Οδηγός Μουσικής

Saxon: 7 καθοριστικοί δίσκοι

Λαοφιλέστατοι στην Ελλάδα, είναι βέβαιο ότι θα ξαναπεράσουν από τα μέρη μας, μιας και το ολοκαίνουριο "Carpe Diem" τους βγάζει σε μια νέα περιοδεία. Μέχρι τότε, προσφέρει καλή αφορμή επανεπίσκεψης σε μια «σκληρή» πορεία 45 χρόνων.

Saxon_front © Steph Byford

Συγκρότημα καθοριστικό για τις hard & heavy εξελίξεις της δεκαετίας του 1980, οι Saxon επέβαλλαν τη "σκληρή" τους αισθητική παράλληλα με τους Iron Maiden κι άντεξαν με σκληροτράχηλο πείσμα στα πέτρινα χρόνια των 1990s, όταν ο ήχος αυτός χλευάστηκε από την κυρίαρχη alternative pop/rock άποψη. Οι νέες μουσικές ισορροπίες του 21ου αιώνα τους χάρισαν έπειτα το στάτους των αειθαλών βετεράνων, πνεύμα με το οποίο και συνεχίζουν, κλείνοντας αισίως 45 χρόνια πορείας από τότε που πρωτοσυγκροτήθηκαν ως Son Of A Bitch (1977).

Το φρέσκο "Carpe Diem" (η 24η στούντιο δουλειά τους) περιέχει το πρώτο νέο υλικό το οποίο υπογράφουν μετά το "Thunderbolt" του 2018, επαναφέρει όμως κι έναν αέρα "κανονικότητας" στο στρατόπεδό τους: οι Βρετανοί βγαίνουν ξανά σε περιοδεία, κάτι που δείχνει ότι ο εμβληματικός τραγουδιστής Biff Byford έχει αφήσει για τα καλά πίσω του εκείνη την καρδιακή προσβολή του 2019, που τόσο τάραξε τους οπαδούς. 

Με δεδομένη τη δημοτικότητά τους στην Ελλάδα, είναι βέβαιο ότι αυτό το νέο άλμπουμ θα ξαναφέρει τους Saxon από τα μέρη μας, όταν επιστρέψουν οι διεθνείς συναυλίες. Μέχρι τότε, προσφέρει θαυμάσια αφορμή επανεπίσκεψης σε 7 δίσκους που –είτε για καλό, είτε όχι– καθόρισαν τη μακρά τους καριέρα.

"Wheels Of Steel" [Carrere, Απρίλιος 1980]

Saxon_1

Το ντεμπούτο Saxon (1979) διέθετε δυο-τρεις ωραίες στιγμές, αλλά ούτε τα πατήματά τους είχαν βρει, ούτε και πούλησε. Η Carrere έγινε λοιπόν σαφής: ή τα καταφέρνετε ή δεν ανανεώνουμε το συμβόλαιο. Λίγο το κρίσιμο ζόρι, λίγο η απομόνωση στα βουνά της Ουαλίας, έκαναν πάντως το θαύμα. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα οι Biff Byford (φωνή), Paul Quinn & Graham Oliver (κιθάρες), Steve Dawson (μπάσο) και Pete Gill (ντραμς) έγραψαν δύο από τα κλασικότερα τραγούδια όχι μόνο της δικής τους ιστορίας, αλλά και του new wave of british heavy metal ήχου, το "Wheels Of Steel" και το "747 (Strangers In The Night)".

