ΣΤΕΛΛΑ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
έρωτας ανίκανος
Σπούδασε οικονομικές επιστήμες και σκηνοθεσία. Η διδακτορική της διατριβή είχε θέμα "Η πρωτοπορία στον κινηματογράφο της δεκαετίας του '20 στη Γαλλία και τη Γερμανία". Μαγεύεται από το έργο των Ντράγιερ, Λανγκ, Αντονιόνι, Φελίνι και Εγκογιάν. Στην πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία (Παρά λίγο, παρά πόντο, παρά τρίχα) ανιχνεύει εκφραστικούς τρόπους που δίνουν μια "παράξενη" ροή στην κινηματογραφική γλώσσα. Η ιστορία και οι αφορμές της: Ένας έρωτας που δεν μπορεί ποτέ να φτάσει κάπου, που δεν μπορείς ποτέ να τον πιάσεις. Με απασχόλησε ένας δυνατός έρωτας μέσα στη σημερινή καθημερινότητα όπου τα έχουμε λίγο χαμένα και δεν μπορούμε να αντεπεξέλθουμε σε αυτό που μας συμβαίνει. Κανένας από τους τρεις βασικούς χαρακτήρες δεν είναι ξεκάθαρος. Όλοι έχουν έναν τύπο ανικανότητας. Και ο τρίτος, ο "άλλος" άντρας, παρ' όλο που είναι πολύ συνηθισμένος και πιο αναγνώσιμος χαρακτήρας, και αυτός πάσχει από έναν τύπο κοινωνικής ανικανότητας. Ανολοκλήρωτες συνευρέσεις: Ο εραστής της Κατερίνας (Μιχαήλ Μαρμαρινός) περνάει μια έντονη υπαρξιακή και συναισθηματική κρίση, δεν νιώθει ότι αυτή η γυναίκα κάνει κάποια θυσία για εκείνον, οπότε μέσα από τους φόβους του βγάζει μια συνεχή αναβλητικότητα. Κι αυτός περιμένει ότι αύριο θα είναι καλύτερα, ότι θα γίνει ένα θαύμα. Έτσι, με μια πολλαπλασιαστική διαδικασία, ο ένας φοβάται τον άλλον, με τη διαφορά ότι η γυναίκα τον αντέχει το φόβο, ο άντρας όχι. Όλα τα ακατανόητα της αγάπης έχουν μια διαχρονικότητα.

Το ότι αυξάνονται οι φοβίες μας και η ανικανότητα προσέγγισης είναι τελείως τωρινό. Σήμερα παίρνουν άλλη διάσταση και άλλη μορφή οι σχέσεις μας. Είμαστε παγιδευμένοι από το περιβάλλον, γινόμαστε παρατηρητές στον έρωτα, δεν θέλουμε να μπούμε μέσα στα γεγονότα. Κουραζόμαστε, πάμε μόνο μέχρι ένα σημείο στις σχέσεις μας, δεν προχωράμε, γινόμαστε ράκη και τα παρατάμε. Όταν αρχίζεις να κατανοείς το πρόβλημα, τότε βρίσκεις σιγά σιγά τρόπους να το δουλεύεις με τον εαυτό σου και να προχωράς. Δεν είμαι τόσο απαισιόδοξη, όμως χρειάζεται ένα συνεχές και κοπιαστικό δούναι και λαβείν για να μπορέσει να αντέξει ο έρωτας. Ο συμβολικός ρόλος της Τζένης Ρουσσέα: Είναι μια γιαγιά-μαμά. Παίρνει με ένα μεταφυσικό τρόπο το ρόλο της μαμάς της ηρωίδας. Μερικές φορές, όταν νιώθεις πολύ ερωτευμένος, νομίζεις ότι επικοινωνείς με άλλους κόσμους -όπως όταν πεθαίνουν άνθρωποι που αγαπάς πάρα πολύ. Υπάρχει ένα διάστημα που συνομιλείς μαζί τους ή που νιώθεις ότι σε στηρίζουν λίγο. Η Ρουσσέα είναι μέσα σε αυτό το παιχνίδι. Ήθελα ο χαρακτήρας αυτής της γυναίκας να μπει μέσα στην ιστορία σαν να ζει μέσα στο παρόν, σαν να είναι ζωντανή. Η υποκριτική: Ήθελα μια αφαιρετικότητα στις ερμηνείες λόγω της ελλειπτικότητας του λόγου. Πολλοί διάλογοι και μονόλογοι βασίζονται περισσότερο σε συναισθηματικές σκέψεις παρά σε καθημερινούς διαλόγους. Το ζητούμενο ήταν η εκφορά του λόγου να είναι λιτή, χωρίς όμως να είναι ακριβώς ρεαλιστική. Ο λόγος έπρεπε να ακολουθεί το "παράξενο" και το "περίεργο" στην εικόνα και στον ήχο. Για μένα το σινεμά είναι ένα ψάξιμο, να αναζητήσεις τις δυνατότητες αυτού του μέσου. Άλλοτε το πετυχαίνεις κι άλλοτε όχι. Πάντως, η ταινία στη βάση του θέματός της είναι απόλυτα ρεαλιστική. Ο τρόπος αφήγησης έχει κάποιες ιδιαιτερότητες. Βένια Βέργου
vvergou@athinorama.gr