Οδηγός Μουσικής

Χρήστος Χριστοδούλου: Ο πιο δημοφιλής νέος Έλληνας συνθέτης παγκοσμίως, σύμφωνα με το Spotify

Έρχεται από τη Σπάρτη, γράφει μουσική για βιντεοπαιχνίδια και μετρά 11,4 εκατομμύρια ψηφιακές ακροάσεις, από 149 διαφορετικές χώρες. Τον συναντήσαμε για να γνωρίσουμε καλύτερα τον κόσμο του, αλλά και για να μας πει πώς έφτασε σε τέτοια νούμερα και τι σημαίνουν σε επίπεδο βιοπορισμού.

Chris Christodoulou-front

Γύρω στις 11,4 εκατομμύρια ακροάσεις, από 149 διαφορετικές χώρες: τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το Spotify μαρτυρούν μια σημαντική διεθνή επιτυχία. Πώς φτάνει ένας νέος Έλληνας συνθέτης σε τέτοια νούμερα;
Ξέρω ότι είναι μεγάλα τα νούμερα, ξέρω όμως και ότι προέρχονται από τα βιντεοπαιχνίδια και όχι αμιγώς από την αγάπη για τη μουσική. Δεν είναι δηλαδή ότι ξαφνικά αγαπήθηκα ως συνθέτης. 
Βέβαια, ήδη από όταν ξεκίνησα σε αυτόν τον χώρο –περίπου 10 χρόνια πριν– "πουλούσα" σε κάθε συνεργασία και το όνομά μου: δεν ήθελα δηλαδή να παραδίδω απλά το σάουντρακ για ένα παιχνίδι, αλλά το σάουντρακ του Χρήστου Χριστοδούλου για το τάδε παιχνίδι. Ούτως ώστε να χτίζεται παράλληλα κι ένα κοινό. Γενικά, επίσης, προσπαθώ να διατηρώ μια προσωπική επικοινωνία με αυτό το κοινό. Αν μπει κανείς στη σελίδα μου στο YouTube, για παράδειγμα, θα δει ότι έχω απαντήσει σε κάθε σχόλιο.

Αλήθεια, ποια είναι η συνεισφορά της Ελλάδας σε αυτά τα νούμερα;
Μπορώ να τη χαρακτηρίσω ως αμελητέα. Μέσα σε έναν μήνα, ας πούμε, καταγράφει συνήθως διψήφιες ακροάσεις. Αλλά ας μην ακουστεί κάτι τέτοιο ως κατηγορία: αν αύριο σταματούσαν να ακούν οι 148 χώρες και διατηρούσα την Αμερική, θα παρέμενα ψιλο-εντάξει στο οικονομικό σκέλος του πράγματος. Είναι άλλωστε μια χώρα με πολύ δυνατή βιομηχανία του gaming και με έντονη καταναλωτική κουλτούρα. Αυτό δεν αποτυπώνεται μόνο στο Spotify, αλλά και στις υπόλοιπες ψηφιακές πλατφόρμες. 

Μετά την Αμερική; Ποιες είναι οι χώρες που ακούν περισσότερο; 
Είναι η Γαλλία, η Βρετανία· ο Καναδάς βρίσκεται αρκετά ψηλά, η Γερμανία επίσης. Κι από εκεί και πέρα, κάποιες από τις σκανδιναβικές χώρες.