Το σύνολο που αρθρώθηκε γύρω τους περιείχε μερικά ακόμα καλούδια (π.χ. το "Motorcycle Man"), αλλά ήταν και άνιση υπόθεση. Κάτι που εν τέλει είχε πολύ λίγη σημασία, γιατί ο δίσκος συνέλαβε άριστα το κιθαριστικό zeitgeist μιας νέας δεκαετίας, κάνοντας τους Saxon να φαντάζουν ως αιχμή στο δόρυ μιας ολόφρεσκης πρωτοπορίας, η οποία εκπορευόταν με φασαριόζικη ορμή και δίχως πολλά-πολλά από τα μακρυμάλλικα αγόρια της βρετανικής εργατικής τάξης: "δουλεύαμε σκληρά και παίζαμε σκληρά", θα έλεγε χρόνια μετά ο Byford, αναπολώντας εκείνες τις μέρες. Το "Wheels Of Steel" έγινε έτσι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους του ανατέλλοντος new wave of british heavy metal και η Carrere έμεινε κατευχαριστημένη βλέποντάς το να φτάνει σε πλατινένιες πωλήσεις (τότε που μετρούσαν ακόμα τέτοια πράγματα).  

"Strong Arm Of The Law" [Carrere, Νοέμβριος 1980]

Saxon_2

Το "Wheels Of Steel" έγραψε ιστορία και καθόρισε πράγματα, αλλά το "Strong Arm Of The Law" είναι πιο μεστό. Μπορεί να μην έχει με το μέρος του το στοιχείο της έκπληξης, είναι όμως ένα πιο ισορροπημένο και σφιχτό σύνολο, το οποίο αξιοποιεί στο έπακρο όλα όσα έφερε στο προσκήνιο ο προκάτοχός του. Κι ας μην έβγαλε τις δικές του επιτυχίες σε επίπεδο singles, αφού το ωραίο ομότιτλο του δίσκου κομμάτι κόλλησε στο #63 της Βρετανίας.

Ήδη από τη μεταλλική μεγαλοπρέπεια των εναρκτήριων "Heavy Metal Thunder" και "To Hell And Back Again" ήταν λες κι όλα είχαν βρεθεί μαγικά στη σωστή τους θέση: οι κιθάρες, τα σήμα κατατεθέν φωνητικά του Biff Byford, ακόμα και η παραγωγή του Pete Hinton. Επιπρόσθετα, υπάρχει μια καταπληκτική ροή από την έναρξη ως το φινάλε του δίσκου (με το αναπάντεχο "Dallas 1 PM"), η οποία αναδεικνύει ακόμα και τα πιο δεύτερα τραγούδια της συγκομιδής.

"Denim And Leather" [Carrere, Σεπτέμβριος 1981]

Saxon_3

Ως τελευταία δουλειά της κλασικής σύνθεσης των Saxon (ο ντράμερ Pete Gill θα έφευγε λόγω ενός τραυματισμού στο χέρι), κλείνει την άτυπη τριλογία που άνοιξε το "Wheels Of Steel". Και το κάνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αφού δείχνει ότι, ακόμα κι αν ξέρεις πια τι να περιμένεις από τη συγκεκριμένη μπάντα, είναι σε θέση να ανανεώνουν την κόψη των ατσάλινων εκφραστικών τους μέσων.

Ξεκινώντας με το αξέχαστο "Princess Of The Night" –ένα από τα πιο ωραία τραγούδια της hard & heavy εποποιίας των 1980s– το "Denim And Leather" σηματοδότησε μια γιορτή της νεότευκτης new wave of british heavy metal κουλτούρας, με το ομώνυμο κομμάτι να αναφέρεται ευθέως στον ενδυματολογικό της κώδικα. Και υπήρχαν βέβαια κι άλλες στιγμές που διακρίθηκαν, σαν το "Never Surrender" και το "And The Bands Played On", το οποίο αναδείχθηκε στη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία των Saxon, αναρριχώμενο στο #12 της Βρετανίας.

"The Eagle Has Landed - live" [Carrere, Μάιος 1982]

Saxon_4

Ολοκληρώνοντας την τρελή διετία που καταξίωσε τους Saxon, το "The Eagle Has Landed" ηχογραφήθηκε στο ευρωπαϊκό σκέλος της περιοδείας για το "Denim And Leather" (1981-1982) και ήταν η πρώτη τους δουλειά με τον καινούριο ντράμερ Nigel Glockler, ο οποίος εξακολουθεί να βρίσκεται μαζί τους 40 χρόνια μετά, καθώς γράφονται τούτες οι γραμμές.

