε, ερχομό του στην Ελλάδα), ενώ στις δικές μας ημέρες συνέβη για τον Tom Jones –τόσο στο Sani Festival της Χαλκιδικής (Ιούλιος 2024), όσο και στο θέατρο του Λυκαβηττού, φέτος τον Ιούνιο.
Τώρα, λοιπόν, παίρνει σειρά ο σερ Rod Stewart, ο οποίος περίμενε να πατήσει τα 80 ώστε να καταφτάσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Ασφαλώς, όλοι ξέρουμε πως έπρεπε να έχει έρθει νωρίτερα. Εξίσου σίγουροι, όμως, είμαστε και για το ότι αυτό δεν θα εμποδίσει κανέναν θαυμαστή του από το να πάει να δει διά ζώσης έναν από τους πιο εμβληματικούς καλλιτέχνες της ποπ/ροκ κουλτούρας, το Σάββατο 13/12, στο "Telecom Center Athens" (όπως λέγεται, πλέον, το κλειστό γήπεδο μπάσκετ του ΟΑΚΑ).

Φυσικά, το ν' αποκαλούμε "εμβληματικό" τον Αγγλοσκωτσέζο σταρ δεν λέει και πολλά πράγματα, σε μια δημοσιογραφική εποχή χορτασμένη από το ξεχείλωμα και την άκριτη χρήση των επιθέτων. Όμως στην περίπτωσή του δεν υπάρχει ίχνος υπερβολής: το τόσο αναγνωρίσιμο γρέζι της φωνής του, η αντίληψή του για τις κατά καιρούς μετατοπίσεις του μουσικού γίγνεσθαι και η αποφασιστικότητά του να μένει σχετικός όποιες κι αν ήταν οι τάσεις του κοινού, έχτισαν μια περίλαμπρη καριέρα. Η οποία εξακολουθεί να κρατά μια χαρά ακόμα και στις δικές μας ημέρες, τουλάχιστον ως προς την απήχηση των δίσκων –πέρυσι, λ.χ., κατέκτησε ένα ακόμα νούμερο 1 στη Βρετανία, συνεργαζόμενος με τον Jools Holland για το "Swing Fever".
Κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας, εντωμεταξύ, δεν δίστασε να δοκιμαστεί και πέρα από τα ποπ/ροκ όρια, αγκαλιάζοντας τη rhythm & blues αισθητική, το μεγάλο αμερικάνικο songbook, ακόμα και τη ντίσκο, που του χάρισε το χιλιοακουσμένο σουξέ "Da Ya Think I'm Sexy?" (1978). Υπήρξε, δε, τόσο αγαπητός, ώστε οι συμπατριώτες συγχώρεσαν (μάλλον) εύκολα ορισμένα σχόλια που ακούστηκαν περίεργα ακόμα και στη δεκαετία του 1970 –εάν τα είχε κάνει σήμερα ο Morrissey, θα βρισκόταν αντιμέτωπος με την οργή των παγκόσμιων social media. Βέβαια, φρόντισε κι εκείνος το προφίλ του, κατακεραυνώνοντας λ.χ. το Brexit ως "τεράστιο λάθος".

Φυσικά, πέρα και πάνω απ' όλα αυτά βρίσκεται μια καριέρα που υπερβαίνει τον μισό αιώνα ζωής και είναι γεμάτη από στιγμές τόσο κομβικές, ώστε θα χρειαζόμασταν διπλάσιο χώρο για να τις περιγράψουμε όπως τους πρέπει. Σταχυολογώντας από την αφρόκρεμα, πάντως, σίγουρα θα σταθούμε στο "Every Picture Tells A Story" (1971) από τα χρόνια που τραγουδούσε και σόλο, μα και με τους Faces –είναι το άλμπουμ με το θρυλικό κομμάτι "Maggie May"– σε κοσμαγάπητες επιτυχίες σαν το "Sailing" (1975) ή το "It Takes Two" (1990, σε αξέχαστη συνεργασία με την Tina Turner), σε δουλειές σαν το "A Night On The Town" (1976), αλλά και σε κυκλοφορίες που έφεραν κοντά του ηλικιακά νεότερες φουρνιές ακροατών, σαν το "Stardust: The Greatest American Songbook III" (2004) ή το ακουστικό, ζωντανά ηχογραφημένο "Unplugged... And Seated" (1993).
Τώρα, πόσα απ' όλα αυτά θα χωρέσουν στη setlist που θα παρουσιάσει στις 13/12 στην Αθήνα, μένει να το δούμε. Πάντως, μια ματιά στο τι παίζει μέχρι στιγμής στις υπόλοιπες συναυλίες της περιοδείας "One Last Time" (με την οποία αποχαιρετά οριστικά τις μεγάλες παγκόσμιες τουρνέ, αλλά όχι και τη γενικότερη ενεργό δράση), εγγυάται ότι δεν θα μείνουμε δυσαρεστημένοι.