Σε επίπεδο βιοπορισμού, πώς μεταφράζονται όλα αυτά;
Δεν ζω πλουσιοπάροχα, αλλά δεν υπάρχει και ανάγκη για μια δεύτερη δουλειά. Το πράγμα λειτουργεί ως εξής: πάω σε έναν ψηφιακό διανομέα κι αυτός προωθεί τη μουσική μου σε 15 διαφορετικές πλατφόρμες. Τα κέρδη δεν προέρχονται λοιπόν μόνο από το Spotify, αλλά και από την Apple ή την Pandora, ας πούμε. Ωστόσο το Spotify είναι σαφώς η κορυφή: χωρίς να ισχυρίζομαι ότι πληρώνει καλά, πληρώνει καλύτερα από κάθε άλλον. 
Όταν ξεκίνησα να φτιάχνω μουσική για βιντεοπαιχνίδια, ο βιοπορισμός από κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτός. Δύο ήταν οι συνθήκες οι οποίες το άλλαξαν αυτό. Πρώτον, η έλευση των indie games, παιχνιδιών δηλαδή που τα είχαν φτιάξει ένα ή δύο άτομα, αντί για εταιρείες που μπορεί να απασχολούσαν και εκατό υπαλλήλους: ακόμα και 5 ευρώ αν πωλούνταν, εφόσον τα αγόραζαν 10.000 με 100.000 άνθρωποι, έβγαζες λεφτά και προχωρούσες στο επόμενο βήμα. Δεύτερον, το Bandcamp. Πριν το Bandcamp δεν υπήρχαν σάουντρακ βιντεοπαιχνιδιών ως ξεχωριστά άλμπουμ, παρά μόνο αρχεία ήχου που αποκτούσες μαζί με το παιχνίδι. Σε σπάνιες περιπτώσεις, μεγάλες εταιρείες ίσως διέθεταν κι ένα CD –και πάλι όμως ως μέρος του κουτιού με το παιχνίδι. Τέτοια σάουντρακ, λοιπόν, ανήκαν αποκλειστικά στην εταιρεία και όχι στον συνθέτη. Στην καλύτερη, ο τελευταίος έπαιρνε ένα ποσοστό. 

Μοιάζει λοιπόν περιττή η ερώτηση για το αν θα σε ενδιέφερε να συνεργαστείς με μια δισκογραφική εταιρεία...
Ό,τι πιο άχρηστο υπάρχει. Ακόμα κι αν δεν έγραφα μουσική για παιχνίδια, δεν θα το σκεφτόμουν καν. 

Chris Christodoulou2

Δεν σε νοιάζει καθόλου να δεις τη δουλειά σου να κυκλοφορεί σε CD ή σε βινύλιο;
Είναι μια κουβέντα που κάνω συχνά με άλλους μουσικούς. Στην Ελλάδα, τουλάχιστον ανάμεσα στη γενιά μου, παρατηρώ ότι υπάρχει ένα φετίχ με το φυσικό προϊόν –ορισμένοι, μάλιστα, θεωρούν ότι δεν έχεις βγάλει δίσκο, αν δεν υπάρχει σε CD ή σε βινύλιο. Αυτό ποτέ δεν το συμμερίστηκα. Όσο κι αν αγαπώ το εικαστικό μέρος ενός δίσκου ή τα συνοδευτικά liner notes, πάνω από όλα είναι η μουσική.
Θεωρώ ότι το φυσικό προϊόν διατηρεί μια αξία, ωστόσο· ειδικά τώρα που έχει γνωρίσει τόσο μεγάλη διάδοση το streaming. Αν κλείσει λ.χ. κάποια στιγμή το Spotify, όλες οι playlists που έχεις φτιάξει ως ακροατής, αυτομάτως θα χαθούν. Έχω κυκλοφορήσει λοιπόν και μερικά βινύλια, αρχικά επειδή μου ζητήθηκε, πλέον επειδή έχω γίνει αρκετά γνωστός ώστε να είμαι σε θέση να βγάζω και μερικά λεφτά από αυτό. Θα ήθελα να εκδοθεί και κάποιο CD, γιατί είναι ένα μέσο με το οποίο έχω συνδεθεί κι εγώ ως ακροατής.

Μέσα στο 2021, πάντως, δεν συνδέθηκες με κάποιο βιντεοπαιχνίδι, αλλά με ένα podcast. Πες μας δυο λόγια για το "Gospels of the Flood"...
Με τον Ιωνά τον Κυρατζή γνωριστήκαμε όταν έκανα το πρώτο μου παιχνίδι και γίναμε πολύ καλοί φίλοι. Το κείμενο που έγραψε για το "Gospels of the Flood" προοριζόταν να γίνει audio drama, στη μορφή που φτιαχνόταν κάποτε για το ραδιόφωνο –στις μέρες μας έδωσε ένα podcast 7 επεισοδίων. Η υπόθεση θέλει τη Γη να πλημμυρίζει εξαιτίας ενός κατακλυσμιαίου γεγονότος. Ένας παπάς, λοιπόν, βλέπει την πίστη του να κλονίζεται κι έτσι ψάχνει να τη βρει, συζητώντας με άλλους συναδέλφους του. Δεν μιλάμε βέβαια μόνο για τη θρησκευτική πίστη, μα και γενικότερα: σε τι πιστεύουμε, γιατί πιστεύουμε, πώς πιστεύουμε. Όταν μου το έστειλε, το αγάπησα από την πρώτη στιγμή. Του είπα λοιπόν να το κάνουμε μαζί, αντί να με προσλάβει απλά για να του φτιάξω τη μουσική και το sound design. Κι όντως έτσι έγινε.