Ήδη από όταν λέγονταν Son Of A Bitch οι Saxon ήταν μπάντα που έδινε ιδιαίτερα ηλεκτρισμένες συναυλίες. Και είναι αυτή ακριβώς την επί σκηνής δυναμική που καταγράφει το "The Eagle Has Landed", συλλαμβάνοντάς τους στο απόγειο της δόξας τους, να παίζουν ζωντανά τις πιο κλασικές τους κομματάρες. Είναι ένα από τα καλύτερα live άλμπουμ του βρετανικού σκέλους της heavy metal κουλτούρας, αλλά και επιτομή μιας ολόκληρης εποχής.

"Crusader" [Carrere, Φεβρουάριος 1984]

Saxon_5

Το αγέρωχο εξώφυλλο που γεφύρωνε τη βρετανική metal άποψη με τη μεσαιωνική βαρβαρότητα και το ιπποτικό μεγαλείο των Σταυροφοριών, αλλά και το ομώνυμο έπος –ίσως το τελευταίο σπουδαίο τραγούδι των Saxon– εγγυήθηκαν ήδη από τα 1980s μια θέση στην ιστορία για το "Crusader". 

Ταυτόχρονα, όμως, οι Saxon έδειξαν να φτάνουν εδώ στα όρια των δυνατοτήτων τους, ακροβατώντας σε ένα άβολο μεταίχμιο. Και το γεγονός ότι για να το αντιπαρέλθουν στρέφονταν προς τον εμπορικό hard & heavy ήχο που κυριαρχούσε τότε στην Αμερική, σηματοδότησε την αρχή μιας σοβαρής κρίσης. Η οποία θα κρατούσε τελικά για μια ολόκληρη πενταετία, κάνοντας πολλούς οπαδούς να τους θεωρήσουν ως τελειωμένη υπόθεση.

"Solid Ball Of Rock" [Virgin, Φεβρουάριος 1990]

Saxon_6

"Χωρίς κοινό, δεν υπάρχει μπάντα". Λακωνικός μα σαφέστατος, ο Biff Byford εξέφρασε το πνεύμα με το οποίο αποφάσισαν να κινηθούν μεταβαίνοντας στη Virgin μετά την καταστροφή του Destiny (1988). Τέλος λοιπόν οι αμερικανιές, τέλος οι εκπτώσεις για το κυνήγι της μεγάλης εμπορικής επιτυχίας και πίσω σε ό,τι ήξεραν να κάνουν καλά. Έκτοτε οι Saxon θα έβγαζαν κι άλλους ωραίους δίσκους, ήταν όμως το "Solid Ball Of Rock" που αποδείχθηκε καθοριστικό σε εκείνο το τόσο κρίσιμο σημείο, όπου μπορεί και να διαλύονταν. 

Χάρη πρωτίστως στον Biff Byford, ο οποίος αποτύπωσε εδώ μερικές από τις πιο μεστές ερμηνείες της καριέρας του –βάζοντας φωτιά σε τραγούδια σαν τα "I'm On Fire", "Lights In The Sky" και "Solid Ball Of Rock"– αποκαταστάθηκαν οι γέφυρες με τους πιστούς οπαδούς και το γκρουπ μπόρεσε και γύρισε σελίδα. Έστω κι αν έχασε για πάντα το όνειρο της Αμερικής, μα και την πατρίδα Βρετανία, η οποία, μπαίνοντας στον πυρετό μιας εναλλακτικής δεκαετίας, θα αδιαφορούσε για τέτοια σχήματα μέχρι να ξαναγυρίσει ο τροχός στα μέσα των '00s.

