© Sony Pictures
Το Resident Evil του Ζακ Κρέγκερ είναι μία από εκείνες τις ταινίες που δεν χρειάζονται τη δικαιολογία "είναι καλή για ταινία βασισμένη σε videogame". Είναι απλώς καλή ταινία. Και, ναι, βασίζεται σε videogame. Μέσα σε 90', συμπυκνωμένα σαν να μην υπάρχει ούτε δευτερόλεπτο για χάσιμο, επιδεικνύει τεχνική αρτιότητα, ρυθμό και μια σχεδόν σωματική αίσθηση κινδύνου. Από το 2002, το zombie franchise της Capcom έχει ταλαιπωρήσει τις κινηματογραφικές αίθουσες με μια σειρά από μέτριες παραγωγές που έμοιαζαν περισσότερο με μια ατελείωτη επίδειξη του Paul W. S. Anderson ότι, ναι, είναι παντρεμένος με τη Milla Jovovich.
Μετά το άνευρο reboot του 2021, ο σκηνοθέτης των Barbarian και Weapons δείχνει επιτέλους πώς γίνεται, εγκαταλείποντας σχεδόν ολοκληρωτικά το σύμπαν του πρωτότυπου υλικού για να μείνει πιστός σε αυτό που πραγματικά έχει σημασία: Την ευφορία της επιβίωσης με την καρδιά στο στόμα και εκείνον τον "υγρό", βρόμικο τρόμο που μόνο τα παιχνίδια Resident Evil ξέρουν να προσφέρουν - αν θυμάσαι το πρώτο, στο PlayStation 1 ξέρεις ακριβώς για τι πράγμα μιλάω.
Να πέσει το trailer:
Κάνοντας πρεμιέρα λίγες ημέρες πριν και στις ελληνικές αίθουσες, το Resident Evil του Κρέγκερ είναι η όγδοη ταινία που βασίζεται στα action-horror games. Είναι, όμως, η πρώτη που αξίζει πραγματικά την προσοχή μας. Αυτόνομη και χωρίς καμία απολύτως σύνδεση με ό,τι έχει προηγηθεί, ακολουθεί έναν συνηθισμένο ιατρικό courier, τον οποίο υποδύεται ο Όστιν Έιμπραμς σε έναν ρόλο που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός για την καριέρα του. Ο Bryan αναλαμβάνει την τελευταία στιγμή να μεταφέρει ένα πολύτιμο ανθρώπινο όργανο -ή τουλάχιστον έτσι πιστεύει- σε ένα νοσοκομείο της Raccoon City. Μόνο που όσοι βρίσκονται έξω από τα όρια της πόλης δεν γνωρίζουν τι έχει συμβεί εκεί. Η Raccoon City έχει καταληφθεί από σαρκοβόρα τέρατα και ο Bryan βρίσκεται ξαφνικά μέσα σε έναν ζωντανό εφιάλτη. Μόνος.
Η πρώτη απόπειρα του Κρέγκερ να κινηθεί στο πεδίο ενός blockbuster βασισμένου σε μεγάλο franchise δεν έχει το βάθος του Weapons, της ταινίας του 2025 που γεννήθηκε μέσα από το προσωπικό του πένθος, ούτε τις προκλητικές θεματικές που μετέτρεψαν το Barbarian σε φαινόμενο των social media το 2022. Το Resident Evil είναι κάτι πολύ πιο απλό: μια καθαρή ένεση αδρεναλίνης. Και ακριβώς αυτή η απλότητα είναι το μυστικό της δύναμής του.
Τα Resident Evil games, από το πρώτο που κυκλοφόρησε το 1996, έχουν χτίσει με τα χρόνια μια υπερφορτωμένη μυθολογία. Στον πυρήνα τους, όμως, λειτουργούν με έναν εξαιρετικά απλό κανόνα: Επιβίωσε. Κάθε μεγάλη αναμέτρηση —ακόμη και στο πρόσφατο και εξαιρετικά επιτυχημένο Resident Evil Requiem— σε αφήνει συνήθως με αρκετές σφαίρες για να σκοτώσεις αυτό που προσπαθεί να σε σκοτώσει. Από εκεί και πέρα, πρέπει να βρεις μόνος σου πώς θα φτάσεις στο επόμενο save point. Κάπου υπάρχει πάντα ένας γρίφος. Μια κλειδωμένη πόρτα. Κάτι που πρέπει να ανακαλύψεις για να μπορέσεις να προχωρήσεις.
Ο Κρέγκερ αντιλαμβάνεται αυτή τη μηχανική και τη μεταφέρει στην οθόνη με το πόδι κολλημένο στο γκάζι. Δεν υπάρχουν άσκοπες παρεκβάσεις για να διευρυνθεί το σύμπαν. Δεν υπάρχουν Easter eggs που ζητούν από τον θεατή να χειροκροτήσει επειδή αναγνώρισε ένα όνομα. Δεν εμφανίζονται ο Chris Redfield, η Jill Valentine ή η Lady Dimitrescu — συγγνώμη, στους απανταχού φανατικούς. Το μόνο που έχει σημασία είναι αυτό που βρίσκεται μπροστά ή πίσω από τον Bryan, έναν τύπο τόσο απροετοίμαστο που σχεδόν δεν ξέρει πώς να απασφαλίσει το όπλο του.
