Μεγαλωμένος στην Αυστραλία, όπου ο θείος του Χρήστος διετέλεσε πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης, ο Βαγγέλης Μουρίκης ξεκίνησε να δουλεύει ως ηθοποιός στο παροικιακό θέατρο, περνώντας για πρώτη φορά μπροστά από την κάμερα για το αθλητικό δράμα "Running on Empty" (1982) του Τζον Κλαρκ. Για σχεδόν μια δεκαετία εξάσκησε ένα σωρό διαφορετικά επαγγέλματα, κρατώντας την ηθοποιία σαν χόμπι, μέχρι την επιστροφή του στην Ελλάδα και την εμφάνισή του ως φυλακισμένος "Κοντός" στον "Κήπο του Θεού" (1994) του Τάκη Σπυριδάκη.
Δυο χρόνια αργότερα θα εντυπωσιάσει ως μέλος της παρέας των "Απόντων" του Νίκου Γραμματικού και θα ξεκινήσει μια εντυπωσιακή καριέρα απαιτητικών ρόλων υπό την καθοδήγηση των σπουδαιότερων Ελλήνων σκηνοθετών – από τον Νίκο Κούνδουρο ("Φωτογράφοι") και τον Παντελή Βούλγαρη ("Ψυχή Βαθιά") ως την Αθηνά-Ραχήλ Τσαγγάρη ("Attenberg", "Chevalier") και τον Γιώργο Ζώη ("Αρκάντια"), κερδίζοντας τέσσερα βραβεία στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και δύο Ίριδες της Ακαδημίας Κινηματογράφου.
Στην πλούσια φιλμογραφία του, ιδιαίτερη θέση έχει η συνεργασία του με το σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη, η οποία ξεκίνησε με το "Ψυχή στο Στόμα" (2006) και συνεχίστηκε με τον "Μαχαιροβγάλτη" (2010), το "Μικρό Ψάρι" (2014), όπου κρατά και ρόλο συνσεναριογράφου, και την "Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς" (2020), ενώ συνυπογράφει και το σενάριο της πρόσφατης "Σπασμένης Φλέβας".
Οι πέντε καλύτεροι ρόλοι του Βαγγέλη Μουρίκη
"Ο Βασιλιάς" (2002)
Με μακρύ ξανθό μαλλί, ο Μουρίκης είναι ο… Βαγγέλης, ο οποίος αποφυλακίζεται και επιστρέφει στο χωριό του στην Πελοπόννησο. Κι ενώ όλοι τον αντιμετωπίζουν επιθετικά και καχύποπτα, ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να ξεκινήσει μια νέα ζωή είναι συγκινητικός, καθώς η ερμηνεία του Μουρίκη δεν ξεπέφτει ποτέ στο διδακτισμό ή το μελόδραμα. Αντίθετα, δίνει ψυχή και συναίσθημα στην προφητική κοινωνική καταγγελία του Νίκου Γραμματικού, η οποία με τα χρόνια έχει προσλάβει cult διαστάσεις.

"Αγρύπνια" (2005)
Σε έναν από τους εσωτερικότερους και γι’ αυτό δυσκολότερους ρόλους του, ο Μουρίκης υποδύεται ένα διεφθαρμένο αστυνομικό που ένα ατύχημα θα τον φέρει σε αντιπαράθεση με το μικρότερο αδελφό του ο οποίος είναι παπάς. Τα ηθικά διλήμματα γίνονται υπαρξιακά με έναν υποβλητικό, υποδόριο τρόπο και η συγκρατημένη πρωταγωνιστική ερμηνεία είναι απόλυτα ταιριαστή με τη νυχτερινή, ατμοσφαιρική σκηνοθεσία του Νίκου Γραμματικού.

"Το Μικρό Ψάρι" (2014)
Στην κορυφαία ερμηνευτική στιγμή του, ο κορυφαίος Έλληνας ηθοποιός της γενιάς του μεταμορφώνεται στον Στράτο, αρτοποιείο ο οποίος παράλληλα εκτελεί συμβόλαια θανάτου. Η μελαγχολική ματιά και η αξέχαστη κινηματογραφική φιγούρα του οδηγούν μια απελπισμένη κατάβαση στην υπαρξιακή κόλαση της νεοελληνικής πραγματικότητας από τον τολμηρό Γιάννη Οικονομίδη, σε ένα στιλάτο νεονουάρ που έφτασε ως το διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Βερολίνου.

"Νορβηγία" (2014)
Την ίδια χρονιά με το "Μικρό Ψάρι", ο Μουρίκης είναι επαγγελματίας δολοφόνος το πρωί και… βρικόλακας το βράδυ. Στην απενοχοποιημένη, σινεφίλ σάτιρα φαντασίας του Γιάννη Βελσεμέ θα υποδυθεί απολαυστικά τον απέθαντο Ζανό, ο οποίος φτάνει στην Αθήνα του 1984, όπου στη ντίσκο Ζαρντόζ θα συναντήσει μια πόρνη κι ένα Νορβηγό ντίλερ. Αναλαμβάνοντας μια ύποπτη δουλειά, θα οδηγηθούν μαζί στην Πάρνηθα και στην αποκάλυψη ενός επικίνδυνου μυστικού.

"Digger" (2020)
Δυο γενιές και δυο διαφορετικές νοοτροπίες συγκρούονται στο πολυβραβευμένο δράμα του Τζώρτζη Γρηγοράκη, όπου ο Νικήτας, αποτραβηγμένος σε μια ορεινή αγροικία της βορείου Ελλάδος, θα έρθει σε μετωπική σύγκρουση με τον "νεωτεριστή" γιο του. Άλλο ένα ερμηνευτικό ρεσιτάλ από τον (και συνσεναριογράφο) Βαγγέλη Μουρίκη, σπαρακτικό εκπρόσωπο μιας Ελλάδας δεμένης με τη φύση, τους ρυθμούς και τους νόμους της, το οποίο του χάρισε το βραβείο α΄ ρόλου στο φεστιβάλ του Σεράγεβο.

Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, Tik Tok και το Instagram.


