Οδηγός Μουσικής

Αποχαιρετισμός στον George Crumb: 4 σημαντικοί δίσκοι + ένα έργο με ελληνικό χαρακτήρα

Ο πρόσφατος θάνατος του Αμερικανού συνθέτη θύμισε ξανά το πρωτοπόρο έργο του, που, παρά τον πειραματικό του χαρακτήρα, τον έφερε ακόμα και στα Grammy.

GeorgeCrumb_front © Becky Starobin

Με τη σημαίνουσα εξαίρεση των New York Times, ο θάνατος του George Crumb δεν πολυαπασχόλησε την επικαιρότητα σε επίπεδο "μεγάλης είδησης". Κάτι που θα ήταν αδιανόητο στην εποχή που μεσουράνησε, μα δείχνει μάλλον αναμενόμενο στους δικούς μας καιρούς, αφού ο μουσικός Τύπος αδιαφορεί με ευγένεια για τους ηχητικούς πειραματισμούς των πρωτοπόρων της δικής του γενιάς. Κι ας ήταν χάρη σε αυτούς που πλάστηκαν έννοιες όπως "contemporary classical" και "avant garde", τις οποίες φοράει με περισσή ευκολία εδώ κι εκεί.

Η εικόνα αυτή δεν πρέπει να μας ξεγελά. Όποιες κι αν είναι οι αιτίες για τη διογκούμενη απροθυμία των νεότερων να σκάψουν προς τα πίσω ή για την παρατηρούμενη μείωση του ενδιαφέροντος για το έργο δημιουργών που ενδιαφέρθηκαν περισσότερο για τα ασυνήθιστα ηχοχρώματα και την ανορθόδοξη σημειογραφία, παρά για τον ρυθμό και την αρμονία, δεν σχετίζονται με κάποια ευθέως αρνητική αποτίμηση των αναζητήσεών τους. Το μέλλον, λοιπόν, ίσως τις αναδείξει ξανά ως επίκαιρες. Μεταξύ άλλων, εντωμεταξύ, οι εγχώριοι σκαπανείς μπορούν να αναζητήσουν και μια ελληνική συνέντευξή του Crumb –στην πιανίστρια Λορέντα Ράμου, για το τεύχος 84 του περιοδικού Jazz & Τζαζ (Μάρτιος 2000).

Η καριέρα του κράτησε από τα τέλη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι και τα πιο πρόσφατα χρόνια. Ήταν πάντα στραμμένη στους μη συμβατικούς ήχους, ενώ κάλυπτε κι ευρύ φάσμα αναφορών: από αφροαμερικάνικα spirituals και καταγραφές φαλαινοτραγουδιών, μέχρι την ποίηση του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Σε μια περιγραφή όσων τον ενδιέφεραν (2009), ο Crumb δήλωσε ότι αγαπούσε "τους ήχους εκείνους που έδειχναν να μένουν μετέωροι στον αέρα, χωρίς να είναι σαφές από πού ακριβώς προέρχονταν". Το πρωτοπόρο πνεύμα του αναγνωρίστηκε ήδη από τη δεκαετία του 1960, όταν βραβεύτηκε με Pulitzer μουσικής, ενώ άγγιξε και τις παρυφές της πιο mainstream δισκογραφίας χάρη στο Grammy Καλύτερης Σύγχρονης Σύνθεσης που κέρδισε το 2000. Υπήρξε δε υποψήφιος στην ίδια κατηγορία άλλες τρεις φορές.

Μια τέτοια πορεία, ασφαλώς, είναι δύσκολο να συμπυκνωθεί σε μια χούφτα προτάσεις. Αποχαιρετώντας ωστόσο τον Crumb –ο οποίος, για την ιστορία, πέθανε στις 6 Φεβρουαρίου, σε ηλικία 92 ετών– μπορούμε να σταθούμε λίγο παραπάνω σε 4 πολύ κομβικές του στιγμές. Αλλά να θυμηθούμε και μια ελληνική πτυχή της δημιουργικότητάς του, η οποία παραμένει άγνωστη.

