Πότε αποφασίσατε πως θέλετε να κάνετε ταινία το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Αμελί Νοτόμπ;
Λιάν-Τσο Χαν: Ήμουν 19 ετών, περισσότερο από δυο δεκαετίες πριν δηλαδή, όταν το πρωτοδιάβασα και παρ’ όλο που μου άρεσαν άλλα πράγματα εκείνη την εποχή, όπως η ποπ κουλτούρα, τα κόμικς, τα βιντεοπαιχνίδια, συγκινήθηκα πολύ. Ένα κοριτσάκι δυόμιση ετών από το Βέλγιο το οποίο μεγαλώνει στην Ιαπωνία και πιστεύει πως είναι ο Θεός… Εξωφρενικά πρωτότυπο. Το ξαναδιάβασα και άρχισα να φαντάζομαι την ιστορία ως ταινία, εξ αρχής ως animation.
Για ποιο λόγο;
Λ.Χ: Δεν μπορούσα να τη φανταστώ αλλιώς. Αυτή η ονειρική ατμόσφαιρα η οποία κυριαρχεί στην αφήγηση της Νοτόμπ νομίζω ότι αποδίδεται πολύ καλύτερα με το κινούμενο σχέδιο, το οποίο είναι και κάτι το οποίο μας συνδέει αμεσότερα με την παιδική ψυχοσύνθεση.

Μείνατε πιστοί στην πλοκή του μυθιστορήματος;
Μαϊλίς Βαλάντ: Σε μεγάλο βαθμό ναι, αν και κάναμε αρκετές αλλαγές, η κάθε μια για διαφορετικούς λόγους. Για παράδειγμα, στο βιβλίο ο πατέρας της Αμελί και η σχέση του με τη γιαπωνέζικη κουλτούρα καταλαμβάνουν σημαντικό χώρο. Εμείς, όμως, έπρεπε να κάνουμε κάποιες επώδυνες περικοπές. Ήταν θέμα διάρκειας της ταινίας, αλλά και διαθέσιμου προϋπολογισμού. Οπότε ο πατέρας περιορίστηκε σε δευτερεύοντα χαρακτήρα.
Λ.Χ: Σημαντική είναι και η αλλαγή του χαρακτήρα της Κασίμα-σαν, της γειτόνισσας και ιδιοκτήτριας του σπιτιού που νοικιάζει η οικογένεια της Αμελί, ο οποίος στο βιβλίο είναι πολύ πιο κακός. Σχεδόν αφήνει την Αμελί να πνιγεί, ενώ εμείς αλλάξαμε εντελώς αυτό το κομμάτι γιατί δεν μας αρέσουν οι άσπροι ή μαύροι χαρακτήρες. Είμαστε στη μεταπολεμική Ιαπωνία και θέλαμε να δείξουμε ότι από τον πόλεμο που προηγήθηκε όλοι βγήκαν χαμένοι.
Η ταινία χειρίζεται επιδέξια το θέμα του θανάτου, χωρίς να γίνεται απλοϊκή ή διδακτική. Προβληματιστήκατε πάνω σ’ αυτό;
Μ.Β: Υπάρχουν πολλά θέματα τα οποία η ταινία κοιτάζει μέσα από τα μάτια της Αμελί, όπως η απώλεια, τα μυστικά που κρύβουν οι ενήλικες, η φιλία, η σχέση με τη φύση, η αναζήτηση ταυτότητας, οι πολιτισμικές διαφορές, οι οικογενειακοί δεσμοί και φυσικά ο θάνατος. Για εμάς το κλειδί ήταν το παιδικό βλέμμα, γι’ αυτό και η κάμερα κινείται πάντα στο ύψος της Αμελί, προσπαθώντας να ανακαλύψει τον κόσμο και τα μυστικά του μέσα από τη δική της οπτική. Και επειδή η ταινία δεν απευθύνεται μόνο σε ανήλικους θεατές, θίγει και σκοτεινά θέματα, χωρίς όμως καταθλιπτική ή απαισιόδοξη προσέγγιση.

Για λόγους που κυρίως έχουν να κάνουν με το target group τους, τα animation χειρίζονται απλοϊκά και μονοδιάστατα πολλά ζητήματα. Εδώ, αντιθέτως, η ψυχολογική πολυπλοκότητα των ανθρώπων και η συχνά αντιφατική συμπεριφορά τους είναι ένα από τα πολύτιμα μαθήματα που παίρνει η Αμελί.
Λ.Χ: Προσπαθήσαμε να μείνουμε πιστοί στους κανόνες του είδους, αλλά να αποφύγουμε την προβλέψιμη γραφικότητα. Δεν είναι μόνον η Κασίμα-σαν ένας γκρίζος χαρακτήρας, αλλά και οι γονείς της Αμελί δεν είναι τέλειοι, ενώ ο αδελφός της άλλοτε συμπεριφέρεται εγωιστικά, σαν παλιόπαιδο, κι άλλοτε δείχνει έμπρακτα πόσο πολύ αγαπάει και προστατεύει τη μικρή αδελφή του. Από την άλλη, η Νίσο-σαν, η γκουβερνάντα και οικονόμος, είναι ένας πιο αγνός χαρακτήρας, η άλλη πλευρά του ιαπωνικού νομίσματος σε σχέση με την Κασίμα-σαν. Μαζί, συνθέτουν τις αντιθέσεις, τις αντίρροπες δυνάμεις και τις διαφορετικές απόψεις οι οποίες συνυπήρχαν στη μεταπολεμική γιαπωνέζικη πραγματικότητα. Αυτές οι ιδέες κυκλοφορούν φυσικά και στο μυθιστόρημα της Νοτόμπ, αλλά χρειάστηκε πολλή δουλειά από εμάς μέχρι να μετατραπούν σε κινηματογραφικό σενάριο.
Πόσος χρόνος χρειάστηκε συνολικά για να υλοποιηθεί η ταινία;
Μ.Β: Εφτά χρόνια γεμάτα. Το οικονομικό ήταν εξ αρχής ένα πρόβλημα, αλλά αποδείχθηκε πως το να βρούμε τα απαιτούμενα χρήματα δεν ήταν ακατόρθωτο. Χρειάστηκαν όμως υπερβολικά πολύς χρόνος και κόπος για να γραφτεί το σενάριο. Διαβάζαμε και ξαναδιαβάζαμε το βιβλίο, γράφαμε, αλλάζαμε πολλά πράγματα, σβήναμε, ξαναγράφαμε… Προβληματιστήκαμε ιδιαίτερα πάνω στο τι καταλαβαίνει ένα μικρό παιδί από τον κόσμο γύρω του και πως θα προστατεύσουμε αυτή την αθωότητά του, η οποία σταδιακά αρχίζει και χάνεται. Όταν ξεκινήσαμε να δουλεύουμε πάνω στο κόνσεπτ της ταινίας ούτε ο Χαν ούτε εγώ είχαμε παιδιά, αλλά γίναμε γονείς πριν το post production. Αυτό ήταν κάτι που μας βοήθησε πολύ και ξεκλείδωσε πράγματα μέσα μας.
Χ.Λ: Ταυτόχρονα δουλεύαμε και το εικαστικό κομμάτι της ταινίας, το οποίο αποτυπώναμε σε storyboards. Έτσι όταν το σενάριο έφτασε στην τελική εκδοχή του, χρειαστήκαμε 15-16 μήνες για τα γυρίσματα, χρόνος ικανοποιητικότατος για ένα animation. Είμασταν λοιπόν απόλυτα έτοιμοι για το φεστιβάλ Καννών του 2025, απ’ όπου και ξεκίνησε η περιπέτειά μας.