ΤΕΜΡΟΚ

ΤΕΜΡΟΚ

  • THEMROC
  • 1972
  • Έγχρ.
  • 3

Ενας μεσήλικας εργάτης ξεσπάει ενάντια στη ρουτίνα της καθημερινής ζωής, μετατρέπει το διαμέρισμά του σε σπήλαιο, κάνει έρωτα με την αδελφή του και κυνηγά αστυνομικούς, τους οποίους και τρώει. Μια αυθεντική αναρχική αλληγορία.