Υπάρχει σόλο δίσκος στα σκαριά, πέρα από τα σάουντρακ; Θα σε ενδιέφερε να γράψεις για κάποια φωνή, όπως συνέβη εν μέρει το 2015 με το ΕΡ What You See Is Just A Lie του Μιχάλη Τσαντίλα;
Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ να γράψω για κάποια φωνή, άλλωστε δεν γράφω και τραγούδια. Ωστόσο, βλέποντας μια μέρα "Μουσικό Κουτί", έπαθα σοκ με τη Μαρία Παπαγεωργίου –δεν την ήξερα– και είπα ότι γι' αυτήν θα ήθελα να γράψω. 
Υπάρχουν πολλές ιδέες, πάντως τον σόλο δίσκο τον φαντάζομαι instrumental, με κάπως άμορφο χαρακτήρα: όχι πολύ μελωδικό, μεταξύ ακουστικού και ηλεκτρονικού, με avant-garde ταυτότητα. Όμως είναι κάτι που χρειάζεται αρκετό χρόνο. Και χρόνος δεν υπάρχει. Τα παιχνίδια με κρατούν πολύ απασχολημένο, γιατί κυνηγάω κι εγώ την κάθε σχετική ευκαιρία. 
Το όνειρό μου είναι να γράψω έναν δίσκο αφιερωμένο στην καταγωγή μου από τη Σπάρτη. Ο οποίος να αρθρώνεται σε 4 διαφορετικά μέρη: songs of the mountain (για τον Ταΰγετο), songs of the river (για τον Ευρώτα), songs of orange και songs of olive (για το πορτοκάλι και την ελιά). Με συνθέσεις επηρεασμένες από τις παραδοσιακές μελωδίες της περιοχής, που ασφαλώς χρειάζονται μια μελέτη.

Για το 2022, υπάρχουν ανακοινώσιμα σχέδια;
Το 2020 έγραψα μουσική για το παιχνίδι "Risk of Rain 2". Τώρα ετοιμάζουν μια επέκτασή του –DLC, όπως το λέμε εμείς. Όχι συνέχεια, δηλαδή, αλλά μια προσθήκη. Αυτή χρειάζεται το δικό της σάουντρακ, υπολογίζω λοιπόν ότι θα βγει ένα άλμπουμ γύρω στα 45 λεπτά, είτε στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2022, είτε στις αρχές του δεύτερου.
Με τον Ιωνά τον Κυρατζή, επίσης, δουλεύουμε σε κάτι καινούριο. Δεν μας πιέζει κανείς: είναι ανεξάρτητο και το πληρώνουμε από την τσέπη μας, οπότε δεν υπάρχει και σαφές χρονοδιάγραμμα. Σκεφτήκαμε αρχικά να γράψουμε τη συνέχεια του "Gospels of the Flood", αλλά τελικά προσανατολιζόμαστε προς κάτι το horror, που θα έχει και λίγο λαβκραφτιανό χαρακτήρα, προσαρμοσμένο βέβαια στο σήμερα.

