Την ώρα που διεθνώς οι ταινίες τρόμου γνωρίζουν ανανεωμένη δημοφιλία, είτε πρόκειται για ευρείας απήχησης παραγωγές είτε απευθύνονται σε πιο "εκλεπτυσμένα" γούστα, στην Ελλάδα η εγχώρια παραγωγή διστάζει να αναμετρηθεί με το είδος. Τα τελευταία χρόνια που το κοινό δείχνει να εμπιστεύεται εκ νέου την ελληνική ταινία, τα περισσότερα εισιτήρια κόβονται από δράματα βιογραφικά ή εποχής και σπανιότερα από κωμωδίες. Από την πλευρά της παραγωγής, πάντως, ο τρόμος δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως περιθωριακό στοίχημα. Όπως μου εξηγεί ο παραγωγός Τόμας Ζακέ για τη νέα ελληνική συμπαραγωγή τρόμου "Sound of Silence", το είδος έχει αρχίσει να καταλαμβάνει κεντρική θέση στο σύγχρονο κινηματογραφικό τοπίο: "Βλέπουμε όλο και περισσότερες ταινίες να προβάλλονται στα μεγάλα φεστιβάλ, στα επίσημα διαγωνιστικά. Δεν είναι πια b-movies, είναι κομμάτι του κινηματογράφου σήμερα".
Το πρότζεκτ της Τζόις Νασαουάτι θα προσπαθήσει να φέρει λίγη από αυτήν τη μαγεία στην Ελλάδα, με κεντρικό χαρακτήρα τη Μαριάμ Σουλακιώτη, μια δολοφονική φιγούρα της ελληνικής ιστορίας που έχει χαθεί στο χρόνο. Το "α" είχε την ευκαιρία να επισκεφθεί τα γυρίσματα της γοτθικής ταινίας τρόμου στο μουσείο Βορρέ και να μιλήσει με τους συντελεστές για την πιο αιμοβόρα γυναίκα στην ιστορία της ορθοδοξίας. Στην ταινία, η Άλις (Μίλι Μπρέιντι, "Surface"), μια Αμερικανίδα χίπισσα, και η Χριστίνα (Έλσα Λεκάκου, "Killerwood"), μια ντόπια σερβιτόρα, βρίσκουν καταφύγιο σε ένα απομακρυσμένο μοναστήρι. Εκεί θα βρεθούν αντιμέτωπες με μια ολόκληρη αίρεση, με επικεφαλής τη Σουλακιώτη, μια δολοφόνο που έχει καταφέρει να κρατήσει την ταυτότητά της κρυφή από τις αρχές.
Ενώ τα θύματά της ήταν εκατοντάδες και οι παρανομίες της ακόμη περισσότερες, η ιστορία της Μαριάμ δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή στην Ελλάδα. Ο σεναριογράφος της ταινίας, Ζαν-Φρανσουά Ιζέλ, μου αναφέρει ότι ανακάλυψε την ιστορία της όταν βρέθηκε σε ένα ιντερνετικό rabbithole μερικά χρόνια πριν. Αφού το μοιράστηκε με τη Νασουάτι και καθώς η παραγωγή προχωρούσε, η ομάδα αναζήτησε τα δικαστικά αρχεία και τις εφημερίδες της εποχής, διαπιστώνοντας σημαντικά κενά στην καταγραφή των εγκλημάτων: "Βρήκαμε κατά βάση αριστερές εφημερίδες να αναφέρουν τις δολοφονίες, αλλά σχεδόν καμία αναφορά σε πιο συντηρητικά μέσα".

Γιατί όμως ήταν αυτή η δολοφόνος τόσο "ελκυστική"; Για την Ελληνολιβανέζα Τζόις που έχει ζήσει στην Αθήνα και οι παραλίες της Κερατέας της είναι γνώριμες, ήταν σημαντικό να διαλέξει μια τοπική ιστορία, που, όπως μου περιγράφει η ίδια, "είχε ένα στοιχείο λαϊκού τρόμου, ενώ η προσέγγισή της στον χριστιανισμό έμοιαζε παγανιστική". Αλλά η αλήθεια είναι πως ολόκληρη η ορθοδοξία έχει στοιχεία που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε παγανιστικά, μπρουτάλ, σκοτεινά (μου αναφέρει πως, για εκείνη, μία από τις πιο ανατριχιαστικές πλευρές είναι η ιδέα της μεταθανάτιας ζωής, χάριν της οποίας ένας πιστός μπορεί να αγνοήσει την αθλιότητα του παρόντος). Αυτά ακριβώς ήθελε να αποτυπώσει στην ταινία, αφού ο εκκλησιαστικός τρόμος στη μεγάλη οθόνη είναι συνήθως… καθολική υπόθεση.
Ταυτόχρονα, η Νασαουάτι έχει διαλέξει να απεικονίσει τη δολοφόνο όχι ως ένα διεφθαρμένο θηλυκό τέρας, αλλά ως μια "τοτεμική φιγούρα εξουσίας". Όταν, για να το θέσω σε όρους Gen Z, τη ρώτησα αν θα δούμε ένα "girlboss", μου απάντησε πως πρόκειται για μία αντιηρωίδα που ξεφεύγει από τα όρια του φύλου. Όπως μας λέει: "Κράτησα με σοβαρότητα τη σκέψη της, δεν εστίασα στη σχέση με το χρήμα και τη διαφθορά. Αυτό μου φάνηκε πιο μπανάλ, ενώ ο φανατισμός προσομοιάζει στην τρέλα. Είναι πιο τρομακτικό να βρεθείς στα χέρια ανθρώπων που έχουν ξεφύγει εξαιτίας μιας τρέλας".
Την ίδια συστηματική "τρέλα" εντοπίζει και η Λεκάκου: "νομίζω ότι η μεγαλύτερη πηγή του κακού που αποκτά αυτή την τρομακτική έκταση είναι ότι ενορχηστρώνεται, και πολλοί άνθρωποι λειτουργούν ως πιόνια του προκειμένου να λειτουργεί και να εξαπλώνεται". Αυτή η συλλογική διάσταση του κακού αγγίζει κάτι βαθύτερα πολιτικό. Από την ιστορία ενός τέρατος και των θυμάτων του, η ταινία εστιάζει σε ένα μηχανισμό εξουσίας βασισμένο σε μια ομαδική μανία, που λειτουργεί επειδή βρίσκει σώματα να πιστέψουν σε αυτόν. Όπως μου εξήγησε ο Ιζέλ, "μπορεί να μην ξέρουμε πολλά για την ιστορία της, αλλά ξέρουμε πως κακοποιήθηκε όταν ήταν μικρή, ότι δούλευε στα χωράφια από πολύ νεαρή ηλικία". Στο "Sound of Silence", λοιπόν, δεν θα δούμε "εξευγενισμένο" τρόμο, αλλά έναν τρόμο ριζωμένο στην ελληνική ιστορία, σε ένα πολιτισμικό και ιστορικό πλαίσιο που μέχρι τώρα έχει μείνει κινηματογραφικά αναξιοποίητο. Και, όπως όλα δείχνουν, αναμένεται εξαιρετικά ενδιαφέρον.