Ancient Voices Of Children: A Cycle Of Songs On Texts By Federico García Lorca (1970)

GeorgeCrumb_01

Διαρκές μέσα στα χρόνια το ενδιαφέρον του Crumb για την ποίηση του Λόρκα, η οποία τον γοήτευε με το μπλέξιμο του χαρμόσυνου και του τραγικού. Κορυφή της όλης ενασχόλησης είναι το έργο αυτό της ωριμότητάς του, που εντυπωσίασε (και εξακολουθεί να εντυπωσιάζει) τόσο με τα απόκοσμα φωνητικά μιας σοπράνο κι ενός κόντρα-τενόρο αγοριού, όσο και με τους παράδοξους ήχους που πήγασαν από τον συνδυασμό ηλεκτρικώς ενισχυμένου πιάνου, κρουστών, όμποε, άρπας και μαντολίνου. 

Καλύτερη έκδοση είναι αυτή της Nonesuch (1971), καθώς περιλαμβάνει τους συντελεστές της αυθεντικής περφόρμανς –την Jan DeGaetani, τον Michael Dash, την Contemporary Chamber Ensemble και το πιάνο του Gilbert Kalish– η οποία παρουσιάστηκε ζωντανά τον Οκτώβριο του 1970 στο Coolidge Auditorium της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου (στην Washington D.C.), στα πλαίσια του 14ου Festival of Chamber Music. Για να επιστρέψουμε δε και στα εισαγωγικά σχόλια, η απήχηση που βρήκε τότε ο δίσκος, πουλώντας 70.000 αντίτυπα, δείχνει πόσα έχουν αλλάξει μισό αιώνα αργότερα ως προς την προβολή που λαμβάνουν τέτοιες δουλειές.

Black Angels: Thirteen Images From The Dark Land (1970)

GeorgeCrumb_02

Εδώ ο George Crumb σύνδεσε τη ματιά και τις αισθητικές τομές της avant-garde σύνθεσης με το σκοτεινό κλίμα που είχε δημιουργήσει στις Η.Π.Α. η ολοένα και μεγαλύτερη εμπλοκή στον Πόλεμο του Βιετνάμ. Ολοκληρώνοντας το έργο, μάλιστα, έγραψε στην τελική παρτιτούρα κι ένα "tempore belli" δίπλα στην ημερομηνία, το οποίο στα λατινικά σημαίνει "εν καιρώ πολέμου".

Ο Crumb οραματίστηκε το ταξίδι της ψυχής σε τρία διακριτά μέρη: Αναχώρηση, Απουσία και Επιστροφή. Κάθε ένα από αυτά συνδέθηκε και με μια ξεχωριστή κατάσταση. Η Αναχώρηση, ας πούμε, είχε το ποιητικό νόημα της πτώσης από τη χάρη. Η Απουσία συνδέθηκε με την πνευματική εκμηδένιση· και η Επιστροφή με τη λύτρωση. Ο βασικός χαρακτήρας του έργου είναι θρηνητικός, κατά έναν τρόπο που ίσως φέρει κατά νου το Threnody For The Victims Of Hiroshima του Krzysztof Penderecki (1961). 

Κατά τα λοιπά, ωστόσο, δεν υπάρχουν και πολλές σχέσεις με το τελευταίο. Ο Crumb ακολουθεί μια δική του δημιουργική οδό, άλλοτε κάνοντας αναφορές στο Κουαρτέτο Εγχόρδων Νο. 14 του Φραντς Σούμπερτ (1824) –έναν από τους πυλώνες της ευρωπαϊκής μουσικής δωματίου– κι άλλοτε καταδυόμενος σε ηχογραφημένους ήχους εντόμων, με τους οποίους συμβολίζει θαυμάσια τον εφιαλτικό ήχο των πολεμικών ελικοπτέρων πάνω από το Βιετνάμ. Ζήτησε επίσης από τους μουσικούς να παίξουν και κρυστάλλινα ποτήρια, γεμισμένα με διαφορετικές ποσότητες νερού.