Τρέφεις ιδιαίτερη αγάπη για τη λογοτεχνία του Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ, έτσι δεν είναι; 
Μεγάλη αγάπη. Είναι όμως κι ένας συγγραφέας με τον οποίον έχω περίεργη σχέση. Τον πρωτοδιάβασα στην εφηβεία, όπως και αρκετός κόσμος, ως κάτι που κυκλοφορούσε τότε στους δικούς μου κύκλους. Και, ενώ μου άρεσε, δεν μπορώ να πω ότι μου έκανε και τόση εντύπωση ώστε να τον αγαπήσω. Προτιμούσα τον Στίβεν Κινγκ. Όμως και ο Κινγκ είναι λάτρης του Λάβραφτ και έχει βασιστεί πολύ στο έργο του. Κάποια στιγμή λοιπόν, πριν 5-6 χρόνια, έπεσε και πάλι στα χέρια μου. Και αυτή τη φορά τον διάβασα παθιασμένα. Όχι μόνο τη λογοτεχνία του, αλλά ακόμα και τα γράμματά του.  
Με ιντρίγκαρε η ζωή του, τα μεγάλα του ελαττώματα, το ότι επηρέασε τόσο πολύ τον σύγχρονο τρόμο με την cosmic horror προσέγγισή του. Είναι άλλωστε ένα είδος το οποίο το εφηύρε ο ίδιος, όχι ακριβώς από το πουθενά (βασίστηκε κι εκείνος στον Έντγκαρ Άλαν Πόε και στη γοτθική λογοτεχνία), ωστόσο πήγε κάπου μακρύτερα από το στοιχειωμένο σπίτι. Έγραψε για το υλικό σύμπαν, εδώ είναι το εντυπωσιακό: ο κόσμος του δεν έχει φαντάσματα και μαγικά ξόρκια, αλλά πλάσματα τα οποία έχουν έρθει από τον ουρανό και μετακινούνται μέσω διαστάσεων. Δεν μπορώ να το εξηγήσω απόλυτα, όμως μου έκανε ένα κλικ. Και από το πουθενά, έγινα μελετητής του. Μαζεύω βιβλία, ακούω podcasts, προγραμμάτιζα μάλιστα να πάω και στο Πρόβιντενς, για ένα ταξίδι-προσκύνημα. Με σταμάτησε ο κορωνοϊός, κατά κύριο λόγο.

Chris Christodoulou3

Τα σάουντρακ που φτιάχνεις, πόσο έχουν να κάνουν με την απαιτούμενη λειτουργικότητα και πόσο με την αισθητική αυτονομία που φαντάζομαι ότι επιδιώκεις ως δημιουργός;
Εννοείται ότι με κάθε προγραμματιστή που θα μιλήσεις, θα διαμορφωθεί και μια διαφορετική σχέση: και ως προς την ελευθερία την οποία θα έχεις και ως προς το πώς μπορεί να έχει φανταστεί ο ίδιος τον ήχο στο παιχνίδι –και βέβαια και ως προς τον ρόλο που θα πρέπει να παίζει αυτός ο ήχος. Πολλές φορές, ας πούμε, χρειάζεται να γράψεις κάτι που να μπορεί να μεταλλαχθεί δυναμικά, ανάλογα με το παίξιμο. Είναι ένα ζήτημα που κάθε μουσικός αντιμετωπίζει με τον δικό του τρόπο, ανάλογα βέβαια και το παιχνίδι. 
Στυλιστικά, τώρα, έχει χρειαστεί να γράψω από μουσική δωματίου και καθαρό heavy metal, έως ηλεκτρονικά και electro-rock, μέχρι και EDM ή κάτι που προσεγγίζει στο hip hop. Προσπαθώ γενικά να έχω μια αυτογνωσία για τις δυνατότητές μου. Εγώ με rock μουσική μεγάλωσα κι έπειτα ασχολήθηκα με την κλασική σύνθεση, σε επίπεδο σπουδών. Αν κάποιος μου ζητήσει τζαζ, για παράδειγμα, ξέρω ότι δεν μπορώ να το κάνω. Δεν έχω αυτή τη γνώση. Αν χρειαστεί κάτι τέτοιο είτε θα πω βρείτε κάποιον άλλον, είτε θα βρω εγώ για να το κάνουμε μαζί. 

Όταν λέμε rock μουσική; Ποιοι είναι οι αγαπημένοι;
Οι Pink Floyd είναι το αγαπημένο μου συγκρότημα, οι Queen επίσης, οι Beatles είναι η καλύτερη μπάντα που έχει υπάρξει ποτέ. Έπειτα, όταν ανακάλυψα το progressive, άκουσα και πολύ Dream Theater, αλλά και Porcupine Tree. Κάποια στιγμή πέρασα και μια φάση ευρωπαϊκής τζαζ, με Esbjörn Svensson Trio και παρεμφερή σχήματα. Και από ηλεκτρονικά, Daft Punk. Τη θυμάμαι ως τραγική τη μέρα που είπαν ότι διαλύονται. Θεωρώ ότι ο δίσκος τους Discovery (2001) στέκεται άνετα δίπλα στο Abbey Road των Beatles και στην 5η Συμφωνία του Μπετόβεν.