Η αγωνία είναι διαρκής. Οι τρόμοι παραμονεύουν διαρκώς λίγο πιο πέρα. Και, κυρίως, η ταινία δεν προσπαθεί να μεταμφιεστεί σε video game. Παραδόξως, ακριβώς γι’ αυτό μοιάζει περισσότερο από οποιαδήποτε προηγούμενη κινηματογραφική εκδοχή με ένα πραγματικό Resident Evil. Το να βλέπεις το Resident Evil του Κρέγκερ έχει κάτι από αποκάλυψη. Σε κάνει να αναρωτιέσαι: τι στο καλό περιμέναμε τόσο καιρό;
Κάποτε, οι ταινίες που βασίζονταν σε video games είχαν περίπου την ίδια αμφίβολη φήμη με τις direct-to-video παραγωγές και τις παρωδίες. Ο πήχης βρισκόταν χαμηλά. Και για κάθε Mortal Kombat που μετά βίας τον περνούσε, υπήρχαν τα Wing Commander, Doom, Postal, Tekken και Need for Speed. Το Χόλιγουντ αντιμετώπιζε τα video games σαν έτοιμες συνταγές για action movies. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από αμήχανες προσπάθειες που δεν έμοιαζαν ποτέ πραγματικά με τα παιχνίδια που αγαπούσαν οι fans.
Είμαι πάντοτε επιφυλακτικός απέναντι σε όποιον κάνει το "Gamer" ολόκληρη την προσωπικότητά του. Δεν μπορώ, όμως, να κατηγορήσω ένα κοινό που, ύστερα από τόσα χρόνια απογοητεύσεων, έφτασε να θεωρεί τη μετριότητα το καλύτερο δυνατό σενάριο.
Οι fans του Resident Evil, ειδικά, πέρασαν περισσότερο από μία δεκαετία με το nu-metal χάος του Anderson. Έτσι, όταν ο Κρέγκερ δήλωσε ότι η δική του εκδοχή θα είχε ελάχιστη σχέση με τη μυθολογία του franchise, το ίντερνετ και τα SM φυσικά πήραν φωτιά.

Η ειρωνεία είναι ότι η ταινία του Κρέγκερ, που είναι γεμάτη ασφυκτικό τρόμο, αναφορές σε action classics και slapstick χιούμορ, μπορεί τελικά να είναι η πιο πιστή κινηματογραφική μεταφορά του Resident Evil μέχρι σήμερα. Μέσα σε μόλις 25 λεπτά, για παράδειγμα, χωράει αναφορές τόσο στο Hard Boiled όσο και στο Die Hard. Δεν προσπαθεί να αναπαραστήσει συγκεκριμένες στιγμές των games, αλλά έχει καταλάβει τι τα έκανε συναρπαστικά εξαρχής. Μια καλή ταινία Resident Evil δεν χρειάζεται τον σωστό ηθοποιό για να φορέσει το αλεξίσφαιρο του Leon Kennedy. Χρειάζεται εκείνη την αίσθηση που σου ιδρώνει τις παλάμες όταν ξέρεις ότι είσαι ανεπαρκώς οπλισμένος, ξεκάθαρα κατώτερος στην τροφική αλυσίδα όταν κάτι τερατώδες σε έχει βάλει στο στόχαστρο.
> Δες πού παίζεται το Resident Evil εδώ.
Είναι, λοιπόν, το Resident Evil η καλύτερη ταινία που βασίστηκε ποτέ σε videogame; Η συζήτηση παραμένει ανοιχτή, πχ το υποτιμημένο Werewolves Within, πάντως, αξίζει να βρίσκεται στη σχετική κουβέντα. Οι οικογενειακές ταινίες Super Mario Bros. είναι σχεδόν αδύνατο να παρακολουθηθούν, αλλά τουλάχιστον καταλαβαίνουν το πνεύμα των παιχνιδιών της Nintendo και, πρέπει να τους το αναγνωρίσουμε. Μεταφέρουν στην οθόνη την αισθητική και την αίσθησή τους.
Νωρίτερα φέτος, το Exit 8 κατάφερε επίσης να μεταφέρει με εντυπωσιακό τρόπο ένα ανεξάρτητο horror game για έναν στοιχειωμένο σταθμό του Μετρό, αν και η σύγκριση ανάμεσα σε ένα indie game διάρκειας μίας ώρας και ένα franchise δισεκατομμυρίων είναι εκ των πραγμάτων άνιση.
Ο ανταγωνισμός, μέχρι πρόσφατα, ήταν περιορισμένος. Τώρα, όμως, φαίνεται να μεγαλώνει. Και, αν μη τι άλλο, υπάρχει κάτι που το Resident Evil του Ζακ Κρέγκερ καταφέρνει χωρίς αμφιβολία: Ανεβάζει επιτέλους τον πήχη. Προσωπικά, τρέφω ελπίδες και για το επερχόμενο Street Fighter.
Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, Tik Tok και το Instagram.