Τον Αύγουστο του 1973, μια ραδιοφωνική μετάδοση του Black Angels συγκλόνισε βαθιά τον 24χρονο David Harrington, δίνοντάς του το έναυσμα για τον σχηματισμό των περίφημων Kronos Quartet. "Ξαφνικά, υπήρξε απάντηση στον πόλεμο", είπε χαρακτηριστικά, "ο Jimi Hendrix και ο Σούμπερτ βρέθηκαν μαζί". Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι η καλύτερη εκτέλεση ανήκει σε αυτό το κορυφαίο σχήμα, στα πλαίσια ενός δίσκου που ονομάστηκε βέβαια Black Angels [Nonesuch, 1990].

Vox Balaenae (1971)

GeorgeCrumb_03

Σε μια εποχή γεμάτη με αυτοκόλλητα "Save the Whales", όπου ειχε αρχίσει να κουβεντιάζεται ευρύτερα η απειλή των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στους πληθυσμούς των φαλαινών, ο Crumb έπεσε πάνω στις επιτόπιες ηχογραφήσεις κάποιων θαλάσσιων βιολόγων και εντυπωσιάστηκε από ό,τι πλέον ξέρουμε ως "τραγούδι της μεγάπτερης φάλαινας". Αποφάσισε έτσι να αναπαράγει την αίσθηση χρησιμοποιώντας τσέλο (κουρδισμένο scordatura), φλάουτο και πιάνο, ενώνοντας κάποιες χορδές στο εσωτερικό του με συνδετήρα ώστε να παράγουν αντισυμβατικές αντηχήσεις.

Το Vox Balaenae συγκροτήθηκε ως οπτικοακουστική εμπειρία, καθώς ο Crumb ήθελε τους μουσικούς να παίζουν φορώντας μισές μαύρες μάσκες, κάτω από υποβλητικά μπλε φώτα –ώστε αφενός να απηχείται η απρόσωπη ισχύς της φύσης, αφετέρου η καταβύθιση στη θάλασσα. Ο ίδιος  πρωτοπαρουσίασε το έργο στα 1971 με μέλη της New York Camerata, αλλά σκεπτόμενος ίσως τη σκηνική του έκφανση, δεν προέβη σε ηχογράφηση. Ωστόσο αποδείχθηκε ένα από τα πιο αγαπητά του, γνωρίζοντας αρκετές στούντιο επανεκτελέσεις σε βάθος χρόνου. Η καλύτερη είναι μάλλον αυτή του καναδικού συνόλου New Music Concerts Ensemble με προεξάρχοντα τον φλαουτίστα Robert Aitken (2006), για τη σειρά "American Classics" της Naxos. 

Makrokosmos III: Music For A Summer Evening (1974)

GeorgeCrumb_05

Στα τέσσερα συνολικά μέρη στα οποία επεκτάθηκε το εγχείρημα Makrokosmos κατά τη δεκαετία του 1970 (1972, 1973, 1974 και 1979), ο George Crumb έσκυψε πάνω σε μια κύρια επιρροή του από τον κόσμο της ευρωπαϊκής κλασικής μουσικής –τον Ούγγρο συνθέτη Béla Bartók. Ήταν όμως το τρίτο μέρος που έμελλε να ξεχωρίσει ιδιαίτερα, ίσως και λόγω του ιντριγκαδόρικου υπότιτλου: Μουσική για ένα Απόγευμα Καλοκαιριού

Εδώ ο Crumb ανοίγει τη βεντάλια σε σύγκριση με τα δύο προγενέστερα έργα της σειράς, χρησιμοποιώντας δύο ηλεκτρικά πιάνα (αντί για ένα) και προσθέτοντας κρουστά. Αποφεύγει επίσης τους συσχετισμούς με τον Ζωδιακό Κύκλο, προτιμώντας άλλες αναφορές, π.χ. στον Αυστριακό συγγραφέα Rainer Maria Rilke, στον Ιταλό ποιητή Salvatore Quasimodo, αλλά και στον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ.