Ελληνική μουσική; Ακούς;
Ο Φοίβος Δεληβοριάς είναι από τους αγαπημένους μου εγχώριους καλλιτέχνες. Από εκεί και πέρα, λόγω των γονιών μου, έχω ακούσει και άπειρο Μίκη Θεοδωράκη. Όταν ήμουν μικρός, επίσης, πέρασα μια φάση με Λουκιανό Κηλαηδόνη, ενώ σίγουρα έχω ακούσει και κάμποσα δημοτικά στα πανηγύρια στη Σπάρτη, όπως και τα περισσότερα σουξέ –μερικά μου αρέσουν, κιόλας. 
Αλλά δεν μπορώ να πω ότι ασχολούμαι πολύ με την ελληνική μουσική, τουλάχιστον όχι συνειδητά. Μπορώ δηλαδή να πω ότι μου αρέσει η φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου, όχι όμως πως ξέρω και τη δισκογραφία του. Αναγνωρίζω βέβαια ότι έχουμε καλούς καλλιτέχνες. Μάλιστα, βλέπω φανατικά την εκπομπή "Μουσικό Κουτί" του Νίκου Πορτοκάλογλου και της Ρένας Μόρφη: μου αρέσει ιδιαίτερα η κουβέντα που γίνεται στην αρχή, όπως και η μπάντα την οποία έχουν στήσει. Και νιώθω ότι κάποια πράγματα έχω αμελήσει να τα γνωρίσω καλύτερα. Αισθάνομαι πως υπάρχει ένα κενό καθώς μεγαλώνω και κοιτάω πίσω, πλέον με μια πιο ανοιχτή ματιά.
Στις σπουδές μου, επίσης, ήρθα σε επαφή με την πρώιμη avant-garde ηλεκτρονική μουσική. Έτσι, ανάμεσα σε συνθέτες σαν τον Γκιέργκι Λίγκετι ή τον Κριστόφ Πεντερέτσκι, αγάπησα και τον Γιάννη Ξενάκη. Ήταν πολύ γενναίο και ταυτόχρονα είχε και μια αφέλεια το γεγονός ότι προσπάθησαν να κάνουν μια τόσο τολμηρή ρήξη με ό,τι συνέβαινε πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό που λατρεύω ιδιαίτερα στον Ξενάκη είναι ότι έγραψε στοχαστική μουσική, χρησιμοποιώντας εξισώσεις ή και το τυχαίο. Θυμάμαι δε και τον δάσκαλό μου της σύνθεσης, ο οποίος ήταν μαθητής του Ξενάκη και μας έλεγε ότι έκανε και αισθητικές επεμβάσεις έπειτα. Δεν έπαιρνε δηλαδή αυτούσιο το αποτέλεσμα μιας εξίσωσης. Γιατί δεν είμαστε ρομπότ, όπως έλεγε: λαμβάνουμε και αποφάσεις. 

Κι αν μιλήσουμε για ανθρώπους σαν τον Michael Land;
Εδώ μιλάμε για μια πραγματικά καίρια επιρροή. Έναν άνθρωπο που έγραφε μουσική στη LucasArts κι έφτιαξε ιστορικά soundtracks για παιχνίδια, όπως λ.χ. για τα "Monkey Island" στη δεκαετία του 1990. Εκεί κατάλαβα για πρώτη φορά ότι μπορείς να δημιουργήσεις ένα τέτοιο score κάνοντας κάτι πραγματικά προχωρημένο και καλαίσθητο σε επίπεδο σύνθεσης. Δεν λέω ασφαλώς ότι αυτός το έκανε πρώτος: γινόταν και 10 χρόνια πριν τον Land, π.χ. με το "Game Boy" ή με την Atari. Εγώ όμως, λόγω ηλικίας, το βίωσα μέσω της δικής του δουλειάς. 
Ο Land έχει γράψει scores για πολλά παιχνίδια που έχω λατρέψει, ενώ του έχω κάνει αρκετές αναφορές μέσω της δικής μου μουσικής –και ευθείες και πιο έμμεσες. Εντωμεταξύ είναι κι ένας περίεργος άνθρωπος, ο οποίος δεν ξέρουμε πού βρίσκεται. Δεν μπορείς να τον εντοπίσεις στα social media, ας πούμε.