"Lionheart" [SPV/Steamhammer, Σεπτέμβριος 2004]

Saxon_7

Η συζήτηση για το ποιο είναι το καλύτερο Saxon άλμπουμ από την αναζωπύρωση του 1990 και μετά μπορεί να τραβήξει σε μάκρος, καθώς δεν είναι μόνο το "Lionheart" που προβάλλει σοβαρά εχέγγυα, αλλά και το "Unleash The Beast" (1997) και το "Inner Sanctum" (2007). Είναι όμως εδώ όπου συνέβη κάτι καθοριστικό, το οποίο τους ξανάκανε σχετικούς σε μερίδα του βρετανικού κοινού, οδηγώντας σιγά-σιγά στις δόξες των τελευταίων χρόνων, όταν τους είδαμε να ξαναμπαίνουν στο top-30 του Νησιού. 

Αναντίρρητα, αυτό ίσως εν μέρει να οφείλεται στην ενασχόληση του συγκεκριμένου δίσκου με τον θρυλικό βασιλιά Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι Saxon πέτυχαν εδώ να αποτυπώσουν μια ορμητική δεύτερη νιότη, σφυρηλατημένη μεν στο αμόνι της 1980s παρακαταθήκης τους ("Lionheart", "Beyond The Grave"), μα ενημερωμένη ταυτόχρονα και από τα όσα συνέβαιναν στο κεντροευρωπαϊκό power metal της εποχής –κάτι που αντανακλάται τόσο στην παραγωγή του Charlie Bauerfeind, όσο και σε τραγούδια σαν το "Justice" ή το "Man And Machine". Χάρη στον Γερμανό ντράμερ Jörg Michael, κατάφεραν και ισορρόπησαν πολύ πετυχημένα μεταξύ του παλιού και του καινούριου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τελευταία άρθρα Μουσική

Dead Can Dance: Το πρώτο διεθνές sold-out της θερινής σεζόν

Οι Αυστραλοί έχουν σφυρηλατήσει ισχυρούς δεσμούς με το ελληνικό κοινό, που παραμένουν ακατάλυτοι παρά το κολοσσιαίο πρόγραμμα του φετινού καλοκαιριού.

ΓΡΑΦΕΙ: ΧΑΡΗς ΣΥΜΒΟΥΛΙΔΗς
18/05/2022

Το 21ο Athens Jazz εξερευνά τη γυναικεία δημιουργία

Ο μακροβιότερος μουσικός θεσμός της Αθήνας επιστρέφει για 21η χρονιά με νέο όνομα (23-29/5), τολμώντας να βγει από τα όρια της Τεχνόπολης.

Panic! at the festivals: Το πιο πολυπρόσωπο συναυλιακό καλοκαίρι ξεκινά

Φτιάξαμε τον πληρέστερο δυνατό οδηγό για όσα θα δούμε το επόμενο τρίμηνο κι ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε τις ζωντανές εμφανίσεις όπως τους πρέπει.

Η ΕΛΣ τιμά τον πρωτοπόρο Ιάννη Ξενάκη

Έλληνες και Ευρωπαίοι σολίστ συγκεντρώνονται στην Αθήνα για να τιμήσουν τις πολύπλευρες, ριζοσπαστικές του συνθέσεις, στήνοντας ένα πλούσιο συναυλιακό πρόγραμμα, το οποίο αναμένεται να απλωθεί σε πέντε ημέρες (7, 8, 20, 22 & 26/5), αναφερόμενο τόσο στο σκηνικό του έργο, όσο και στις τολμηρές του εξερευνήσεις μεταξύ μουσικής, αρχιτεκτονικής, φιλοσοφίας και μαθηματικών εξισώσεων.

Ο Μάνος Λοΐζος, 40 χρόνια μετά σε ένα μεγάλο αφιέρωμα στο Ολύμπια

Ενόψει ενός μεγάλου, τετραήμερου αφιερώματος στο θέατρο Ολύμπια, ο Γιώργος Νταλάρας, η Μαρία Φαραντούρη, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και η Ελεωνόρα Ζουγανέλη μάς μιλούν για όσα άφησε ο σπουδαίος συνθέτης στην καρδιά και στη μνήμη.