Φυσικά, μια τέτοια διάταξη παραπέμπει ευθέως στη Σονάτα για Δύο Πιάνα και Κρουστά του Bartók (1937). Αλλά ο Crumb κρατά απλώς το πλαίσιο, επενδύοντας το περιεχόμενο με τις συνήθεις πειραματικές τακτικές και με τις ανορθόδοξες μεθόδους του. Ο Αμερικανός συνθέτης παρουσίασε το Makrokosmos III τον Μάρτιο του 1974 στο κολέγιο Swarthmore, με τον Gilbert Kalish και τον James Freeman στα δύο πιάνα. Οι ίδιοι συντελεστές ανέλαβαν και μια στούντιο ηχογράφηση, η οποία εκδόθηκε λίγο μετά ως Music For A Summer Evening (Makrokosmos III) For Two Amplified Pianos And Percussion [Nonesuch, 1975]. Αξίζει πάντως να ακούσετε και μια νεότερη εκδοχή (2018), από τη Γιαπωνέζα πιανίστρια Yoshiko Shimizu.

Ως κατακλείδα να σημειώσουμε και κάτι με εγχώριο ενδιαφέρον: στο πρώιμο στάδιο της καριέρας του ο Crumb ασχολήθηκε και με τη μελοποίηση ελληνικών στίχων. Το 1950, δηλαδή, έτος στο οποίο αποφοίτησε από το μουσικό κολέγιο Mason (σήμερα τμήμα του Πανεπιστημίου του Τσάρλεστον, στη Δυτική Βιρτζίνια), ολοκλήρωσε κι έναν μικρό κύκλο 5 τραγουδιών για φωνή και πιάνο, που πήρε την ονομασία A Cycle Οf Greek Lyrics

Δυστυχώς για την περιέργειά μας, το έργο έμεινε αδημοσίευτο. Μια προσωπική εικασία είναι ότι ίσως ο Αμερικανός συνθέτης να αποπειράθηκε να φτιάξει κάτι ανάλογο με το Liriche Greche του Luigi Dallapiccola (1942), το οποίο είχε βασιστεί σε αρχαία λυρική ποίηση. Αλλά μέχρι να δημοσιευτούν επισήμως οι λεπτομέρειες τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται βέβαιο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τελευταία άρθρα Μουσική

Dead Can Dance: Το πρώτο διεθνές sold-out της θερινής σεζόν

Οι Αυστραλοί έχουν σφυρηλατήσει ισχυρούς δεσμούς με το ελληνικό κοινό, που παραμένουν ακατάλυτοι παρά το κολοσσιαίο πρόγραμμα του φετινού καλοκαιριού.

ΓΡΑΦΕΙ: ΧΑΡΗς ΣΥΜΒΟΥΛΙΔΗς
18/05/2022

Το 21ο Athens Jazz εξερευνά τη γυναικεία δημιουργία

Ο μακροβιότερος μουσικός θεσμός της Αθήνας επιστρέφει για 21η χρονιά με νέο όνομα (23-29/5), τολμώντας να βγει από τα όρια της Τεχνόπολης.

Panic! at the festivals: Το πιο πολυπρόσωπο συναυλιακό καλοκαίρι ξεκινά

Φτιάξαμε τον πληρέστερο δυνατό οδηγό για όσα θα δούμε το επόμενο τρίμηνο κι ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε τις ζωντανές εμφανίσεις όπως τους πρέπει.

Η ΕΛΣ τιμά τον πρωτοπόρο Ιάννη Ξενάκη

Έλληνες και Ευρωπαίοι σολίστ συγκεντρώνονται στην Αθήνα για να τιμήσουν τις πολύπλευρες, ριζοσπαστικές του συνθέσεις, στήνοντας ένα πλούσιο συναυλιακό πρόγραμμα, το οποίο αναμένεται να απλωθεί σε πέντε ημέρες (7, 8, 20, 22 & 26/5), αναφερόμενο τόσο στο σκηνικό του έργο, όσο και στις τολμηρές του εξερευνήσεις μεταξύ μουσικής, αρχιτεκτονικής, φιλοσοφίας και μαθηματικών εξισώσεων.

Ο Μάνος Λοΐζος, 40 χρόνια μετά σε ένα μεγάλο αφιέρωμα στο Ολύμπια

Ενόψει ενός μεγάλου, τετραήμερου αφιερώματος στο θέατρο Ολύμπια, ο Γιώργος Νταλάρας, η Μαρία Φαραντούρη, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και η Ελεωνόρα Ζουγανέλη μάς μιλούν για όσα άφησε ο σπουδαίος συνθέτης στην καρδιά και στη μνήμη.