Δεν έχει σημασία λοιπόν αν γράφεις έχοντας κατά νου τις πίστες ενός βιντεοπαιχνιδιού, γιατί η μουσική παραμένει μια πνευματική διεργασία, σωστά;
Έτσι ακριβώς. Για μένα, δηλαδή, η μουσική δεν ξεκινά να γράφεται στο χαρτί της παρτιτούρας ή στον υπολογιστή. Γράφεται στο βιβλίο που έχω διαβάσει, στη βόλτα που πήγα, στην κουβέντα την οποία κάνουμε αυτή τη στιγμή. 
Από εκεί και πέρα, προσωπικά δίνω βάση στη θεωρητική κατάρτιση. Όχι με την έννοια των κανόνων του ωδείου. Ένας λυράρης στην Κρήτη, για παράδειγμα, δεν είναι αδαής άνθρωπος. Κουβαλάει μια εμπειρική γνώση δουλεμένη επί πολλές γενεές. Δεν χρειάζεται να πάει σε ωδείο για να τον πούμε καταρτισμένο. Επίσης, δεν υπάρχει νόημα στην προσπάθεια να εφεύρουμε τον τροχό: τον έχουμε ήδη εφεύρει. 
Κάποιοι λοιπόν που υποτίθεται επιθυμούν να δημιουργήσουν χωρίς κανόνες, λένε κουταμάρες –με το συμπάθιο. Γιατί, αν θέλεις να πειράξεις ή και να σπάσεις τους κανόνες, πρέπει πρώτα να τους γνωρίζεις καλά. Αλλιώς φτιάχνεις κάτι αντίστοιχο με το σκιτσάκι που κάνουν τα παιδιά με τον ήλιο, τη μαμά και τον μπαμπά και το βάζουμε μετά στο ψυγείο. Αυτό όμως δεν είναι τέχνη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τελευταία άρθρα Μουσική

Dead Can Dance: Το πρώτο διεθνές sold-out της θερινής σεζόν

Οι Αυστραλοί έχουν σφυρηλατήσει ισχυρούς δεσμούς με το ελληνικό κοινό, που παραμένουν ακατάλυτοι παρά το κολοσσιαίο πρόγραμμα του φετινού καλοκαιριού.

ΓΡΑΦΕΙ: ΧΑΡΗς ΣΥΜΒΟΥΛΙΔΗς
18/05/2022

Το 21ο Athens Jazz εξερευνά τη γυναικεία δημιουργία

Ο μακροβιότερος μουσικός θεσμός της Αθήνας επιστρέφει για 21η χρονιά με νέο όνομα (23-29/5), τολμώντας να βγει από τα όρια της Τεχνόπολης.

Panic! at the festivals: Το πιο πολυπρόσωπο συναυλιακό καλοκαίρι ξεκινά

Φτιάξαμε τον πληρέστερο δυνατό οδηγό για όσα θα δούμε το επόμενο τρίμηνο κι ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε τις ζωντανές εμφανίσεις όπως τους πρέπει.

Η ΕΛΣ τιμά τον πρωτοπόρο Ιάννη Ξενάκη

Έλληνες και Ευρωπαίοι σολίστ συγκεντρώνονται στην Αθήνα για να τιμήσουν τις πολύπλευρες, ριζοσπαστικές του συνθέσεις, στήνοντας ένα πλούσιο συναυλιακό πρόγραμμα, το οποίο αναμένεται να απλωθεί σε πέντε ημέρες (7, 8, 20, 22 & 26/5), αναφερόμενο τόσο στο σκηνικό του έργο, όσο και στις τολμηρές του εξερευνήσεις μεταξύ μουσικής, αρχιτεκτονικής, φιλοσοφίας και μαθηματικών εξισώσεων.

Ο Μάνος Λοΐζος, 40 χρόνια μετά σε ένα μεγάλο αφιέρωμα στο Ολύμπια

Ενόψει ενός μεγάλου, τετραήμερου αφιερώματος στο θέατρο Ολύμπια, ο Γιώργος Νταλάρας, η Μαρία Φαραντούρη, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και η Ελεωνόρα Ζουγανέλη μάς μιλούν για όσα άφησε ο σπουδαίος συνθέτης στην καρδιά και στη μνήμη.